Η διπλανή είδηση που ήρθε στη δημοσιότητα σαν σήμερα πριν από τέσσερα χρόνια δεν ήταν ένα ακόμη στιγμιότυπο «τοξικότητας». Ήταν μια ρωγμή. Μια σύντομη αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί πραγματικά η εξουσία στην Ελλάδα.
Ο γιος του Κυριάκου Μητσοτάκη, σε ηλικία που η συντριπτική πλειοψηφία των νέων παλεύει για μια απλή πρακτική ή για μια κακοπληρωμένη πρώτη δουλειά, βρέθηκε να κάνει πρακτική στο γραφείο Ισπανού ευρωβουλευτή. Χωρίς διαδικασίες. Χωρίς ανταγωνισμό. Χωρίς να δοκιμαστεί.
Με ένα και μόνο «προσόν»: το επώνυμο.
Αυτό δεν είναι εξαίρεση. Είναι ο κανόνας.
Δεν μιλάμε για «πατρική βοήθεια». Μιλάμε για κληρονομικό δικαίωμα στην εξουσία. Για ένα καθεστώς όπου τα παιδιά της πολιτικής τάξης μεταφέρονται σχεδόν αυτόματα από προνόμιο σε προνόμιο, την ώρα που οι υπόλοιποι καλούνται να αποδείξουν την αξία τους ξανά και ξανά — συνήθως χωρίς αντίκρισμα.
Η λεγόμενη «αριστεία» τους αποδεικνύεται, για άλλη μια φορά, ένα κενό σύνθημα. Γιατί όταν έρθει η ώρα, αυτό που μετράει δεν είναι ούτε οι σπουδές, ούτε οι ικανότητες, ούτε η προσπάθεια. Είναι οι γνωριμίες, οι διασυνδέσεις και –πάνω απ’ όλα– το όνομα.
Ο Γιώργος Κύρτσος εξέφρασε αυτή την πραγματικότητα με έναν τρόπο που ίσως δεν είναι ο πιο ενδεδειγμένος. Όμως η ουσία δεν βρίσκεται στον τόνο, αλλά στο περιεχόμενο.
Και το περιεχόμενο είναι αμείλικτο:Η οικογενειοκρατία δεν είναι παρεκτροπή του συστήματος. Είναι ο πυρήνας του.
Η ελληνική ελίτ –πολιτική, οικονομική, μιντιακή– δεν ανανεώνεται. Αναπαράγεται. Λειτουργεί σαν κλειστό κύκλωμα που προστατεύει τα δικά του παιδιά και αποκλείει συστηματικά όσους βρίσκονται εκτός.
Από τα ευρωπαϊκά γραφεία μέχρι τα διοικητικά συμβούλια και από τις ΜΚΟ μέχρι τα κέντρα λήψης αποφάσεων, το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται: οι «δικοί τους» μπαίνουν μπροστά, οι υπόλοιποι μένουν στην απ’ έξω.
Και μετά μας μιλούν για «ίσες ευκαιρίες».
Ο «πορφυρογέννητος» δεν είναι απλώς μια φιγούρα. Είναι η συμπύκνωση ενός σάπιου μοντέλου εξουσίας που αντιμετωπίζει το κράτος και τους θεσμούς ως οικογενειακή υπόθεση.
Και όσο αυτό το μοντέλο μένει ανέγγιχτο, η κοινωνική οργή δεν θα υποχωρεί — θα συσσωρεύεται.
Η ερώτηση δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα.


0 Comments