Την ώρα που η εργατική τάξη, η νεολαία και τα λαϊκά στρώματα ασφυκτιούν κάτω από το βάρος μιας ολοένα και βαθύτερης στεγαστικής κρίσης, οι «άριστοι» του κυβερνητικού θιάσου εξακολουθούν να απολαμβάνουν προνόμια και διευκολύνσεις που για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία μοιάζουν με σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Η νέα αποκάλυψη της εφημερίδας Documento φέρνει στο προσκήνιο μια υπόθεση που γεννά σοβαρά πολιτικά και ηθικά ερωτήματα. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μιχάλης Μπεκίρης, κουμπάρος και στενός συνεργάτης του Κυριάκου Μητσοτάκη, καθώς και διευθυντής του πολιτικού του γραφείου, φέρεται να αγόρασε πολυτελή κατοικία στην Πάτρα έναντι 194.000 ευρώ.
Κι εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Στο ίδιο συγκρότημα, για ακίνητα αντίστοιχων χαρακτηριστικών, άλλοι αγοραστές φέρονται να κατέβαλαν από 360.000 έως 425.000 ευρώ. Μια τεράστια διαφορά στην τιμή, που απαιτεί σαφείς απαντήσεις: Πώς εξηγείται αυτή η απόκλιση; Ποιες συνθήκες επέτρεψαν μια τόσο ευνοϊκή αγορά; Και ποια σχέση έχουν όλα αυτά με τις προσβάσεις και τις διασυνδέσεις στον στενό κύκλο της κυβερνητικής εξουσίας;
Γιατί στην Ελλάδα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η στεγαστική κρίση έχει δύο εντελώς διαφορετικά πρόσωπα.
Από τη μία, ο κόσμος της εργασίας: εργαζόμενοι που βλέπουν τον μισθό τους να εξανεμίζεται στα πανάκριβα ενοίκια, νέοι που αναβάλλουν επ’ αόριστον την αυτονόμησή τους, οικογένειες που μετρούν ευρώ για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, άνθρωποι αντιμέτωποι με τον κίνδυνο της έξωσης και των πλειστηριασμών.
Από την άλλη, ο κόσμος της εξουσίας: οι εκλεκτοί του πολιτικού συστήματος, που εμφανίζονται να αποκτούν ακίνητα με όρους εντελώς διαφορετικούς από εκείνους που αντιμετωπίζει η κοινωνική πλειοψηφία. Για τους πολλούς, η κατοικία μετατρέπεται σε άπιαστο όνειρο. Για τους λίγους, φαίνεται πως μπορεί να αποτελεί μια εξαιρετικά προνομιακή συναλλαγή.
Δεν πρόκειται απλώς για μια υπόθεση που αφορά την τιμή ενός ακινήτου. Πρόκειται για ένα ερώτημα βαθιά πολιτικό: Ποιοι πληρώνουν το τίμημα της στεγαστικής κρίσης και ποιοι καταφέρνουν να εξασφαλίζουν ευνοϊκούς όρους μέσα σε αυτήν;
Αυτή είναι η ταξική ανισότητα στην πράξη. Μια κοινωνία όπου η κατοικία, αντί να αποτελεί αυτονόητο κοινωνικό δικαίωμα, αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και πεδίο κερδοφορίας, ενώ οι όροι της αγοράς δεν επιβαρύνουν όλους με τον ίδιο τρόπο.
Και όσο οι κυβερνητικοί παράγοντες καλούνται να δώσουν εξηγήσεις για τέτοιες υποθέσεις, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη να ανοίξει η συζήτηση για το ποιος ελέγχει τον πλούτο, ποιος καρπώνεται τα προνόμια και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό.
Γιατί η στέγη δεν είναι πολυτέλεια ούτε επενδυτικό παιχνίδι για τους έχοντες. Είναι κοινωνικό δικαίωμα. Και η υπεράσπισή του απαιτεί σύγκρουση με την κερδοσκοπία στην κατοικία, με την πολιτική που αφήνει τις λαϊκές ανάγκες στο έλεος της αγοράς και με ένα σύστημα που διευρύνει διαρκώς το χάσμα ανάμεσα στους πολλούς που στερούνται και στους λίγους που ευνοούνται.



0 Comments