Η Ηλιούπολη βυθίστηκε σήμερα στο πένθος. Δύο κορίτσια, μόλις 17 χρονών, δύο συμμαθήτριες που είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους, βρέθηκαν στο κενό από την ταράτσα πολυκατοικίας στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου. Η μία άφησε την τελευταία της πνοή λίγο αργότερα, ενώ η δεύτερη δίνει μάχη για να κρατηθεί στη ζωή στο Ασκληπιείο Βούλας.
Μια τραγωδία που δεν χωρά σε λέξεις. Μια είδηση που παγώνει την κοινωνία και ταυτόχρονα την αναγκάζει να κοιτάξει κατάματα μια πραγματικότητα που συχνά προτιμά να αγνοεί: την ασφυκτική πίεση που βιώνουν χιλιάδες νέοι άνθρωποι μέσα σε μια κοινωνία αβεβαιότητας, ανταγωνισμού και ψυχικής εξάντλησης.
Οι πληροφορίες που έρχονται στο φως προκαλούν ανατριχίλα. Τα δύο κορίτσια ανέβηκαν στην ταράτσα, κλείδωσαν πίσω τους την πόρτα και έπεσαν μαζί, πιασμένες χέρι-χέρι. Δίπλα τους βρέθηκε σημείωμα με λίγες μόνο λέξεις: «Συγγνώμη… σας αγαπάμε πολύ».
Λέξεις βαριές. Λέξεις που αποτυπώνουν τον πόνο, την απόγνωση, αλλά και το αβάσταχτο αίσθημα ενοχής που πολλές φορές κουβαλούν άνθρωποι οι οποίοι φτάνουν να πιστέψουν ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος.
Κανείς δεν μπορεί ακόμη να γνωρίζει με βεβαιότητα τι οδήγησε αυτά τα δύο παιδιά σε αυτή την πράξη. Οι έρευνες των Αρχών βρίσκονται σε εξέλιξη. Όμως υπάρχει ένα γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: η ψυχική υγεία των εφήβων βρίσκεται εδώ και χρόνια σε κατάσταση συναγερμού και η κοινωνία αντιμετωπίζει το πρόβλημα είτε αποσπασματικά είτε υποκριτικά.
Στην Ελλάδα των Πανελληνίων, της αδιάκοπης αξιολόγησης και της «αριστείας» με κάθε κόστος, χιλιάδες μαθητές μεγαλώνουν με την αίσθηση ότι η αξία τους μετριέται αποκλειστικά με βαθμούς, επιδόσεις και επιτυχίες. Από μικρή ηλικία μαθαίνουν ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν πως είναι «αρκετοί». Ότι δεν επιτρέπεται να λυγίσουν. Να αποτύχουν. Να κουραστούν.
Κι όμως, πίσω από τα φροντιστήρια, τα διαγωνίσματα και την ατελείωτη πίεση, υπάρχουν παιδιά που ασφυκτιούν σιωπηλά. Παιδιά που φοβούνται να μιλήσουν για το άγχος, τη θλίψη ή την απελπισία τους γιατί έχουν μάθει ότι «πρέπει να αντέχουν». Παιδιά που μεγαλώνουν σε μια κοινωνία όπου η ανασφάλεια για το μέλλον, η οικονομική πίεση, η μοναξιά και η διάλυση των συλλογικών δεσμών βαραίνουν όλο και περισσότερο τις νεότερες γενιές.
Ας το πούμε καθαρά: δεν αρκούν τα τηλεοπτικά δάκρυα ούτε οι πρόσκαιρες εκκλήσεις για «ευαισθησία». Χρειάζονται δημόσιες δομές ψυχικής υγείας στα σχολεία, στήριξη των οικογενειών, ανθρώπινα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα και μια κοινωνία που να βλέπει τα παιδιά ως ανθρώπους και όχι ως μηχανές επιδόσεων.
Η αυτοκτονία δεν είναι «αδυναμία». Είναι συχνά η τελευταία κραυγή ενός ανθρώπου που νιώθει ότι πνίγεται χωρίς να βρίσκει χέρι να κρατηθεί. Και γι’ αυτό η ευθύνη δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στο άτομο ή στην οικογένεια. Είναι και κοινωνική. Είναι και πολιτική.
Εκφράζουμε τα πιο βαθιά μας συλλυπητήρια στην οικογένεια της 17χρονης που χάθηκε τόσο άδικα και ευχόμαστε με όλη μας την καρδιά η δεύτερη κοπέλα να καταφέρει να βγει νικήτρια από αυτή τη μάχη.
Καμιά οικογένεια δεν πρέπει να ζει τέτοιο εφιάλτη.
Κανένα παιδί δεν πρέπει να φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι δεν υπάρχει ελπίδα.
Και καμία κοινωνία δεν μπορεί να λέγεται ανθρώπινη όταν αφήνει τη νεολαία της να βυθίζεται σιωπηλά στην απόγνωση.


0 Comments