Στο εκτελεστικό απόσπασµα που θα αφαιρούσε τη ζωή του Νίκου Μπελογιάννη συγκαταλεγόταν και ένας καλός του φίλος, ο Θανάσης Ροδόπουλος. Εκείνη την εποχή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία σε ένα στρατόπεδο Πεζικού, στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής Αττικής.
Στις τρεις τα ξηµερώµατα της 30ής Μαρτίου 1952, τον ξυπνάει ο αξιωµατικός, µαζί µε καµιά εικοσαριά ακόµη φαντάρους που διατάσσονται να ντυθούν ταχέως και να ανέβουν στο καµιόνι. Σε λίγα λεπτά είχαν φτάσει στη µάντρα του νοσοκοµείου «Σωτηρία» όπου θα γινόταν η εκτέλεση.
Μόλις ο Ροδόπουλος είδε τον χώρο, κατάλαβε ποιον θα είχε απέναντι στο τουφέκι του. Σάστισε. Ολοι οι φαντάροι κατέβηκαν από το όχηµα εκτός από εκείνον.
«Ελα έξω, τι κάθεσαι εσύ;» θα του πει ο λοχαγός.
«∆εν θα βγω» αποκρίνεται εκείνος µε έναν κόµπο στον λαιµό.
Ο αξιωµατικός εκνευρίζεται. Χωρίς δεύτερη σκέψη βγάζει το περίστροφο από τη ζώνη και το στρέφει στο πρόσωπο του αντιρρησία. «Ξέρεις τι µπορώ να κάνω βάσει του στρατιωτικού νόµου αυτήν τη στιγµή, έτσι;».
«Το γνωρίζω, κύριε λοχαγέ. Κάντε ό,τι νοµίζετε. Εγώ από το καµιόνι δεν βγαίνω» απαντά ο στρατεύσιµος.
Ο λοχαγός είναι φουρκισµένος, αλλά αποφασίζει να µην πατήσει τη σκανδάλη. Επειτα από µερικά δευτερόλεπτα µεγάλης έντασης, βάζει το όπλο στη θήκη και αποµακρύνεται προκειµένου να στήσει το υπόλοιπο εκτελεστικό απόσπασµα.
Παραδόξως αποφασίζει να µην αναφέρει το συµβάν στους ανωτέρους και έτσι ο νεαρός δεν διώχθηκε ποτέ.
Την ιστορία αφηγήθηκε ο ίδιος ο Ροδόπουλος τρεις ηµέρες µετά την εκτέλεση Μπελογιάννη, στον κινηµατογραφικό σκηνοθέτη Φώτο Λαµπρινό. Οπως του είχε εξοµολογηθεί τότε, αυτό που δεν µπορούσε να αντέξει και τον έκανε να µείνει στο φορτηγό δεν ήταν η εκτέλεση αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά το βλέµµα. Φοβόταν το βλέµµα του Μπελογιάννη στην περίπτωση που τον αναγνώριζε.
Από µικρό παιδί τον ήξερε ο Ροδόπουλος. Στα Βραχνέικα της Πάτρας όπου µεγάλωσε, η οικογένειά του είχε κρύψει για ένα χρονικό διάστηµα στο σπίτι τον καταζητούµενο τότε Μπελογιάννη. Είχαν παίξει µαζί, είχαν κάνει παρέα, είχαν κουβεντιάσει επί ώρες. Πώς θα µπορούσε τώρα να τον πυροβολήσει κατάστηθα;
Τον φοβούνται και νεκρό
Οι Αρχές φαίνεται ότι φοβούνταν τον Μπελογιάννη ακόµη και νεκρό. Οπως προκύπτει από τον φάκελό του που διατηρούσε η Ελληνική Χωροφυλακή, στις 15 Απριλίου 1952, δηλαδή δύο εβδοµάδες µετά την εκτέλεσή του, η Αστυνοµική ∆ιεύθυνση Πειραιά µε έγγραφό της προς την Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφαλείας αναφέρει επί λέξει: «Παρακαλούµεν όπως λάβητε τα ενδεικνυόµενα µέτρα ασφαλείας εις Γ’ Νεκροταφείον κατά την Μεγάλην Πέµπτην, Μ. Παρασκευήν και Μ. Σάββατον συµφώνως προς δοθείσας προφορικάς οδηγίας εις τον κ. ∆ιοικητήν της υποδ/ νσεως Γεν. Ασφαλείας, προς πρόληψιν συγκεντρώσεων και άλλων έκτροπων εις τον τάφον του εκτελεσθέντος κοµµουνιστού Μπελογιάννη».
Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι ότι είχε δοθεί νωρίτερα εντολή να συλλεχθούν πληροφορίες ακόµη και για τον τάφο αυτόν καθ’ εαυτόν. Ποιος τον έφτιαξε, από τι είδους υλικά, ακόµη και µε ποιον τρόπο.
Στις 30 Απριλίου 1952 κατατίθεται προς την Υπηρεσία Πληροφοριών της Υποδιεύθυνσης Γενικής Ασφαλείας αναφορά αστυνοµικού οργάνου που λέει τα εξής: «Λαµβάνω την τιµήν εις εκτέλεσιν προφορικής διαταγής του κ. ∆ιοικητού να αναφέρω ότι ως εξακρίβωσα, τον τάφον του ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ Νικολάου τον κατασκεύασε διά µαρµάρου στις 28-4- 1952 ο ΣΠΑΡΒΕΡΗΣ Νικόλαος του Φιλίππου και της Μαριέτας, ετών 31, εκ Βερναρδάδου Τήνου, µαρµαρογλύπτης της οδού Κουµανούδη 49, κάτοικος οδού Βαρβάκη 72 του ΚΖ’ Τµήµατος Αθηνών. Ούτος εχρησιµοποίησεν ως τεχνήτην τον ΚΥΛΑΡΙΑΝΟΝ Φίλιππον του Φιλίππου, ετών 16, κάτοικον Περιστερίου. Η παραγγελία κατασκευής του τάφου, εγένετο υπό τας ακολούθους συνθήκας…».

Τα ανδρείκελα που κυβέρνησαν την Ελλάδα κ τότε όπως και τώρα, πλαισιώνονται από ρουφιάνους κ γλυφτες γυμνοσαλιαγκες.Γι αυτό και αποκτάνε πλερια αξία οι λιγοστοι που αντιστέκονται και δίνουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.