Αυτή τη στιγμή στη Θεσσαλονίκη, η αστυνομία επιχειρεί να βάλει φραγμό στις αντιφασιστικές κινητοποιήσεις, την ώρα που έχει ανακοινωθεί η απαγόρευση των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων σε μεγάλο τμήμα του κέντρου της πόλης. Στόχος είναι να εμποδιστούν τα εργατικά σωματεία, οι συλλογικότητες και οι μαζικοί φορείς που διαδηλώνουν ενάντια στην προκλητική προσπάθεια πραγματοποίησης φασιστοσύναξης του καταδικασμένου για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, πρώην στελέχους της Χρυσής Αυγής, Ηλία Κασιδιάρη, σε ξενοδοχείο της πόλης.
Η πρόκληση είναι τεράστια. Στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που γνώρισε τη ναζιστική θηριωδία, τις εκτελέσεις, τα βασανιστήρια και τον αφανισμό της εβραϊκής της κοινότητας, οι νοσταλγοί του ναζισμού επιχειρούν να εμφανιστούν με τον μανδύα της πολιτικής κανονικότητας. Και απέναντί τους, αντί να υπάρχει μια ξεκάθαρη στάση απομόνωσης της φασιστικής προπαγάνδας, επιστρατεύονται απαγορεύσεις και αστυνομικά μέτρα που πλήττουν το δικαίωμα του λαού να διαδηλώνει.
Αυτή είναι η περιβόητη «δημοκρατική ευαισθησία» της κυβέρνησης: όταν οι εργαζόμενοι, τα σωματεία και οι αντιφασιστικές συλλογικότητες βγαίνουν στον δρόμο, αντιμετωπίζονται ως απειλή για τη δημόσια τάξη. Όταν οι φασίστες επιχειρούν να στήσουν το δικό τους πολιτικό σόου, το ζήτημα αντιμετωπίζεται με όρους αστυνομικής διαχείρισης, χωρίς να εξαφανίζεται η πρόκληση που αυτό συνιστά.
Δεν είναι, λοιπόν, απλώς μια αντιπαράθεση για μια συγκέντρωση. Είναι σύγκρουση για το ποιος έχει δικαίωμα να καταλαμβάνει τον δημόσιο χώρο, ποιος φιμώνεται και ποιος διευκολύνεται να διαδώσει το δηλητήριο του εθνικισμού, του ρατσισμού και του μίσους.
Ο φασισμός δεν είναι μια ακόμη «άποψη» μέσα στο πολιτικό φάσμα. Είναι η οργανωμένη απειλή ενάντια στους εργαζόμενους, στους μετανάστες, στους καταπιεσμένους, στο εργατικό κίνημα και σε κάθε συλλογικό αγώνα που αμφισβητεί την εξουσία των αφεντικών. Ιστορικά, υπήρξε όπλο ενάντια στους αγώνες των εργαζομένων και καταφύγιο ενός συστήματος που, όταν δυσκολεύεται να επιβάλει τη θέλησή του με τη συναίνεση, αναζητά άλλους μηχανισμούς επιβολής.
Γι’ αυτό και η μάχη ενάντια στον φασισμό δεν μπορεί να περιορίζεται σε επετειακές αναφορές και επίσημες καταθέσεις στεφάνων. Η ιστορική μνήμη αποκτά νόημα όταν γίνεται σημερινή στάση ζωής και αγώνα. Όταν δεν επιτρέπουμε στους απολογητές του ναζισμού να παρουσιάζονται ως τιμητές της πατρίδας και της ιστορίας, ενώ επιχειρούν να ξανασπείρουν το ίδιο δηλητήριο.
Οι εργαζόμενοι, τα σωματεία και η νεολαία έχουν κάθε λόγο να υπερασπιστούν το δικαίωμα στη διαδήλωση και να απομονώσουν πολιτικά και κοινωνικά τις φασιστικές ιδέες. Με συλλογική δράση, αλληλεγγύη και οργανωμένο αγώνα, σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε σχολή, σε κάθε σχολείο και γειτονιά.



2 Comments