Μεγάλη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, συναίνεση και ρευστότητα

samaΗ τεράστια δυναμική του θετικού κοινωνικού ρεύματος «να φύγουν αυτοί», (του ρεύματος το οποίο εμείς παλεύαμε να αποκτήσει βαθύτερα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά) σάρωσε την εκστρατεία φόβου και δημιούργησε, αρκετές ημέρες πριν από τις εκλογές, ένα μη αναστρέψιμο πλεονέκτημα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ.

Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, αποτελεί παρελθόν και το παρόν σηματοδοτεί η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, αν και δεν απέκτησε αυτοδυναμία, έφτασε στο ποσοστό του 36,3% έχοντας μια διαφορά από τη ΝΔ 8,5 ποσοστιαίων μονάδων.

Η αχαλίνωτη καταστροφολογία και κινδυνολογία, το χονδρεμπόριο φόβου και τρόμου, η αντιαριστερή και αντικομμουνιστική υστερία δεν μπόρεσαν να σώσουν το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ από την καθοδική πορεία. Αντίθετα. Το πρώτο απειλείται με εξαφάνιση, ενώ το δεύτερο βρίσκεται στα χαμηλότερα ιστορικά ποσοστά του.

Η τεράστια δυναμική του θετικού κοινωνικού ρεύματος «να φύγουν αυτοί», (του ρεύματος το οποίο εμείς παλεύαμε να αποκτήσει βαθύτερα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά) σάρωσε την εκστρατεία φόβου – την οποία επέλεξαν κυρίως η ΝΔ και δευτερευόντως το ΠΑΣΟΚ – και δημιούργησε, αρκετές ημέρες πριν από τις εκλογές, ένα μη αναστρέψιμο πλεονέκτημα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης υποχρεώθηκαν, υπό την επίδραση αυτού του ανυποχώρητου ρεύματος, σε αναδίπλωση και σε αλλαγή τακτικής, γεγονός που εκδηλώθηκε με τη στροφή των μέσων ενημέρωσης. Αυτό επέδρασε, όπως είναι επόμενο, στην απελευθέρωση ακόμα περισσότερων ανθρώπων από τη μέγγενη της νεοδημοκρατικής κινδυνολογίας.

Ο κίνδυνος να απελευθερωθούν ριζοσπαστικές φωνές και δυνάμεις, και εδώ και στην Ευρώπη, οι ίδιες οι εσωτερικές διεργασίες στις χώρες της Ευρώπη και η ανάγκη να μη χαθεί ο έλεγχος, οδήγησε και τις κορυφές της ΕΕ να μην ακολουθήσουν τη γραμμή του φόβου. Επιδιώκοντας, ταυτόχρονα, την ένταξη του ΣΥΡΙΖΑ στους “ρεαλιστικούς” σχεδιασμούς των κυρίαρχων.

Όλοι αυτοί επενδύουν τώρα στη γραμμή της συναίνεσης, της “εθνικής συνεννόησης” και του “ρεαλισμού”.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα σχηματίσει κυβέρνηση με του Ανεξάρτητους Έλληνες, κηρύσσοντας, όπως είπε ο Αλ. Τσίπρας, το τέλος της τρόικας για τη χώρα. Ωστόσο, ήδη από καιρό πριν τις εκλογές αλλά και κατά την προεκλογική περίοδο, η “κατευναστική” τακτική τη ηγεσίας, οι συμβιβασμοί και τα ανοίγματα προς το συντηρητικότερο ακροατήριο, ανέκοψε την ορμή του. Αποτέλεσμα ήταν να χαθεί η δυναμική ανάπτυξης και να διαμορφώνεται κλίμα δυσπιστίας ή ανόρεχτης υποστήριξης.

Η ΝΔ δεν συνετρίβη. Όχι πως η ήττα της δεν είναι μεγάλη. Αλλά της δίνει το δικαίωμα να αμύνεται από ισχυρές θέσεις και να οργανώνει την αντεπίθεσή της. Δεν δημιουργεί συθήκες γενικευμένης κρίσης στο εσωτερικό της και δεν επιτρέπει να εκδηλωθούν άμεσες και ραγδαίες αντιδράσεις στην πολιτική που ακολούθησε η υπό τον Αντ. Σαμαρά ακροδεξιά ηγετική ομάδα.

Ταυτόχρονα, παρά τη σχετική υποχώρηση, το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής βρέθηκε να αποσπά ένα σχετικά υψηλό ποσοστό. Αυτή τη φορά, μετά την τόση επίθεση και τις αποκαλύψεις για τον εγκληματικό του χαρακτήρα, η ψήφος δεν είναι απλώς μια ψήφος διαμαρτυρίας αφελών, αλλά και μια σταδιακά μορφοποιούμενη φασιστική συνείδηση, αναγκαία στο σύστημα για την ώρα που θα χρειαστεί να ανοίξει κάποιος ασκός αντίδρασης απέναντι σε ενδεχόμενες αριστερές επιλογές. Ένας νέος φόβος μπορεί να επανέρχεται για να συνδράμει, με την αποτρόπαια έκφρασή του, τις εξευγενισμένες απειλές των μέσων ενημέρωσης και των αστικών, ελληνικών και ευρωπαϊκών, παραγόντων.

Το “Ποτάμι” δεν είχε την αναμενόμενη από τους δημιουργούς του “κατεβασιά”, δεν έγινε ρυθμιστής, λόγω της εισόδου των ΑΝΕΛ στη Βουλή, το ποσοστό του δεν εκτινάχθηκε, δεν έγινε τρίτη δύναμη, αλλά μπήκε στο κλαμπ της επίσημης, και δια του κοινοβουλίου πολιτικής, και παραμένει μια εφεδρεία και μια δυνατότητα του συστήματος.

Το ΠΑΣΟΚ, πρώην, νυν και επόμενο, ήδη μπήκε σε τροχιά κρίσης, παρά το γεγονός πως ο πρόεδρος του νυν, μεταφέρει στο μέλλον το συνέδριο των αποφάσεων.

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο γεγονός είναι πως οι δυνάμεις αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΜΑΡΣ, σημείωσαν όχι μόνο αξιοσημείωτη αντοχή αλλά και κάποια άνοδο, παρά το συντριπτικό αριστερό δίλημμα που έθετε στους αριστερούς ψηφοφόρους ο ΣΥΡΙΖΑ (και η πραγματικότητα: να απαλλαγούμε τώρα από αυτούς).

Οι εξελίξεις αυτές έχουν μεγάλο, ιστορικό, ενδιαφέρον. Εμείς χαιρόμαστε για την πτώση της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αλλά θα θέλαμε να είχε πέσει από τα “κάτω και από αριστερά”, με το λαό στο προσκήνιο, για να δημιουργηθούν προϋποθέσεις συνολικής ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής.

Τώρα τα πράγματα έχουν μια μεγάλη ρευστότητα. Όσο συναρπαστικά είναι για τους καταναλωτές θεάματος, άλλο τόσο ανησυχητικά είναι για τα δρώντα πρόσωπα και τους εργαζόμενους.

Όμως, ούτε με αυτες τις εκλογές θα σταθεροποιηθεί το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Η πολιτική των μνημονίων, η ανεργία, η φτώχεια, η ανέχεια, η ανασφάλεια, αποσυνθέτουν κοινωνικές αξίες, στάσεις, συμπεριφορές και προτεραιότητες προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις. Αποσαθρώνουν το αστικό κομματικό σύστημα, δυσκολεύοντας την αναπαραγωγή του.

Αλλά η ελληνική αστική τάξη και οι ξένοι επικυρίαρχοι επιδιώκουν να επαναχαράσσουν κάθε φορά τα αντιδραστικά πολιτικά όρια της νέας περιόδου, αυτής που ονομάζουν μετα- μεταπολιτευτική περίοδο, για την ανασυγκρότηση του υποβαθμισμένου από το χτύπημα της κρίσης ελληνικού καπιταλισμού.

Με τις διαρκείς παρεμβάσεις και δικαστικές αποφάσεις, με την κήρυξη παράνομου κάθε εργατικού αγώνα, φιλοδοξούν να περιορίσουν το κίνημα ώστε αυτό να μην έρχεται αντιμέτωπο με τις μεθόδους και τα μέσα εργατικής εκμετάλλευσης (χρόνο εργασίας, ελαστικές εργασιακές σχέσεις), τη σχέση μισθών-κερδών. Να μην αγωνίζεται για τον πυρήνα του δημοκρατικού ζητήματος, τη νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος των εργαζομένων να δρουν στο χώρο δουλειάς, να αγωνίζονται για το δίκιο τους. Να μην αμφισβητεί τις διεθνείς εκμεταλλευτικές σχέσεις του καπιταλισμού (ΝΑΤΟ, ΕΕ, κ.α.).

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα μη επιθυμητό επεισόδιο σε αυτό το αστικό δράμα, αλλά όχι ένα δραματικό συμβάν. Αν και αυτό μέλλει να αποδειχθεί.

Η πρώτη αρχή έδειξε πως η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι διατεθειμένη να κάνει κάποιες επαναδιαπραγματεύσεις, χωρίς να θίγει το βασικό πυλώνα του συστήματος και τις υπάρχουσες συμφωνίες, σε ένα πλαίσιο που ορίζεται από τη λογική της “εθνικής συναίνεσης και συνεννόησης”. Η συμπεριφορά αυτή είναι η φυσική συνέχεια στις γνωστές δηλώσεις πειθαρχίας προς την ΟΝΕ, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ και στις τάσεις ενσωμάτωσης στο αστικό σύστημα εξουσίας.

Ωστόσο, αν αυτές είναι οι κύριες τάσεις, δεν πρέπει να παραληφθεί πως η ταξική πάλη στη χώρα μας εισέρχεται σε μια νέα ιστορική φάση που θα σφραγιστεί, αργά ή γρήγορα, από την ένταση των κοινωνικών και πολιτικών αναμετρήσεων. Πως για τους εργαζόμενους και τη νεολαία μπορεί να ανοίξουν νέοι ορίζοντες.

Η ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ – ΜΑΡΣ είναι ένα ελπιδοφόρο αποτέλεσμα. Παρά την μεγάλη πίεση, έστω σε αυτά τα χαμηλά επίπεδα διπλασίασε τις ψήφους της σε σύγκριση με τις εκλογές του Ιουνίου 2012, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, στη μετωπική συνεργασία, η οποία πρέπει να συνεχιστεί, να βαθύνει και να επεκταθεί. Παρ’ όλα αυτά είναι πολύ μακρυά από το να αποτυπώσει έναν σαφή και συγκροτημένο πόλο της κομμουνιστικής αναφοράς, παρά τις ιστορικές ευκαιρίες και δυνατότητες που δημιουργήθηαν τα τελευταία πέντε χρόνια.

Φαίνεται, ωστόσο, πως συγκροτείται ένα μικρό αλλά υπολογίσιμο ρεύμα αντικαπιταλιστικής στόχευσης και κομμουνιστικής αναζήτησης.

Το ίδιο το αποτέλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΜΑΡΣ και το συνολικό αποτέλεσμα αποτυπώνουν και αποκαλύπτουν ταυτόχρονα τα όρια της μέχρι τώρα προσπάθειας. Σε συνδυασμό μάλιστα με την αδυναμία του ΚΚΕ να ανταποκριθεί στην αναγκαία μετωπική πολιτική και ενότητα δράσης των μαχόμενων δυνάμεων της Αριστεράς στο κίνημα, υπογραμμίζεται το βάθος και η ένταση της προσπάθειας, συλλογικής και προσωπικής, για «να αλλάξουν ουσιαστικά τα πράγματα», να σπάσουν αυτά τα όρια.

Για να γίνει υλική δύναμη η υπόθεση μιας στρατηγικά ανασυγκροτημένης Αριστερά.

ΠΗΓΗ: kommon

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *