Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους έλληνες οπλαρχηγούς και πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821
Όπως, πολλές φορές, συμβαίνει στις περιπτώσεις προσωπικότητων που πρωταγωνιστούν στις σελίδες της Ιστορίας, έτσι και στον Γεώργιο Καραϊσκάκη τα πραγματικά ιστορικά στοιχεία και γεγονότα που συνθέτουν τη ζώη και τη δράση του περιπλέκονται σε μεγάλο βαθμό με τους θρύλους και τη μυθοπλασία.
Eνα από τα πιο δημοφιλή σενάρια για την έναρξη της ζωής του Καραϊσκάκη, μας το αφηγείται ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Σωτήρης Πατατζής στον «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 23ης Μαρτίου του 1957:
Καρπός παράνομου έρωτα
«Στα Σκουληκάρια της Άρτας ζούσε μια πεντάμορφη χήρα, η Ζωή Δεμισκή, που ένα ωραίο αποφάσισε έξαφνα ν’ απαρνηθή τα εγκόσμια και να κλεισθή σε μοναστήρι.
»Ήταν όμως πολύ νέα και πολύ φλογερή. Και κάποια μέρα που συνάντησε έξω από το μοναστήρι έναν μελαψό και λυγερόκορμο νέο, κάποιον Καραΐσκο απ’ το Μαυρομμάτι των Αγράφων, έπεσε, δίχως λέξη σχεδόν στην αγκαλιά του.
»Απ’ τους έρωτές τους γεννήθηκε ένα παιδί που τ’ ωνόμασαν ειρωνικά “Καραϊσκάκι”, γυιο του Καραΐσκού δηλαδή. Αργότερα όμως, το παιδί αυτό, με την προσωπική του αξία και με τις πράξεις του, εξάλειψε αυτόματα την υπολανθάνουσα ειρωνεία του υποκοριστικού του κι έγινε ο Καραϊσκάκης.
Το θάρρος της καλόγριας
»Είναι απίστευτο σχεδόν το θάρρος της ηρωικής εκείνης καλόγρηας. Σε μια εποχή που “πόμπευαν” ακόμα και τα κορίτσια, όταν παραστρατούσαν (τάδεναν δηλαδή ανάποδα και τα περιέφεραν σ’ όλο το χωριό με μια πατσά στο κεφάλι) η Ζωή διεκήρυξε σ’ όλον τον κόσμο το αμάρτημά της και αφιέρωσε ολόκληρη πιά τη ζωή της στην ανατροφή του παιδιού.
»Ο δυναμισμός λοιπόν που χαρακτήριζε τον Καραϊσκάκη, ήταν ένα προτέρημα που σίγουρα το κληρονόμησε απ’ τη μητέρα του, αλλά και η ακατανίκητη τάση του προς τη βωμολοχία, ήταν ένα ελάττωμα που επίσης πήγαζε από την αθυρόστομη πρώην καλόγρηα.
Στη «Σχολή» του Αλή Πασά
»Όταν έγινε έφηβος, η μητέρα του τον πήγε στη “Σχολή Ευελπίδων” της εποχής εκείνης, δηλαδή στην αυλή του Αλή Πασά, που ενθουσιάστηκε απ’ το παρουσιαστικό του νεαρού: Ήταν μελαχροινός κι’ αυτός, όπως ο πατέρας του, μέτριος στ’ ανάστημα, ξερακιανός και σβέλτος, με πλατύ μέτωπο, κατάμαυρα μαλλιά και μάτια που πετούσαν σπίθες.
»Αλλά πολύ γρήγορα τα χάλασε με τον αφέντη του, γιατί δεν εννοούσε να συμμορφωθή με τους αυστηρούς κανονισμούς που είχε επιβάλει ο Αλής στο περιβάλλον του.
Κλεφτουριά
»Όταν τον έκλεισαν λοιπόν στη φυλακή, τόσκασε και έγινε κλέφτης, κοντά στους θρυλικούς Κατσαντωναίους, όπου διακρίθηκε αμέσως για την παλληκαριά του, την εξυπνάδα του, τις έμφυτες στρατιωτικές του αρετές.
»Τον προβίβασαν σε “πρωτοπαλλήκαρο”. Και μετά το θάνατο του Κατσαντώνη, τον βλέπουμε να γίνεται αμέσως συναρχηγός στο απορφανισμένο σώμα, μαζί με τον Τσόγκα, τον Πάγκαλο και τον Φραγκίστα.
»Η κλεφτουριά είχε γίνει πια μεγάλη πληγή για τον Αλή Πασά. Για ν’ απαλλαγή μια και καλή από τους κλέφτες, έκανε ένα είδος εκκαθαριστικών επιχειρήσεων με ισχυρότατες δυνάμεις. Ο Καραϊσκάκης όμως μαζί με τους άλλους αντιστάθηκε έναν ολόκληρο χρόνο πάνω στ’ Άγραφα.
»Αλλά στο τέλος, ό,τι δεν κατάφερε ο Αλή Πασάς με το στρατό, το πέτυχε για λογαριασμό του ο τρομερός χειμώνας που ξέσπασε εκείνη τη χρονιά.
»Οι κλέφτες αποκλείσθηκαν στα χιόνια δίχως τρόφιμα και δίχως πυρομαχικά κι αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τον αγώνα και να αποβιβασθούν στη Λευκάδα, που ήταν τότε αγγλοκρατούμενη.
»Εκεί, πίστευαν πως θα έμεναν απερίσπαστοι για να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους. Οι Άγγλοι όμως, ύστερα από σχετικά διαβήματα του Αλή Πασά, προθυμοποιήθηκαν να τους “απελάσουν”, δηλαδή να τους παραδώσουν στον εχθρό, που τους περίμενε στην αντίπερα όχθη.
Πάλι στον Αλή
»Έτσι ο Καραϊσκάκης έπεσε πάλι στα χέρια του Αλή, που τον κατέταξε αυτή τη φορά στους άντρες της προσωπικής τους σωματοφυλακής, στους “τζοχανταραίους”. Αλλά ο ατίθασος γυιος της καλογρηάς, μόλις βρήκε την ευκαιρία, τόσκασε ξανά και πήγε να πολεμήση με τον πασά Βιδινίου, Πεσβάν – Ογλού, που είχε έρθει τοτε σε σύγκρουση με τον Αλή Πασά.
»Μετά τη συντριβή του Πεσβάν-Ογλού, ο Καραϊσκάκης ξανάπεσε στα χέρια του πρώην αφέντη του, ο οποιος όμως του είχε ιδιαίτερη αδυναμία και όχι μόνο δεν τον τιμώρησε, παρά τον πάντρεψε κιόλας με την Γκόλφω, κόρη μιας προστατευόμενής του οικογένειας.
Στην Επανάσταση
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης υιοθετεί μια μάλλον αντιφατική στάση.
Στο «ΒΗΜΑ» της 22ας Ιουνίου 2021 ο Μάρκος Καρασαρίνης, αναφερόμενος στο βιβλίο του ιστορικού Διονύση Τζάκη «Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη. Από τον κλεφταρματολό στον επαναστάτη» γράφει:
«Εμπειρος, ικανός, αξιόμαχος επιχειρησιακός αρχηγός, [ο Καραϊσκάκης] στερείται ωστόσο της εδαφικής βάσης που συνοδεύει την αρματολική εξουσία. Ενδεικτική τόσο των φιλοδοξιών του όσο και της ρευστότητας των δεδομένων στην περιοχή είναι η “αταξία των Αγράφων” το 1822, όταν η παρουσία του Καραϊσκάκη με τη συνεννόηση του οπλαρχηγού Ανδρέα Ισκου και την άδεια της “Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος” υπονομεύει την αρχηγία του Γιαννάκη Ράγκου, την οποία είχε προηγουμένως εγκρίνει η ίδια τοπική αρχή.
»Καθώς οι επαναστατικές προτεραιότητες εμπλέκονται ακόμη με τις τοπικές ισορροπίες ισχύος, ο Καραϊσκάκης συμβάλλει στην εκδίωξη των οθωμανικών φρουρών και θέτει σε τάξη την επαρχία, φροντίζει όμως να οριστεί ως τοποτηρητής των Αγράφων και από τους Οθωμανούς.
»Τη δεδομένη χρονική στιγμή οι ορεινές επαρχίες είχαν διαμορφωθεί σε ενδιάμεση ζώνη μεταξύ των εμπολέμων και τα “καπάκια” εξέφραζαν αυτή την προσωρινότητα στο πλαίσιο της οποίας “η στρατιωτική και η εν γένει δράση του [Καραϊσκάκη] δεν υπηρετούσαν με τρόπο αποκλειστικό ούτε τα στρατιωτικά σχέδια της οθωμανικής πλευράς ούτε της ελληνικής”.
»Οι αντιφάσεις της στάσης αυτής διαφαίνονται από το φθινόπωρο του 1822, όταν καλείται από τη Διοίκηση να συνδράμει στην πολιορκία του Μεσολογγίου: απρόθυμος να εγκαταλείψει την επαρχία του, στέλνει στρατιώτες και υποσχέσεις, εκείνος όμως δεν μετακινείται.
»Για τον ίδιο οι συνθήκες με την οθωμανική πλευρά έχουν εργαλειακό χαρακτήρα (“κλείω την ειρήνην τώρα· δεν με άρεσεν μεθαύριο, τη χέζω”), παρά όμως το ότι μιλά ήδη τη γλώσσα του “έθνους”, βλέπει ακόμη το «Ρωμαίικο» ως άθροισμα επικρατειών οπλαρχηγών.
»Καταλύτης αποδεικνύεται τελικά η διαμάχη με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και η “πολιτική δίκη” με την κατηγορία της προδοσίας. Κατανοώντας την ισχύ της κεντρικής εξουσίας και εντασσόμενος στο κοινωνικοπολιτικό δίκτυο του Ιωάννη Κωλέττη, ο Καραϊσκάκης αποδέχεται πως το κύρος και η αυθεντία πλέον πηγάζουν από τις δυνατότητες που προσφέρουν οι μηχανισμοί της Διοίκησης: βαθμοί, στρατιωτικοί ρόλοι, αριθμός μισθοδοτούμενων ανδρών.
»Στη λογική αυτή τοπαρχία δεν υφίσταται, ο ρόλος των διαπραγματεύσεων με τους οθωμανούς παράγοντες για την απόσπαση προνομίων ακυρώνεται.
»Η πατρίδα είναι ενιαία, η κυβέρνηση «βασίλισσα», όπως προκύπτει από επιστολές και λεγόμενά του. Το 1826-1827 ο Καραϊσκάκης αποδεικνύεται έτσι εμπνευσμένος ηγέτης ενός «στρατού άτακτων μαχητών που διατηρούσαν τα παραδοσιακά οργανωτικά χαρακτηριστικά τους, αλλά πολεμούσαν με σχέδιο και με ιδεολογία υπό την καθοδήγηση της Διοίκησης».
_____________________________
Οι έρωτες του Καραϊσκάκη
Του Κυριάκου Δ. Σκιαθά – Εκπαιδευτικού – συγγραφέα, “Αιρετικά”
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια μεγαλώνοντας σε ξένα χέρια με πολύ ξύλο και περιφρόνηση. Οκτάχρονος ορφάνεψε και από μάνα – έτσι δίχως κάνα γονιό έπρεπε να παλέψει σκληρά για να επιβιώσει. Μεγαλώνοντας βρέθηκε στα Γιάννενα, στο μεγάλο πολεμικό σχολείο για τη ρωμιοσύνη. Εκεί παντρεύτηκε με την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου (ή Αλεξανδρογιαννάκη κατ’ άλλους). Μερικοί λένε πως η Γκόλφω στάθηκε μια από τις «τσούπρες» του πασά· ποιος να ξέρει; Εκείνο που ξέρουμε είναι πως ο Αλή Πασάς αφού γλένταγε για κάμποσο τις γυναίκες, φρόντιζε έπειτα ο ίδιος να τις παντρέψει. Ο Καραϊσκάκης ανεξάρτητα με τι ισχύει αγάπησε πολύ την Γκόλφω.
Αν και οικογενειάρχης, παντρεμένος με παιδιά, κουβαλούσε μαζί του στις μάχες, από τα μέσα περίπου της επανάστασης, μια όμορφη Τουρκοπούλα που είχε εκχριστιανιστεί, την περίφημη Μαριώ (ή Μαργιώ ή Μαριγώ). Η σχέση του αυτή έδωσε τροφή για κουτσομπολιά και
αμαύρωσε την ηθική του.
Ο Καραϊσκάκης συνάντησε τη Μαριώ το 1825 στην Πελοπόννησο και από τότε τον ακολουθούσε σε όλους τους πολέμους. Για να μην την ξεχωρίζουν οι εχθροί, η Μαριώ ήταν ντυμένη αντρικά με φέσι και φουστανέλα και τη φώναζαν Ζαφείρη. Ωρες ολόκληρες ξενυχτούσε δίπλα του όταν τον βασάνιζαν οι θέρμες της αρρώστιας του.
Στα τέλη του 1825 ο Καραϊσκάκης πήγε στον Κάλαμο όπου βρισκόταν η Γκόλφω με τις δυο ανήλικες κόρες του. Πήρε μαζί του και τον φύλακα-άγγελό του, τη Μαριώ. Ο Ζαφείρης (Μαριώ) μπήκε στο μαγειρείο και ρίχτηκε στις δούλες και άρχισε τις τσιμπιές, τα γαργαλητά, τα φιλιά. Εβαλαν τις φωνές εκείνες και έτρεξαν στην καπετάνισσα. Εξοργισμένη αυτή ζήτησε εξηγήσεις από τον άντρα της. Αυτός πρόσταξε να φέρουν μπροστά του τον «ερωτύλο» για να τον επιπλήξει. Βλέποντας να του κουβαλάνε τον Ζαφείρη ξέσπασε στα γέλια. Η Γκόλφω παραπονέθηκε στον Καραϊσκάκη γιατί κουβαλούσε μαζί του την Τουρκοπούλα. Αυτός για να ελαφρύνει τη στιγμή απάντησε με τη γνωστή αθυροστομία του; «Εγνοια σου μουρή, έχω και για σένα μπούτσο! Μη μου χολιάζεις [θυμώνεις]».


0 Comments