«Σημαντικό είναι να κατατεθεί με ποιανού πλευρά στην ιστορία επιλέξαμε να είμαστε κι εγώ και ο Κυριάκος Ξυμητήρης»
Πηγή: Λουλάς Σταμέλος – omniatv
Με μια πολύωρη, ανυποχώρητα πολιτική και ταυτόχρονα βαθιά προσωπική τοποθέτηση, η Μαριάννα Μ. εξέθεσε ενώπιον του Β’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων τόσο τα ίδια τα γεγονότα της 31ης Οκτωβρίου 2024, όσο και την πορεία της ίδιας και του νεκρού συντρόφου της, Κυριάκου Ξυμητήρη. Η τοποθέτησή της διήρκεσε από τις 9:07 έως τις 11:45, χτες, ενώ στη συνέχεια, μετά τη μεσημεριανή διακοπή, απάντησε σε ερωτήσεις του προέδρου, Σπυρίδωνα Γεωργουλέα, της εισαγγελέα Αλεξάνδρας Πίσχοινα αλλά και της συνέδρου εφέτριας Αικατερίνης Μάσσαλη, που για πρώτη φορά από την έναρξη της δίκης υπέβαλε ερωτήσεις.
Το δικαστήριο, έχοντας ολοκληρώσει την εξέταση μαρτύρων υπεράσπισης, πέρασε από από την Πέμπτη 16 Απριλίου 2026 στις απολογίες των πέντε ατόμων που κατηγορούνται για «τρομοκρατική οργάνωση» με αφορμή το γεγονός της έκρηξης σε διαμέρισμα στους Αμπελόκηπους.
Από την πρώτη φράση της, η Μαριάννα Μ. ξεκαθάρισε: «Δεν νιώθω ότι βρίσκομαι εδώ ως κατηγορούμενη απέναντι σε ένα δικαστήριο το οποίο υπηρετεί το σύστημα εναντίον του οποίου αγωνίστηκα και εγώ και ο νεκρός σύντροφός μου», για να προσθέσει αμέσως μετά: «Είμαι εδώ ως κατήγορη». Δήλωσε ότι δεν ήρθε για να αποποιηθεί τις πολιτικές της ευθύνες, αλλά για να αμφισβητήσει ένα κατηγορητήριο «διογκωμένο και εντελώς αυθαίρετο».
Ιδιαίτερη θέση στην τοποθέτησή της είχε η υπεράσπιση της μνήμης του Κυριάκου Ξυμητήρη. Μίλησε για εκείνον ως αναρχικό αγωνιστή με διεθνιστικές, αντιφασιστικές και αντικατασταλτικές αναφορές, και ως κάποιον που «ήταν εκεί που χτυπούσε η καρδιά της σύγκρουσης». Όπως είπε, ο Κυριάκος Ξυμητήρης δεν ήταν ένα πρόσωπο που μπορεί να περιγραφεί από το περιεχόμενο μιας δικογραφίας, αλλά ένας αγωνιστής που έδρασε συνειδητά, με συνέπεια και χωρίς να συμβιβαστεί. Αντίστοιχα, παρουσίασε και τη δική της διαδρομή από το 2008 και μετά, συνδέοντάς την με τους κοινωνικούς αγώνες κατά την περίοδο της τη λιτότητας, την έξαρσης της κρατικής βίας, των αντιφασιστικών αγώνων ενάντια στη Χ.Α. και τις εμπειρίες αγώνα στην Αθήνα και στο Βερολίνο.
Η αίθουσα του Β’ Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων κατά τη διάρκεια της απολογίας της Μαριάννας Μ. | Σκίτσο: Παναγιώτης Μητσομπόνος
Στην τοποθέτησή της επέστρεψε επανειλημμένα στην 31η Οκτωβρίου 2024, περιγράφοντας εκείνη τη μέρα ως τομή που θα τη συνοδεύει για όλη της τη ζωή. Το μεγαλύτερο τίμημα, είπε, το έχει ήδη πληρώσει με τον θάνατο του Κυριάκου Ξυμητήρη και με τον δικό της βαρύ τραυματισμό. Περιέγραψε ότι ο ίδιος είχε αναλάβει τη μεταφορά και την επεξεργασία των εκρηκτικών, ενώ η δική της συνδρομή περιοριζόταν, όπως είπε, στη μεταφορά δύο όπλων και ορισμένων ακόμη υλικών στο διαμέρισμα της οδού Αρκαδίας και στην παρουσία της εκεί «σε περίπτωση που χρειαζόταν κάτι».
Σημαντικό μέρος της τοποθέτησής της, αλλά και των ερωτήσεων του προέδρου, αφιερώθηκε στο κρίσιμο ερώτημα για το πώς έγινε η έκρηξη. Η Μαριάννα Μ. Είπε ότι ούτε η ίδια γνωρίζει τι συνέβη τη στιγμή της έκρηξης, ενώ επέμεινε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ούτε ο πυροτεχνουργός της ΔΑΕΕΒ μπόρεσε να δώσει σαφή απάντηση στην έκθεσή του και, κατά την άποψή της, θα έπρεπε να έχει κληθεί να καταθέσει. Επέμεινε ότι αυτός ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να φωτίσει το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης, αν δηλαδή η έκρηξη προκλήθηκε από λάθος χειρισμό ή από ενδεχόμενη αστοχία του ίδιου του υλικού. Η ίδια δήλωσε πως θεωρεί πιθανότερη τη δεύτερη εκδοχή, και τόνισε ότι γι’ αυτόν τον λόγο είχε καταθέσει το αίτημα να γίνει συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη για τα αίτια της έκρηξης, πράγμα που επιβεβαίωσε και ο πρόεδρος του δικαστηρίου.
Ως προς την ουσία της δικής της εμπλοκής, δεν αποστασιοποιήθηκε πολιτικά. Αντίθετα, είπε ότι ο Κυριάκος Ξυμητήρης είχε επιλέξει «να αγωνιστεί με όλα τα μέσα», στρεφόμενος στην ένοπλη δράση «σε μια επαναστατική κατεύθυνση». Αποφάσισε συνειδητά να τον συνδράμει, παρότι εκείνη δεν είχε κάνει ακριβώς την ίδια επιλογή με εκείνον. Η παρουσία της στο διαμέρισμα, είπε, ήταν προϊόν «πλήρους πολιτικής επιλογής και σκέψης».
Ένα άλλο κεντρικό σκέλος της τοποθέτησής της ήταν η αναφορά της στη μη εμπλοκή των υπόλοιπων τεσσάρων συγκατηγορουμένων της. Η Μαριάννα Μ. περιέγραψε αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο αναζητήθηκε το διαμέρισμα μέσω της Δήμητρας Ζ., στην οποία είχε μιλήσει για φιλοξενούμενους από το εξωτερικό. Αναγνώρισε επίσης ως δική της αστοχία το ότι δεν υπολόγισε πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει ο διωκτικός μηχανισμός, ώστε ένας άνθρωπος «τόσο άσχετος με το περιστατικό» να μη βρεθεί απλώς ως μάρτυρας, αλλά στο εδώλιο.
Περαιτέρω ανέπτυξε συνολικότερα τα επιχειρήματά της για το ότι δεν υπήρξε «οργάνωση» όπως περιγράφεται στο κατηγορητήριο. Υποστήριξε ότι πρόκειται για μια κατασκευή χωρίς δομή, χωρίς διάρκεια και χωρίς πραγματική στοιχειοθέτηση, που στηρίζεται σε λογικές υπερβάσεις της «αντιτρομοκρατικής». Κατά την άποψή της, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει σηκώσει το βάρος της απόδειξης – όπως οφείλει – για ενάμιση χρόνο μετά τα γεγονότα, ενώ η μόνη «εξατομίκευση» που, όπως είπε, κατάφερε να κάνει το κατηγορητήριο είναι με βάση τα επαγγελματικά βιογραφικά των κατηγορουμένων και όχι με βάση πραγματικά στοιχεία κοινής οργάνωσης, σκοπού και δράσης.
Παράλληλα, αφιέρωσε εκτενή τμήματα της τοποθέτησής της στην κριτική του άρθρου 187Α, το οποίο χαρακτήρισε «νομικό υπερεργαλείο». Κατά τη δική της ανάλυση, πρόκειται για ένα πλαίσιο που επιτρέπει να διώκεται όχι μια συγκεκριμένη τετελεσμένη πράξη, αλλά ένας εκτιμώμενος κίνδυνος, μεταφέροντας το ποινικό δίκαιο από το «τι έκανες» στο «τι θα μπορούσες να κάνεις». Με βάση αυτή την οπτική, επιχείρησε να εντάξει την υπόθεσή της σε ένα ευρύτερο καθεστώς εξαίρεσης, με ειδικές αίθουσες, ειδικούς νόμους, απουσία ενόρκων και ειδική μεταχείριση για όσους το κράτος αντιμετωπίζει ως πολιτικούς αντιπάλους.
Αναφέρθηκε επίσης στους κατοίκους της πολυκατοικίας και στις ζημιές που προκάλεσε η έκρηξη. Εκεί η Μαριάννα Μ. θέλησε να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο για το αίσθημα ευθύνης που, όπως είπε, φέρει. Επέμεινε ότι ούτε η ίδια ούτε ο Κυριάκος Ξυμητήρης ήθελαν να συμβεί αυτό που συνέβη και ότι η δική τους πολιτική και ηθική δεν συνάδει με «παράπλευρες απώλειες». Είπε ότι οι ζωές των απλών ανθρώπων δεν είναι για εκείνους «αναλώσιμο υλικό» και ότι γι’ αυτό από την πρώτη στιγμή θέλησε να αναγνωρίσει την ταλαιπωρία των κατοίκων και να σταθεί απέναντί της με ευθύνη.
Η Μαριάννα Μ., ανέπτυξε εκτενώς μια συνολικότερη πολιτική επιχειρηματολογία για το κράτος, τη βία, τη νομιμότητα και το λεγόμενο «πολιτικό έγκλημα». Υποστήριξε ότι η κρατική εξουσία επιδιώκει ιστορικά να μονοπωλεί τον ορισμό της βίας, εμφανίζοντας τη δική της βία ως νόμιμη και κάθε μορφή κοινωνικής άμυνας ή πολιτικής σύγκρουσης ως εγκληματική. Έφερε παραδείγματα από τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα – εργασιακή επισφάλεια, αντιμεταναστευτική πολιτική, κατάσταση στις φυλακές, καταστροφή του συστήματος δημόσιας υγείας, λεηλασία του περιβάλλοντος, κρατικά εγκλήματα όπως τα Τέμπη, και την προθυμία εμπλοκής σε πολέμους – για να αντιστρέψει το ερώτημα περί «τρομοκρατίας» και να δείξει ότι ο φόβος και η ανασφάλεια παράγονται πρωτίστως από τις πολιτικές του κράτους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 187Α λειτουργεί ως εργαλείο απονοηματοδότησης της πολιτικής δράσης και απομόνωσης όσων επιλέγουν τη σύγκρουση.
Στο κλείσιμο της πολύωρης τοποθέτησής της, η Μαριάννα Μ. επανήλθε τόσο στην προσωπική απώλεια όσο και στην πολιτική της στάση. Επανέλαβε ότι το βάρος για ό,τι συνέβη θα το κουβαλά σε όλη της τη ζωή, αλλά ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί τη μετατροπή ενός συγκεκριμένου γεγονότος σε αφήγημα περί «οργάνωσης» και «τρομοκρατίας». Δήλωσε πως δεν νιώθει κατηγορούμενη, αλλά μέρος μιας ιστορικής και πολιτικής πλευράς «από τα κάτω», ενώ ολοκλήρωσε εμφανώς συγκινημένη, αφιερώνοντας στον Κυριάκο Ξυμητήρη το παρακάτω απόσπασμα του Βικτόρ Σερζ:
Έτσι αισθανόμασταν αθάνατοι μέχρι τη στιγμή όπου δεν αισθανόμασταν πια τίποτε. Και η ζωή συνεχιζόταν όταν η σταγόνα μας επέστρεψε ξανά στον ωκεανό. Η πίστη μου εδώ συναντά τη δική σου. Το αύριο είναι σπουδαίο. Δεν φροντίσαμε μάταια για αυτή την κατάκτηση. Αυτή η πόλη θα παρθεί, αν όχι από τα χέρια μας, τουλάχιστον από χέρια παρόμοια με τα δικά μας, αλλά πολύ πιο ισχυρά. Πιο ισχυρά, ίσως διότι σκλήρυναν περισσότερο χάρη στη δική μας αδυναμία. Αν εμείς ηττηθούμε, άλλοι άνθρωποι, τελείως διαφορετικοί από μας, τελείως ίδιοι με μας, θα κατέβουν ένα όμοιο βράδυ, σε δέκα χρόνια, σε είκοσι χρόνια, αυτό δεν έχει αλήθεια καμιά σημασία, και θα βαδίσουν σ’ αυτή τη Ράμπλα και θα ονειρεύονται την ίδια κατάσταση και ίσως να σκέφτονται το δικό μας αίμα. Ήδη, νομίζω ότι τους βλέπω και σκέφτομαι το δικό τους αίμα που θα κυλήσει κι αυτό. Αλλά θα την πάρουν την πόλη.
Το ακροατήριο απάντησε με χειροκροτήματα.
Στο ίδιο νήμα κινήθηκαν και οι απαντήσεις της στις ερωτήσεις της έδρας. Εκεί επέμεινε στην περιγραφή ότι ο σκοπός του διαμερίσματος ήταν η επεξεργασία των εκρηκτικών, ο καθαρισμός των δύο όπλων και ο έλεγχος των ηλεκτρολογικών. Αρνήθηκε να μπει σε λεπτομέρειες για ενδεχόμενο στόχο ή για τα επόμενα βήματα μετά την 31η Οκτωβρίου, ξεκαθαρίζοντας ότι πρόκειται για υποθετικά ερωτήματα και ότι το βέβαιο είναι πως δεν υπήρχε ούτε εκρηκτικός μηχανισμός, ούτε πρόθεση πυροδότησης της εκρηκτικής ύλης σε ένα διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας.
***
Το δικαστήριο διέκοψε στις 14:20 και θα συνεχίσει την, Παρασκευή 17 Απριλίου 2025 με την απολογία της Δήμητρας Ζ.


0 Comments