Στις 17 Απρίλη 1945, μόλις τρεις εβδομάδες πριν από την απελευθέρωση της Ολλανδίας από τον φασιστικό ζυγό, οι Ναζί και οι Ολλανδοί συνεργάτες τους εκτέλεσαν την Γιανέτιε Γιόχαννα Σχαφτ – τη θρυλική «Χάνι», το «Κορίτσι με τα Κόκκινα Μαλλιά».
Ήταν μόλις 24 χρονών. Δεν την έσπασαν ούτε τα βασανιστήρια, ούτε η προδοσία, ούτε η σφαίρα. Η Χάνι Σχαφτ έπεσε μαχόμενη μέχρι την τελευταία στιγμή, σύμβολο της διεθνούς αντιφασιστικής πάλης, της νεανικής τόλμης και της αδάμαστης θέλησης ενός λαού να μην υποταχθεί στον φασισμό.
Γεννημένη στις 16 Σεπτεμβρίου 1920 στο Χάρλεμ της Ολλανδίας, η Χάνι μεγάλωσε σε μια οικογένεια που της δίδαξε την αξία της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης.
Φοιτήτρια Νομικής στο Άμστερνταμ όταν οι Ναζί εισέβαλαν στη χώρα της το Μάιο του 1940, δεν έμεινε θεατής. Αρνήθηκε να υπογράψει τη «διακήρυξη πίστης» στο Τρίτο Ράιχ που απαιτούσαν από τους φοιτητές. Άφησε το πανεπιστήμιο και μπήκε ολόψυχα στην Αντίσταση. Αρχικά μικρές πράξεις: έκλεβε ταυτότητες από πισίνες για να τις πλαστογραφήσουν και να σώσουν Εβραίους φίλους της.
Γρήγορα όμως πέρασε στην πρώτη γραμμή.Έγινε μέλος του Raad van Verzet (Συμβούλιο Αντίστασης), ενός δικτύου με στενούς δεσμούς με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ολλανδίας. Εκεί γνώρισε τις αδελφές Τρους και Φρέντι Οβερστίν, με τις οποίες αποτέλεσαν μια από τις πιο θαρραλέες τριάδες της ολλανδικής αντίστασης. Η Χάνι δεν περιορίστηκε σε ρόλο αγγελιοφόρου. Ήθελε όπλα. Μαθαίνει γερμανικά άψογα, βάφει τα κόκκινα μαλλιά της μαύρα για να περνά απαρατήρητη, αλλά η φήμη της την κυνηγά.
Οι Ναζί την αναζητούν ως «το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά». Εκτελεί αποστολές σαμποτάζ, μεταφέρει όπλα και παράνομες εφημερίδες, συγκεντρώνει πληροφορίες, κρύβει Εβραίους και αντιστασιακούς. Συμμετέχει σε δολοφονίες Ναζί αξιωματικών και Ολλανδών προδοτών-συνεργατών. Ποτέ όμως δεν δέχτηκε να βλάψει παιδιά, ακόμα και όταν της ζητήθηκε να απαγάγει τα παιδιά ενός Ναζί – η ηθική της ήταν αδιαπραγμάτευτη.
Τον Μάρτη του 1945 την πιάνουν. Την αναγνωρίζουν παρά την αλλαγή εμφάνισης. Βασανίζεται, ανακρίνεται, αλλά δεν μαρτυρά κανέναν. Την καταδικάζουν σε θάνατο. Στις 17 Απρίλη 1945, δύο Ολλανδοί Ναζί – ο Ματτέους Σμιτς και ο Μάρτεν Κούιπερ – τη μεταφέρουν στις αμμουδιές του Όβερβεν κοντά στο Μπλουμένταλ. Παρά τη συμφωνία που είχε κλείσει η κατοχική δύναμη με την ολλανδική αντίσταση να σταματήσουν οι εκτελέσεις, ο Βίλι Λάγκες (υψηλόβαθμος της Γκεστάπο) δίνει την εντολή. Ο Σμιτς πυροβολεί πρώτος. Η σφαίρα την γρατζουνάει μόνο. Η Χάνι, με το αίμα να τρέχει στο πρόσωπό της, τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει με περιφρόνηση: «Ik schiet beter!» – «Εγώ πυροβολώ καλύτερα!»
Ο Κούιπερ ολοκληρώνει το έργο με μια ριπή. Η Χάνι Σχαφτ πέφτει νεκρή στα 24 της χρόνια. Την θάβουν βιαστικά σε ρηχό λάκκο μαζί με άλλους 421 αντιστασιακούς. Δεν πρόλαβε να δει την απελευθέρωση της πατρίδας της, αλλά η θυσία της φώτισε τον δρόμο.
Μετά τον πόλεμο, το σώμα της μεταφέρεται με τιμές στο Εθνικό Νεκροταφείο Αντίστασης στο Μπλουμένταλ.
Η Βασίλισσα Βιλελμίνη της απονέμει μετά θάνατον παράσημα. Δρόμοι, σχολεία και μνημεία φέρουν το όνομά της. Γίνεται εθνική ηρωίδα, αλλά κυρίως σύμβολο της διεθνούς νεολαίας που δεν δέχτηκε ποτέ να ζήσει γονατισμένη μπροστά στον φασισμό.
Σήμερα, 80 χρόνια μετά, η μνήμη της Χάνι Σχαφτ παραμένει ζωντανή. Όχι μόνο στην Ολλανδία, αλλά σε όλη την Ευρώπη που γνώρισε τον Ναζισμό. Είναι η ίδια μνήμη που τιμάμε εδώ στην Ελλάδα: από τα βουνά της Εθνικής Αντίστασης μέχρι τα εργοστάσια και τις γειτονιές που δεν λύγισαν. Είναι η ίδια κόκκινη γραμμή που ενώνει όλους τους αγωνιστές που είπαν «όχι» στον φασισμό, τότε και τώρα.


0 Comments