Πέντε μπάτσοι κρίθηκαν ένοχοι για κακουργηματικά βασανιστήρια στην υπόθεση του Βασίλη Μάγγου. Μια δικαστική απόφαση με τεράστια σημασία, που δεν σβήνει τον πόνο μιας οικογένειας, αλλά σπάει τη σιωπή και φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της ατιμωρησίας των ένστολων βασανιστών.
Έξι χρόνια χρειάστηκαν για να φτάσει η υπόθεση του Βασίλη Μάγγου σε μια δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει τη βαρύτητα της κακοποίησης που υπέστη από “ένστολα όργανα της τάξης”
Πέντε μπάτσοι, λοιπόν, κρίθηκαν ένοχοι για βασανιστήρια σε βαθμό κακουργήματος. Και αυτή η εξέλιξη έχει τεράστια σημασία. Όχι γιατί μπορεί να απαλύνει τον πόνο ενός πατέρα που έθαψε το παιδί του, όπως λέει και ο ίδιος, στο παρακάτω συγκλονιστικό βίντεο που πήραμε από το omniatv. Κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να επιστρέψει έναν άνθρωπο στους δικούς του, ούτε να αποκαταστήσει όσα χάθηκαν.
Έχει σημασία, όμως, γιατί ύστερα από έξι χρόνια η αστυνομική βία απέκτησε και δικαστικά το όνομά της: βασανιστήρια.
Δεν ήταν, λοιπόν, μια «υπερβολή» κατά την άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων. Δεν ήταν μια ασήμαντη υπηρεσιακή εκτροπή. Δεν ήταν μια ιστορία που μπορούσε να θαφτεί κάτω από τη γνωστή επιχειρηματολογία περί «μεμονωμένων περιστατικών».
Ήταν μια υπόθεση για την οποία πέντε αστυνομικοί κρίθηκαν ένοχοι για κακουργηματικές πράξεις. Μια δικαίωση που δεν σβήνει την απώλεια, αλλά σπάει τη σιωπή. Μια δικαίωση που κατακτήθηκε με επιμονή, με τον αγώνα της οικογένειας, με τη συμπαράσταση ανθρώπων και συλλογικοτήτων που αρνήθηκαν να αφήσουν την υπόθεση να ξεχαστεί.
Και αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα σε μια χώρα όπου η αστυνομική αυθαιρεσία πάγια αντιμετωπίζεται σαν αναπόφευκτη παρενέργεια της κατασταλτικής λειτουργίας του κράτους.
Η υπόθεση Μάγγου δεν είναι μια μεμονωμένη ιστορία
Για να αντιληφθούμε τη σημασία της συγκεκριμένης απόφασης, αξίζει να γυρίσουμε πίσω σε δύο άλλες υποθέσεις που αποκαλύπτουν τις σκοτεινές πλευρές της αντιμετώπισης των αστυνομικών βασανιστηρίων από τη δικαιοσύνη.
Η πρώτη είναι η υπόθεση των Σιδηρόπουλου και Παπακώστα, η οποία έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Lawspot, ήταν μια υπόθεση που ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας μας.
Έπειτα από την προσαγωγή τους στο αστυνομικό τμήμα Ασπροπύργου, οι δύο άντρες κατήγγειλαν ότι ο αστυνομικός που ανέλαβε την ανάκριση τους υπέβαλε σε βασανιστήρια, χρησιμοποιώντας συσκευή μετάδοσης ηλεκτρισμού σε διάφορα σημεία του σώματός τους.
Εναντίον του αστυνομικού κινήθηκε διοικητική και ποινική διαδικασία, οι οποίες αφενός κατέληξαν σε διαφορετικό συμπέρασμα και αφετέρου κρίθηκαν δυσανάλογα επιεικείς για τη σοβαρότητα της πράξης του.
Ειδικότερα, το Εφετείο αναγνώρισε με την απόφασή του ελαφρυντικά στον αστυνομικό και δεν έλαβε υπόψη του ότι ο ένας από τους προσφεύγοντες ήταν ανήλικος κατά το χρόνο του συμβάντος, επιβάλλοντας στον αστυνομικό ποινή φυλάκισης πέντε ετών, με τη δυνατότητα μετατροπής σε χρηματική ποινή 5 ευρώ την ημέρα (σ.σ. το νόμιμο μέγιστο ήταν 100 ευρώ), πληρωτέο σε 36 μηνιαίες δόσεις.
Παράλληλα, η πειθαρχική διαδικασία εναντίον του αστυνομικού ολοκληρώθηκε με την επιβολή προστίμου 100 ευρώ για χρήση συσκευής χωρίς προηγούμενη άδεια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αστυνομικός συνέχισε να υπηρετεί στο Σώμα για οκτώ χρόνια μετά το συμβάν, ενώ αποχώρησε από την υπηρεσία οικειοθελώς, λαμβάνοντας μάλιστα προαγωγή κατά την αποχώρησή του.
Οι πολίτες που είχαν βασανιστεί προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) το οποίο καταδίκασε την Ελλάδα για την επιβολή δυσανάλογα επιεικούς κύρωσης σε αστυνομικό που καταδικάστηκε για βασανιστήρια, αποφάσισε το ελληνικό δημόσιο να πληρώσει αποζημιώσεις άνω των 50.000 ευρώ στα θύματα.
Χρήστος Χρονόπουλος: Δεκαπέντε χρόνια για μια δικαστική απόφαση
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η υπόθεση του Χρήστου Χρονόπουλου.
Τον Μάη του 2007, ο 33χρονος τότε Χρονόπουλος, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας, υπέστη άγρια κακοποίηση από αστυνομικούς. Μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο, νοσηλεύτηκε επί δύο μήνες στην Εντατική και υπέστη βαρύτατες, μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες.
Η υπόθεση χρειάστηκε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια για να φτάσει στην ολοκλήρωση της δίκης των δύο αστυνομικών, έπειτα από αλλεπάλληλες αναβολές.
Η δικαστική κατάληξη, τον Ιούλη του 2022, ήταν η επιβολή ποινών φυλάκισης τριών ετών με αναστολή στους δύο κατηγορούμενους αστυνομικούς.
Σύμφωνα με το σχετική δημοσίευμα της ιστοσελίδας μας, για άλλους δύο αστυνομικούς η κατηγορία είχε μετατραπεί σε πλημμέλημα και το αδίκημα είχε παραγραφεί.
Ας σταθούμε λίγο σε αυτή την υπόθεση.
Ένας άνθρωπος υπέστη καταστροφικές, μόνιμες βλάβες. Η οικογένειά του έπρεπε να περιμένει χρόνια για να δει τη δικαστική διαδικασία να ολοκληρώνεται. Και η κατάληξη για τους δύο αστυνομικούς ήταν ποινές με αναστολή.
Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τις επίσημες διακηρύξεις για την ισονομία και την απονομή δικαιοσύνης.
Στο καθεστώς Μητσοτάκη όπου αθωώνονται τα ένστολα καθάρματα που βασάνισαν κτηνώδικα τους συλληφθέντες στο Βελβεντό Κοζάνης, για απόπειρα ληστείας τράπεζας («Η εξήγηση που μου δόθηκε είναι ότι ο τραυματισμός έγινε κατά τη διάρκεια της σύλληψης γιατί υπήρξε αντίσταση», είπε ο τότε ΠροΠο Ν. Δένδιας), η δικαιοσύνη τους αποδίδει πεντακαθαρίδηδες τους μπάτσους που συνέργησαν στην δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, ενώ αφού αθωώθηκαν οι μπάτσοι βασανιστές της οικογένειας Ινδαρέ, βρέθηκαν κατηγορούμενοι τα θύματά τους, η απόφαση για την υπόθεση του Βασίλη Μάγγου αποκτά ξεχωριστή σημασία μέσα σε αυτό το ιστορικό.
Η αναγνώριση των βασανιστηρίων σε κακουργηματικό επίπεδο αποτελεί σοβαρή δικαστική εξέλιξη. Απορρίπτει στην πράξη την προσπάθεια να αντιμετωπίζονται τέτοιες πράξεις σαν αναπόφευκτες συνέπειες μιας αστυνομικής επιχείρησης.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η υπόθεση έχει κλείσει οριστικά. Στην απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που εκδόθηκε χτες, 31 Οκτώβρη 2026, επιβλήθηκε συνολική ποινή 6 ετών κάθειρξης και 10 μηνών φυλάκισης στους πέντε από τους έξι κατηγορούμενους αστυνομικούς που κρίθηκαν ένοχοι για την υπόθεση βασανισμού του Βασίλη Μάγγου. Οι μπάτσοι όμως αφέθηκαν ελεύθεροι αφού η έφεση που άσκησαν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι αφέθηκαν ελεύθεροι μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης σε δεύτερο βαθμό.
Η καταδίκη είναι σημαντική. Το ερώτημα της τελικής ποινικής μεταχείρισης παραμένει.
Ας κρατάμε επιφυλάξεις για την τελεσίδικη απόφαση. Κι αυτό γιατί δεν ξεχνάμε την υπόθεση του μπάτσου Δημήτρη Μπουγιούκου, στην υπόθεση της 19χρονης στην Ηλιούπολη.
Ο συγκεκριμένος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε ποινή φυλάκισης 5 ετών και 6 μηνών για εμπορία ανθρώπων με σκοπό τη γενετήσια εκμετάλλευση. Κι όμως, επέστρεψε στην υπηρεσία του μετά τη λήξη των πειθαρχικών κυρώσεων, έχοντας ξανά το όπλο και το σήμα του. Για τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε, είχε αθωωθεί.



0 Comments