Δεν χρειάζεται να μας πείσει κανείς για τον δήθεν «φιλολαϊκό ζήλο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Λάουρα Κοβέσι δεν εμφανίστηκε στους Δελφούς ως λευκός ιππότης της δικαιοσύνης, ούτε ως προστάτιδα των λαϊκών συμφερόντων. Μίλησε, όμως, με τη γνωστή της ωμότητα και έβαλε το δάχτυλο ακριβώς πάνω στην πληγή.
«Δεν θα με πείσει κανείς ότι η απάτη αποτελεί μέρος της δουλειάς ενός πολιτικού», είπε. Και συμπλήρωσε με ακόμη πιο αιχμηρό τρόπο: «Αν κάποιος διαπράξει απάτη στην Ελλάδα, επιστρέφει τα χρήματα και μένει ελεύθερος. Πώς είναι δυνατόν αυτό;».
Αυτή είναι η ουσία. Όχι γιατί ξαφνικά η ευρωπαϊκή εισαγγελία ανακάλυψε τη διαφθορά, ούτε γιατί ενδιαφέρεται για τη μοίρα του λαού, αλλά γιατί ακόμη και μέσα στους ίδιους τους μηχανισμούς του ευρωπαϊκού συστήματος η ελληνική εκδοχή της ατιμωρησίας προκαλεί πλέον αμηχανία και σοκ.
Η ίδια η Κοβέσι το είπε καθαρά: δεν υπάρχει «καθαρή» χώρα. Η διαφθορά υπάρχει παντού. Στην Ελλάδα, όμως, το πρόβλημα δεν είναι απλώς η ύπαρξή της. Είναι ότι η ατιμωρησία έχει αναχθεί σε θεσμικό κανόνα. Έχει αποκτήσει σχεδόν συνταγματική προστασία. Το πολιτικό προσωπικό απολαμβάνει ένα καθεστώς ασυλίας που λειτουργεί ως θώρακας για υπουργούς, βουλευτές και κρατικούς αξιωματούχους, ακόμη και όταν μιλάμε για οργανωμένη απάτη γύρω από ευρωπαϊκά κονδύλια.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του ζητήματος. Δεν πρόκειται για «παθογένεια» με την ουδέτερη έννοια του όρου. Δεν πρόκειται για μια διοικητική δυσλειτουργία που θα θεραπευτεί με λίγη περισσότερη «διαφάνεια». Πρόκειται για δομικό χαρακτηριστικό ενός συστήματος που λειτουργεί με βάση το κέρδος, τη διαπλοκή, την εξυπηρέτηση συμφερόντων και την ταξική κυριαρχία.
Η σύγκρουση, λοιπόν, είναι βαθιά πολιτική, ταξική και συμφεροντολογική. Δεν έχουμε μπροστά μας κάποια ξαφνική ηθική αφύπνιση των ευρωπαϊκών θεσμών. Έχουμε μια εσωτερική ρύθμιση λογαριασμών στο εσωτερικό του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Όταν η σήψη γίνεται τόσο προκλητική ώστε να απειλεί τη συνοχή και τη νομιμοποίηση του ίδιου του συστήματος, τότε κάποιοι μηχανισμοί ενεργοποιούνται για να τη συμμαζέψουν. Όχι για να την εξαλείψουν, αλλά για να την καταστήσουν ξανά διαχειρίσιμη.
Η Κοβέσι δεν μιλά ως «ουδέτερη» τεχνοκράτης. Εκφράζει μια μορφή ευρωπαϊκής ταξικής δικαιοσύνης που επιχειρεί να βάλει όρια στην πιο χυδαία και απροκάλυπτη πλευρά της διαφθοράς. Όχι επειδή αμφισβητεί τον πυρήνα του συστήματος, αλλά επειδή επιδιώκει να τον προστατεύσει από την ίδια του τη σαπίλα.
Στη Ρουμανία έδειξε ότι μπορεί να φτάσει πολύ ψηλά, να αγγίξει πρωθυπουργούς, υπουργούς και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Στην Ελλάδα, η δήλωσή της τον Μάη του 2025 ότι «η ατιμωρησία τελείωσε» δεν ήταν απλώς μια επικοινωνιακή ατάκα. Ήταν ένα μήνυμα προς το εγχώριο πολιτικό σύστημα ότι το καθεστώς της ασυδοσίας δεν θεωρείται πλέον αυτονόητο ούτε καν από ορισμένα τμήματα του ευρωπαϊκού μηχανισμού.
Και σήμερα, με τις έρευνες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ να πλησιάζουν υπουργούς και βουλευτές της ΝΔ, το ζήτημα της ασυλίας μπαίνει εκ νέου στο στόχαστρο. Αν προκύψουν νέα στοιχεία, νέες δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων ή νέα αιτήματα για άρση ασυλίας, η κυβέρνηση μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρό πολιτικό πρόβλημα, ιδίως σε μια περίοδο -παρά τα όσα παρουσιάζουν οι δημοσκοπήσεις- που το πολιτικό σκηνικό παραμένει τόσο ρευστό.
Το ελληνικό πολιτικό προσωπικό, ανεξαρτήτως κομματικής απόχρωσης, έχει διαπαιδαγωγηθεί μέσα στην πεποίθηση ότι ο νόμος ισχύει για τους πολλούς και όχι για τους λίγους. Ότι η ποινική αυστηρότητα εξαντλείται στον φτωχό, στον εργαζόμενο, στον νεολαίο, στον κοινωνικά αδύναμο, ενώ για την πολιτική και οικονομική ελίτ υπάρχει πάντα μια δίοδος διαφυγής, μια θεσμική χαραμάδα, ένα προστατευτικό δίχτυ.
Αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί η Κοβέσι. Όχι επειδή έρχεται να ανατρέψει το σύστημα, αλλά επειδή δεν αποδέχεται αδιαμαρτύρητα το γνώριμο ελληνικό «έτσι γίνονται εδώ τα πράγματα». Δεν είναι ο συνηθισμένος έλληνας εισαγγελικός λειτουργός που ενσωματώνεται στον μηχανισμό συγκάλυψης, αδράνειας ή πειθαρχημένης ανοχής. Είναι μια σκληρή κρατική λειτουργός, δοκιμασμένη σε πραγματικές συγκρούσεις, που έχει αποδείξει ότι μπορεί να πιέσει, να επιμείνει και να χτυπήσει ψηλά.
Από εκεί και πέρα, δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες. Ο καπιταλισμός χωρίς διαφθορά δεν υπάρχει. Είναι αντίφαση στους όρους. Είναι σαν να ζητά κανείς από τον λύκο να γίνει χορτοφάγος. Η διαφθορά δεν αποτελεί μια τυχαία εκτροπή ούτε ένα «τεχνικό πρόβλημα διαχείρισης». Είναι φυσική απόληξη ενός συστήματος που στηρίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από λίγους, στη μετατροπή κάθε κοινωνικής ανάγκης σε πεδίο κέρδους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι μίζες, οι πελατειακές σχέσεις, τα σκάνδαλα, οι πολιτικές καλύψεις και η θεσμοθετημένη ασυλία δεν είναι εξαιρέσεις. Είναι λειτουργικά εργαλεία αναπαραγωγής της εξουσίας. Το πολιτικό σύστημα είναι φτιαγμένο όχι για να ξεριζώνει αυτές τις πρακτικές, αλλά για να τις απορροφά, να τις εξωραΐζει και, όταν χρειάζεται, να τις συγκαλύπτει.
Γι’ αυτό και η παρέμβαση της Κοβέσι στους Δελφούς έχει τη σημασία της. Όχι επειδή φέρνει τη λύση, αλλά επειδή αποκαλύπτει την υποκρισία του ίδιου του συστήματος. Φωτίζει το γεγονός ότι ακόμη και στο εσωτερικό του νεοφιλελεύθερου μηχανισμού αναπτύσσονται αντιθέσεις όταν η σήψη γίνεται ανεξέλεγκτη.
Η πραγματική απάντηση, βέβαια, δεν μπορεί να είναι η αναμονή ενός ευρωπαϊκού εισαγγελικού σωτήρα. Δεν θα «καθαρίσει» την Ελλάδα ούτε η ΕΕ ούτε μια αποφασισμένη ρουμάνα εισαγγελέας. Το καθήκον είναι άλλο: να αναδειχθεί ότι η διαφθορά είναι συστημική, ότι η ατιμωρησία είναι πολιτική επιλογή και ότι μόνο μια ριζική κοινωνική ανατροπή, προς μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, μπορεί να βάλει τέλος σε αυτή τη χρόνια και οργανική σήψη.
Μέχρι τότε, η Κοβέσι θα συνεχίσει να ενοχλεί. Και το πολιτικό κατεστημένο θα συνεχίσει να ιδρώνει. Αυτό, από μόνο του, δεν είναι η λύση. Είναι όμως μια ένδειξη ότι οι ρωγμές υπάρχουν — και ότι η σαπίλα δεν μπορεί πλέον να κρύβεται τόσο εύκολα.



2 Comments