Η ζωή του Ουασίμ κάηκε στην Ελλάδα

e7408ee867dd9e4e9ee2de89c0709367_XLΟ Σύρος μετανάστης μιλάει στην «Εφ.Συν.» για την τραγωδία που έζησε στη χώρα μας. Θέλει γρήγορα μια απάντηση από τα αποτελέσματα του DNA για να μπορέσει να «ησυχάσει»

Α.Ψ.

«Με είχαν δέκα μέρες με χειροπέδες χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα. Με θεωρούσαν τρελό»

Στα γραφεία της εφημερίδας ήρθε ο Ουασίμ αμέσως μόλις έφτασε στην Αθήνα από το οδυνηρό οδοιπορικό του στη Σάμο, όπου αντίκρισε τα υπολείμματα της καμένης οικογένειάς του, της γυναίκας του Λαμίς, 30 χρόνων, και των δύο παιδιών τους, του Οντάι, τριάμισι ετών, και της Λαϊγιάλ, εννιά μηνών.

Εξι μήνες με έναν χρόνο (!) θα χρειαστούν οι υπηρεσίες για τα αποτελέσματα του DNA στα οστά και τα ευρήματα ώστε να δώσουν στον Ουασίμ μια «επίσημη» απάντηση, να μπορέσει να «ησυχάσει», όπως μας είπε. Ευρήματα που εντόπισε ο ίδιος, με τον ανιψιό του και μερικούς που τον βοήθησαν, στο βουνό της Σάμου. Ο ίδιος αναγνωρίζει στα απομεινάρια τους αγαπημένους του. Το ρολόι, τη μισοκαμένη μπλούζα, το βραχιόλι με χαραγμένο το όνομα της κόρης του, την αγκράφα του γιου του, την αλυσίδα.

Η «Εφ.Συν.» παρακολούθησε από την αρχή τη βασανιστική εμπειρία του Ουασίμ στη φιλόξενη πατρίδα μας και αναρωτήθηκε μαζί του τι θα γινόταν αν από την πρώτη στιγμή τον είχαν ακούσει προσεκτικά, αν δεν τον είχαν δεμένο δέκα μέρες στον διάδρομο του κρατητηρίου στη Σάμο, αν είχαν ψάξει καλύτερα για τα παιδιά και τη γυναίκα του, αν είχαν από την πρώτη στιγμή ανοίξει φάκελο εξαφάνισης με αίτημα στο Χαμόγελο του Παιδιού.
Ο Ουασίμ έφτασε σε ερημικό σημείο (στην ανατολική Σάμο) στις 21 Ιουλίου, σε μια βάρκα από την Τουρκία, μαζί με τους δικούς του και άλλους δύο Σύρους. «Ημασταν όλοι κατάκοποι και εγώ έφυγα για να βρω βοήθεια. Εφτασα έπειτα από ώρες σε ένα σπίτι κι εκεί ειδοποίησαν την αστυνομία που ήρθε να με συλλάβει. Με πήγαν στο κρατητήριο. Οπως έμαθα μετά και οι υπόλοιποι άρχισαν να περπατάνε. Η γυναίκα με τα δύο παιδιά δεν μπόρεσε να ακολουθήσει κι έμεινε πίσω. Οι άλλοι έφτασαν σε ένα εκκλησάκι και κοιμήθηκαν εκεί. Στην περιοχή είχε ξεσπάσει φωτιά και οι πυροσβέστες τούς συνέλαβαν. Μόλις με πήγαν στο τμήμα φώναζα για την οικογένεια, αλλά δεν καταλάβαιναν, έφεραν έναν μεταφραστή που προσπαθούσε να εξηγήσει».

Τελικά τον πήγαν εκεί μία φορά μόνο για να τους υποδείξει το μέρος όπου άφησε τη γυναίκα του και τα παιδιά του. «Εκεί δεν υπήρχε φωτιά, ήταν μακριά ο καπνός, αλλά δεν με άφησαν να προχωρήσω, με τη βία ο αστυνομικός με γύρισε πίσω». Η αστυνομία τού πέρασε χειροπέδες και τον άφησε δεμένο στον διάδρομο του Α.Τ. Ασφαλείας για 10 μέρες. Ούτε για τις προσωπικές του ανάγκες δεν τον άφηναν να πάει χωρίς χειροπέδες και μόνον ένας αξιωματικός τον άφησε να κοιμηθεί μια φορά χωρίς χειροπέδες. Φώναζε και χτυπιόταν για τους δικούς του. Δεν τον άκουγε κανένας, δεν τον άφησαν να επικοινωνήσει με κανέναν. Μετά τον πήγαν στο στρατόπεδο μεταναστών και του έδιναν χάπια, τον θεωρούσαν τρελό.

Σ’ αυτή την κατάσταση τον βρήκε η δικηγόρος Μαριάννα Τζεφεράκου, που έμαθε για την υπόθεση από συγκρατούμενούς του. Υποχρέωσε την αστυνομία να ανοίξει φάκελο εξαφάνισης. Τρεις εβδομάδες μετά τη σύλληψή του. Τον άφησαν ελεύθερο κι έφτασε στην Αθήνα, συνάντησε τον ανιψιό του που είχε έρθει από τη Σουηδία, και ξανακατέβηκαν στο νησί να ψάξουν για τους δικούς του. Ακολούθησαν κι άλλες έρευνες, με συμμετοχή της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης Σάμου και μελών από το Χαμόγελο του Παιδιού, που πληροφορήθηκε την υπόθεση από το πρώτο δημοσίευμα της «Εφ.Συν.». Ακαρπες όλες. Αλλά ο Ουασίμ επέμενε. Τελικά τους βρήκε πολύ κοντά στο σημείο όπου είχε φτάσει η βάρκα, όμως ήταν τόσο πολύ αργά.
«Βρήκα τα πτώματα καμένα, βρήκα την αλυσίδα με το όνομα του παιδιού μου. Αν με είχαν αφήσει αμέσως θα τους είχαμε βρει σίγουρα, πριν καούν. Και οι άλλοι δύο το φώναζαν την ώρα που τους συλνέλαβαν ότι πίσω έμεινε μια γυναίκα με δύο παιδιά, αλλά κανείς δεν βοήθησε». Σύμφωνα με τον Ουασίμ, όταν έφτασαν στην ακτή άναψαν μια μικρή φωτιά για να κάνουν σινιάλο σε μια βάρκα που πλησίαζε. Η φωτιά έσβησε γρήγορα και επειδή δεν είχαν άλλον αναπτήρα, προσπαθούσαν με τον φακό του κινητού τους. Εξάλλου και παρ’ όλο που οι άλλοι δύο Σύροι είναι προφυλακισμένοι ακόμα για εμπρησμό, το σημείο που υπέδειξαν απείχε πάνω από 1.500 μ. από την εστία της φωτιάς.

Ο Ουασίμ κλαίει και ζητάει να αποδοθεί δικαιοσύνη. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και όλα τα χρήματα τα έδωσαν για να γλιτώσουν από τον εμφύλιο. Τώρα θέλει να βρει έναν καλό δικηγόρο να κάνει μήνυση σε όλους όσοι είναι υπεύθυνοι. Δεν χωράει το μυαλό του ότι τους άφησαν να καούν. «Δεν θέλω να μείνω και δεν μπορώ να φύγω. Ζητάω να κάνω την καταγγελία και να φύγω από αυτή τη χώρα. Πώς γίνεται να βλέπουν το πρόσωπό μου και να μη με πιστεύουν, να με βγάζουν τρελό; Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχω κάνει κανένα κακό και κάποιοι υπονοούσαν ακόμα κι ότι έβαλα εγώ τη φωτιά».

Δεν υπάρχουν ούτε λόγια ούτε τρόπος να εξηγήσει κανείς στον Ουασίμ πώς το «καταφύγιο» από έναν πόλεμο έγινε τελικά ο τάφος των αγαπημένων του και ένα μαρτύριο χωρίς τέλος και χωρίς μια συγγνώμη. Οσο για τους προφυλακισμένους «πράκτορες» Σύρους, ας σκεφτούν οι δικαστικές αρχές γιατί κρατάνε προφυλακισμένους δύο ταλαιπωρημένους πρόσφυγες που ακόμα κι αν οι ίδιοι λένε ψέματα και ίσως πράγματι τους ξέφυγε η φωτιά για το σινιάλο, δεν το έκαναν με δόλο.

Ας αναρωτηθούμε λίγο: Δύο πρόσφυγες δίνουν άραγε όλα τους τα λεφτά να φύγουν από τον πόλεμο και μόλις φτάνουν στον τόπο «σωτηρίας» αποφασίζουν να τον κάψουν; Ακόμα και ο ένστολος Ελληνας που έκανε μπάρμπεκιου στους φίλους του με δυνατό μελτέμι κι έκαψε εξ αμελείας το διπλανό νησί, αφέθηκε αμέσως ελεύθερος` αυτοί οι δύο άνθρωποι πόσο πρέπει να πληρώσουν την επιλογή τους να γλιτώσουν από τον πόλεμο στη Συρία;

*Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών την Δευτέρα 23/9/2013

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *