Η πρόσφατη είδηση για τη μήνυση που κατέθεσαν στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος η νομική σύμβουλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, Κατερίνα Φραγκάκη, και ο σύζυγός της, δημοσιογράφος Δημήτρης Χριστούλιας, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα: πού τελειώνει η προστασία από τις πραγματικές απειλές και πού αρχίζει η ποινικοποίηση της δημόσιας κριτικής;
Η υπόθεση συνδέεται με σχόλια και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη και τις θεσμικές παρεμβάσεις του ΙΣΑ. Προφανώς, κανείς δεν μπορεί να υπερασπιστεί απειλές, εκβιασμούς ή χυδαίες προσωπικές επιθέσεις. Άλλο όμως αυτό και άλλο η δημιουργία ενός κλίματος όπου κάθε οξύτατη, δυσάρεστη ή πολιτικά φορτισμένη κριτική μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εν δυνάμει ποινικό αδίκημα.
Η επίκληση της «προστασίας της προσωπικότητας» είναι απολύτως θεμιτή όταν υπάρχει πραγματική προσβολή δικαιωμάτων. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι πώς οριοθετείται αυτή η προστασία ώστε να μη μετατραπεί σε εργαλείο αποθάρρυνσης της δημόσιας κριτικής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά της κ. Φραγκάκη σε «συγκεκριμένο κόμμα» και σε πολιτικά κίνητρα πίσω από τις διαδικτυακές επιθέσεις. Μια τέτοια καταγγελία, εφόσον διατυπώνεται δημόσια, χρειάζεται συγκεκριμένα στοιχεία και όχι απλές υπόνοιες. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργείται ένα επικίνδυνο προηγούμενο: η έντονη πολιτική αντιπαράθεση να παρουσιάζεται συλλήβδην ως οργανωμένη «ψηφιακή τρομοκρατία».
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Το διαδίκτυο δεν είναι χώρος ασυδοσίας. Αλλά δεν μπορεί να γίνει ούτε χώρος αποστειρωμένης σιωπής.
Δημόσια πρόσωπα, θεσμοί, οργανισμοί και εκπρόσωποι της δημόσιας ζωής είναι αυτονόητο ότι υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Η κριτική αυτή μπορεί να είναι σκληρή, ενοχλητική, ακόμη και οργισμένη. Η δημοκρατική κοινωνία οφείλει να διαχωρίζει με σαφήνεια την απειλή και την παράνομη παρενόχληση από την πολιτική άποψη, τη σάτιρα και τη σκληρή δημόσια κριτική.
Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να προστατεύονται οι πολίτες από απειλές — φυσικά και πρέπει. Είναι αν, στο όνομα αυτής της προστασίας, θα δημιουργηθεί ένα περιβάλλον όπου ο φόβος μιας μήνυσης, μιας προκαταρκτικής εξέτασης ή μιας άρσης απορρήτου θα λειτουργεί ως μηχανισμός αυτολογοκρισίας.
Γιατί τότε η συζήτηση παύει να αφορά απλώς την «ευγένεια» ή τον «ψηφιακό πολιτισμό». Αφορά τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης, της δημόσιας κριτικής και της ιδιωτικότητας στην ψηφιακή εποχή.
Και αυτά τα όρια χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή. Όχι μόνο για να προστατεύονται όσοι δέχονται πραγματικές απειλές, αλλά και για να διασφαλίζεται ότι η δημόσια κριτική -όσο σκληρή κι αν είναι – δεν θα καταλήξει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί με την αστυνομία και τα δικαστήρια.
Υ.Γ. Τα τελευταία χρόνια έχουμε παρακολουθήσει ουκ ολίγα επεισόδια από το ελληνικό «θέατρο του παραλόγου» γύρω από τις αναρτήσεις στο διαδίκτυο. Εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές να κινητοποιούνται με αξιοσημείωτη ταχύτητα για αναρτήσεις και σατιρικές σελίδες.


0 Comments