Στις 8 Απρίλη 1994, ο μουσικός –και όχι μόνο– κόσμος βίωσε ένα σοκ που ακόμα αντηχεί. Ο Κερτ Κομπέιν, ο ιθύνων νους των Nirvana, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο Σιάτλ.
Είχε πεθάνει τρεις μέρες νωρίτερα, στις 5 Απριλίου, από αυτοπυροβολισμό με κυνηγετικό όπλο, μέσα στο θερμοκήπιο πάνω από το γκαράζ της κατοικίας του. Η επίσημη εκδοχή ήταν –και παραμένει– αυτοκτονία.
Η σκηνή ήταν σκληρή: το σώμα του ανακαλύφθηκε από έναν ηλεκτρολόγο που είχε πάει να εγκαταστήσει σύστημα ασφαλείας.
Ο Κομπέιν δεν ήταν απλώς ένας rock star. Ήταν η φωνή μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα στην απογοήτευση του τέλους της μεταπολεμικής ευημερίας, του ρεγκανισμού, του κυνισμού και της εμπορευματοποίησης κάθε πτυχής της ζωής.
Το Nevermind (1991) δεν ήταν απλώς ένας δίσκος. Ήταν η στιγμή που το grunge, αυτό το βρώμικο, θυμωμένο, αντι-εμπορικό κύμα από το Σιάτλ, ξεχύθηκε στο mainstream και διέλυσε τον γυαλιστερό, πλαστικό κόσμο του hair metal και της εύκολης διασκέδασης της δεκαετίας του ’80. Με τραγούδια όπως το «Smells Like Teen Spirit», ο Κομπέιν έδωσε έκφραση στην οργή, την αλλοτρίωση, την κατάθλιψη και την αίσθηση ότι «κάτι σάπιο» υπήρχε στον πυρήνα του αμερικανικού ονείρου. Δεν μιλούσε μόνο για προσωπικό πόνο. Μιλούσε για μια γενιά που έβλεπε τον καπιταλισμό να μετατρέπει ακόμα και την εξέγερση σε προϊόν.Κι όμως, ο ίδιος ο Κομπέιν μισούσε αυτή την επιτυχία. Ένιωθε προδομένος από την ίδια τη μηχανή που τον έκανε διάσημο.
Στο σημείωμα αυτοκτονίας του, που απευθυνόταν στον φανταστικό φίλο της παιδικής του ηλικίας «Boddah», έγραφε:«Δεν νιώθω πια τον ενθουσιασμό να ακούω και να δημιουργώ μουσική… Νιώθω ένοχος πέρα από κάθε περιγραφή γι’ αυτά τα πράγματα. Για παράδειγμα, όταν σβήνουν τα φώτα backstage και αρχίζει το μανιακό ουρλιαχτό του πλήθους, δεν με αγγίζει όπως τον Freddie Mercury…» Και κατέληγε με τη φράση του Neil Young που έγινε θρυλική: «It’s better to burn out than to fade away» («Είναι καλύτερα να καείς παρά να σβήσεις αργά»).
Ο Κομπέιν πέθανε στα 27 του. Έγινε μέλος του «27 Club», μαζί με τον Jimi Hendrix, τον Jim Morrison, την Janis Joplin και άλλους. Μια ηλικία που για πολλούς συμβολίζει το απόλυτο κόστος της φήμης μέσα σε ένα σύστημα που καταπίνει τους καλλιτέχνες και τους πετάει όταν δεν είναι πια κερδοφόροι.
Τριάντα δύο χρόνια μετά, η συζήτηση για τον θάνατό του συνεχίζεται. Υπάρχουν ακόμα θεωρίες συνωμοσίας που μιλάνε για δολοφονία (με την Courtney Love στο επίκεντρο, ή ακόμα και με μεγαλύτερα συμφέροντα), αλλά η επίσημη θέση της αστυνομίας του Σιάτλ παραμένει αμετάβλητη: αυτοκτονία.
Πίσω από τις θεωρίες, όμως, κρύβεται η ουσία: ένας ευαίσθητος, ταλαιπωρημένος άνθρωπος που πάλευε με τον εθισμό, τις κρίσεις άγχους, τις στομαχικές παθήσεις και την αφόρητη πίεση να είναι «η φωνή μιας γενιάς» ενώ ο ίδιος ένιωθε άδειος.Ο Κερτ Κομπέιν δεν ήταν ήρωας. Ήταν ένας καλλιτέχνης που προσπάθησε να μείνει αυθεντικός μέσα σε έναν κόσμο που πουλάει αυθεντικότητα συσκευασμένη. Η μουσική του συνεχίζει να μιλάει σε όσους νιώθουν ότι το σύστημα τους πνίγει – όχι επειδή ήταν «τέλειος», αλλά επειδή εξέφρασε με ωμότητα την αντίφαση: να θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο μέσα από την τέχνη, ενώ η ίδια η βιομηχανία της τέχνης σε μετατρέπει σε εμπόρευμα.«Come as you are», έλεγε. Και τελικά, ήρθε όπως ήταν: σπασμένος, θυμωμένος, αληθινός.
Σήμερα, 8 Απρίλη, θυμόμαστε όχι μόνο τον θάνατό του, αλλά και το γεγονός ότι η πραγματική εξέγερση δεν χωράει μέσα σε charts και συμβόλαια δισκογραφικών. Καίγεται ή σβήνει. Και ο Κομπέιν επέλεξε να καεί.


0 Comments