Ο Camilo Cienfuegos δεν ήταν απλώς ένας ακόμη κομαντάντε της Κουβανικής Επανάστασης. Ήταν το χαμόγελό της. Η ανθρώπινη πλευρά της. Η απόδειξη ότι η επανάσταση δεν γεννιέται μόνο από πειθαρχία και όπλα, αλλά κι από ζεστασιά, θάρρος και βαθιά πίστη στον άνθρωπο.
Γεννημένος στην Αβάνα στις 6 Φλεβάρη 1932, παιδί φτωχής οικογένειας Ισπανών μεταναστών, ο Καμίλο μεγάλωσε μέσα στη στέρηση και την αδικία. Από νωρίς γνώρισε τι σημαίνει εκμετάλλευση και αυταρχισμός. Δεν διάβασε την επανάσταση στα βιβλία — τη βίωσε στο πετσί του. Στα νεανικά του χρόνια μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου ήρθε αντιμέτωπος με τον ρατσισμό και τη σκληρότητα του καπιταλιστικού «ονείρου». Γύρισε στην Κούβα ήδη πολιτικοποιημένος, έτοιμος για ρήξη.
Το 1956 επιβιβάστηκε στο Granma, στο πλευρό του Fidel Castro και του Che Guevara. Από τους λίγους που επέζησαν της πρώτης αιματηρής σύγκρουσης με το καθεστώς Μπατίστα, ανέβηκε στη Σιέρα Μαέστρα και εκεί ξεδίπλωσε το ταλέντο του ως αντάρτης, οργανωτής και —κυρίως— ως άνθρωπος του λαού.
Ο Καμίλο δεν διοικούσε με φόβο. Διοικούσε με παράδειγμα. Οι μαχητές τον λάτρευαν γιατί μοιραζόταν μαζί τους την πείνα, τον κίνδυνο, το γέλιο. Δεν απολάμβανε εξουσία· την υποψιαζόταν. Γι’ αυτό και τον εμπιστεύονταν οι απλοί άνθρωποι, γι’ αυτό τον ακολουθούσαν χωρίς δισταγμό.
Η κορυφαία στιγμή του ήρθε το 1958, στη μάχη του Γιαγουαχάι. Με ελάχιστα μέσα και ατσάλινη επιμονή, συνέτριψε τις κυβερνητικές δυνάμεις και άνοιξε τον δρόμο για την τελική νίκη της επανάστασης. Όταν οι επαναστάτες μπήκαν θριαμβευτικά στην Αβάνα τον Γενάρη του 1959, ο Καμίλο ήταν ήδη θρύλος.
Κι όμως, δεν πρόλαβε να ζήσει την επανάσταση που βοήθησε να γεννηθεί.
Στις 28 Οκτώβρη 1959, το μικρό αεροπλάνο που τον μετέφερε από το Καμαγουέι στην Αβάνα εξαφανίστηκε πάνω από τη θάλασσα. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Ήταν μόλις 27 ετών.
Ο θάνατός του σκέπασε την Κούβα με πένθος. Από τότε, κάθε χρόνο, παιδιά ρίχνουν λουλούδια στη θάλασσα. Όχι για έναν ήρωα μακρινό και ακίνητο, αλλά για έναν σύντροφο που έμεινε για πάντα νέος.
Ο Καμίλο Σιενφουέγος δεν έγινε σύμβολο γιατί ήταν αλάνθαστος. Έγινε γιατί ήταν ανθρώπινος. Γιατί απέδειξε ότι η επανάσταση μπορεί να χαμογελά. Και αυτό το χαμόγελο —το πιο επικίνδυνο όπλο απέναντι στην αδικία— παραμένει αθάνατο.
***
«Εδώ δεν παραδίνεται κανένας, διάβολε!»
Γράφει ο Βελισσάριος Κοσσυβάκης
«..Κάθε 6 Φεβρουαρίου είναι μια ημέρα σημαντική για να θυμόμαστε. Οι Κουβανοί τιμούν τα γενέθλια του θρυλικού αντάρτη Καμίλο Σιενφουέγος, ενός χαρισματικού ηγέτη, ενός νεαρού επαναστάτη που η ιστορία τον έχρισε ως τον Διοικητή του Λαού».
Υπήρξε ένας από τους 82 αντάρτες που υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο έφυγαν από το Μεξικό με το θρυλικό πλοιάριο «Γκράνμα» και αποβιβάστηκαν στην Κούβα το 1956 για να ξεκινήσει η τελική φάση της κουβανικής επανάστασης.
Ο Καμίλο Σιενφουέγος, επονομαζόμενος και «Διοικητής του Λαού», ένας από τους σημαντικότερους και πιο λαοφιλείς ηγέτες της Κουβανικής Επανάστασης, πιστός σύντροφος του Φιντέλ και αχώριστος φίλος του Τσε, συγκέντρωνε όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν έναν λαογέννητο ηγέτη δοσμένο στην υπόθεση των καταπιεσμένων και ταγμένο στην εκπλήρωσή της.
Ο Καμίλο, που μπήκε νικητής τον Γενάρη του 1959 στην Αβάνα με τον Φιντέλ, τον Τσε, τον Ραούλ και τους άλλους «μπαρμπούντος», πρόλαβε να ζήσει τον θρίαμβο της Επανάστασης, όχι όμως και να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του στο χτίσιμο της λαϊκής εξουσίας και τις μετέπειτα καταχτήσεις. Στις 28 Οκτώβρη της χρονιάς της νίκης, το δικινητήριο αεροσκάφος Τσέσνα 310 που πιλοτάριζε ο Λουσιάνο Φαρίνας με συνεπιβάτες τον κομαντάντε Καμίλο Σιενφουέγος και τον στρατιώτη Φέλιξ Ροντρίγκες, επιστρέφοντας από το Κάμαγουεϊ στην Αβάνα, μετά από την εκπλήρωση αποστολής, εξαφανίζεται μυστηριωδώς πάνω από τα νερά του ωκεανού. Όσες έρευνες και αν έγιναν από τότε για τις συνθήκες του δυστυχήματος, όλες οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, και δεν βρέθηκαν ποτέ οι σοροί ούτε συντρίμμια του αεροσκάφους.
H απώλεια του κομαντάντε είναι μεγάλη για τον κουβανικό λαό και για την υπόθεση της Επανάστασης. Ο Καμίλο γίνεται είδωλο της Κουβανικής Επανάστασης, τραγούδι στα χείλη των Κουβανών που τον αγαπούν και τον ευγνωμονούν· η φωτογραφία του κρεμιέται στα δωμάτια των φτωχόσπιτων της Κούβας δίπλα σε αυτή του Φιντέλ και ο αγαπημένος του σύντροφος και φίλος Τσε δίνει το όνομα Καμίλο σε ένα από τα παιδιά του.
Έμαθα τον Καμίλο πριν τον γνωρίσω μέσω μιας φράσης που έγινε σύμβολο: ήταν τη στιγμή της καταστροφής στο Αλεγρία δε Πίο. Εγώ ήμουν πληγωμένος, πεσμένος σε ένα ξέφωτο και δίπλα μου ένας σύντροφος αιμορραγούσε, πυροβολώντας με τα τελευταία του φυσίγγια για να πεθάνει παλεύοντας. Ακούστηκε μια διαβολική φωνή «Είμαστε χαμένοι, πρέπει να παραδοθούμε». Και μια αντρική φωνή, που την αναγνώρισα ως τη φωνή του λαού, φώναξε από κάπου «Εδώ δεν παραδίνεται κανένας, διάβολε!».”
(Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα για τον Καμίλο)






Αφήστε μια απάντηση