12 Φλεβάρη 1945 υπογράφεται η συμφωνία της Βαρκιζας

Της Αργυρώς Κραββαρίτης

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Η Διάσκεψη της Βάρκιζας άρχισε στις 2/2/1945, ημέρα Παρασκευή και τελείωσε στις 12 του μηνός, ημέρα Δευτέρα με την υπογραφή της πιο πολυσυζητημένης και πιο ακριβοπληρωμένης από το λαό συμφωνίας στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Τις δύο πλευρές εκπροσώπησαν τριμελείς αντιπροσωπείες. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ ήταν ο Γ. Σιάντος και συμμετείχαν σ’ αυτήν ο Μ. Παρτσαλίδης και ο Ηλ. Τσιριμώκος. Στρατιωτικός σύμβουλος της αντιπροσωπείας ήταν ο στρατηγός και αρχηγός του ΕΛΑΣ, Στ. Σαράφης. Στην αντιπροσωπεία της κυβέρνησης των Αθηνών επικεφαλής ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Ι. Σοφιανόπουλος – που ορίστηκε και πρόεδρος της Διάσκεψης – ενώ συμμετείχαν, επίσης, ο υπουργός Εσωτερικών Περικλής Ράλλης (ανήκε στο δεξιό Λαϊκό Κόμμα) και ο υπουργός Γεωργίας Ι. Μακρόπουλος. Στρατιωτικός σύμβουλος της κυβερνητικής αντιπροσωπείας ήταν ο στρατηγός Παυσανίας Κατσώτας. Τέλος, παρατηρητής εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου – αντιβασιλιά Δαμασκηνού ήταν ο διευθυντής του Πολιτικού του Γραφείου Ι. Γεωργάκης, μετέπειτα καθηγητής της Παντείου και στενός συνεργάτης του Ωνάση.

Οι θέσεις του ΕΑΜικού κινήματος

Η ΕΑΜική αντιπροσωπεία πήγε στη Βάρκιζα με σαφείς και συγκεκριμένες θέσεις, τις οποίες ανέλυσε ο Γ. Σιάντος, στις 3/2, κατά τη δεύτερη μέρα των εργασιών της διάσκεψης. Οι θέσει αυτές είχαν καθοριστεί σε συνεδρίαση της ΚΕ του ΚΚΕ, προς το τέλος του Γενάρη και επιβεβαιώθηκαν σε σύσκεψη που ακολούθησε, παρουσία ηγετικών στελεχών του Κόμματος και του Ηλ. Τσιριμώκου. Οπως μαρτυρεί ο Β. Μπαρτζιώτας στο βιβλίο του “Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης 1944” (σελ. 427) τόσο στη συνεδρίαση της ΚΕ του ΚΚΕ, όσο και στη σύσκεψη που ακολούθησε, συμφωνήθηκε να μην υπογραφεί, σε καμιά περίπτωση, συμφωνία στην οποία δε θα συμπεριλαμβανόταν ο όρος της χορήγησης Γενικής Αμνηστίας. Μάλιστα, αποφασίστηκε να αποχωρήσει η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ από τη Διάσκεψη, αν η αντίπαλη πλευρά δε δεχόταν αυτόν τον όρο.

Οι θέσεις του ΕΑΜ για την υπογραφή συμφωνίας, όπως αναλύθηκαν από το Γ. Σιάντο στη Διάσκεψη έχουν ως εξής:

– Σε ό,τι αφορά το στρατιωτικό ζήτημα γινόταν αποδεχτή η διάλυση του ΕΛΑΣ, υπό την προϋπόθεση ότι θα συγκροτούνταν εθνικός στρατός μέσα από τακτική στρατολογία, με κριτήριο την ηλικία και χωρίς τη συμμετοχή δοσίλογων, φασιστικών στοιχείων ή δήθεν εθελοντών. Ο στρατός αυτός θα ήταν πλαισιωμένος από στελέχη που δεν ήταν ένοχα δοσιλογισμού ή φασιστικών αντιλήψεων και με τη συμμετοχή, βεβαίως, των στρατιωτικών στελεχών του ΕΛΑΣ, αλλά και των απλών μαχητών του που πληρούσαν τους ηλικιακούς όρους στράτευσης.

– Αυστηρότατη εκκαθάριση των Σωμάτων Ασφαλείας από τα δοσίλογα και φασιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τη δέσμευση του Γ. Παπανδρέου στο λόγο του στο Σύνταγμα στις 18/10/1944.

– Εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τους δοσίλογους και σταμάτημα των διώξεων, που άρχισαν με αφορμή τα Δεκεμβριανά, σε βάρος δημοκρατικών – αριστερών δημοσίων υπαλλήλων, με την κατηγορία ότι “ηυνόησαν το κίνημα”.

– Χορήγηση Γενικής Αμνηστίας.

– Συγκρότηση αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των παρατάξεων.

– Ταχύτατη διενέργεια εκλογών και δημοψηφίσματος. “Κατά τη γνώμη μας – είπε γι’ αυτό το θέμα ο Γ. Σιάντος – η καλύτερη λύση θα ήταν να ορίζονταν από τώρα οι σχετικές ημερομηνίες”. (Η ομιλία του Γ. Σιάντου στη Διάσκεψη της Βάρκιζας είναι δημοσιευμένη στο “Ριζοσπάστη” 6/2/1945).

Οπως έχουμε ήδη αναφέρει στο μόνο ζήτημα που δε θα δεχόταν την παραμικρή συζήτηση η ΕΑΜική αντιπροσωπεία ήταν η Γενική Αμνηστία. Κι όμως δέχτηκε.

Η συνθηκολόγηση

Μετά την ομιλία του Γ. Σιάντου οι εργασίες της Διάσκεψης διακόπηκαν για δύο μέρες στο διάστημα των οποίων λειτούργησε, όπως δείχνουν τα πράγματα ένα οργιώδες παρασκήνιο, με στόχο να συρθεί η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ στη συνθηκολόγηση. Το θέμα που φαίνεται ότι δέσποσε αφορούσε τη Γενική Αμνηστία. Οι Εγγλέζοι και η αντίδραση γνώριζαν από τον Ηλ. Τσιριμώκο,(…), ότι το ζήτημα αυτό μπορούσε να οδηγήσει σε ρήξη. Δεν είχαν, όμως, καμιά διάθεση να υποχωρήσουν και να δεχτούν τη δίκαιη απαίτηση του λαϊκού κινήματος, γιατί επιδίωκαν μια κουτσουρεμένη αμνηστία, που θα τους έλυνε τα χέρια, ώστε, μετά την υπογραφή της συμφωνίας, να βάλουν, με δήθεν νόμιμα μέσα, το ΕΑΜικό κίνημα στο στόχο και να διευκολύνουν τη συντριβή του. Ετσι διάλεξαν το μόνο δρόμο που είχαν πέραν της ρήξης. Κι αυτός ο δρόμος περνούσε μέσα από την αλλαγή της θέσης που εξέφρασε διά στόματος Σιάντου η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ.

Στις 4/2 η κυβερνητική αντιπροσωπεία, με επιστολή της προς την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ, γνωστοποιούσε στα μέλη της τελευταίας πως η θέση τους για Γενική Αμνηστία “κατόπιν συμφώνου γνώμης της κυβερνήσεως… είναι απολύτως απαράδεκτος”. Και το επιθυμητό για την αντίδραση αποτέλεσμα επήλθε. Την επομένη οι ΕΑΜίτες αντιπρόσωποι, με απαντητική επιστολή τους, γνωστοποιούσαν στους συνομιλητές τους ότι “εφόσον η κυβέρνησις εμμένει εις την άποψη της, η αντίστοιχη επιμονή στην ορθή γνώμη μας θα οδηγούσε σε ρήξη που, ανεξάρτητα από την ευθύνη, θα οδηγήσει τον τόπο σε συμφορά. Για τον λόγον αυτόν δεχόμαστε να λυθή το ζήτημα των διώξεων, με βάση την αρχή που έθεσεν η Κυβερνητική Αντιπροσωπεία και με τη θέσπιση εγγυήσεων, ικανών να περιορίσουν τους κινδύνους που σας έχομεν εκθέσει”.(Για τις επιστολές αυτές Βλέπε: Εφημερίδα “Ελεύθερη Ελλάδα”, 7/2/1945 και Π. Βενάρδου: “Η Συμφωνία της Βάρκιζας “, σελίδες 45 – 46). Για το πώς έγινε αυτή η μεταστροφή μια μικρή, ελάχιστη, γεύση έδωσε πολύ αργότερα ο Μ. Παρτσαλίδης: “Είναι αλήθεια – μαρτυρεί ο Παρτσαλίδης – ότι ο Τσιριμώκος ήταν αυτός που περισσότερο ήθελε να υποχωρήσουμε. Και να ζητήσουμε εγγυήσεις, για να περιοριστεί όσο ήταν δυνατόν ο κίνδυνος να επεκταθούν οι διώξεις. Προσωπικά είχα προτείνει στον Σιάντο όχι να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις, αλλά να δηλώσουμε ότι πάνω στο θέμα αυτό, επειδή έχουμε δέσμευση από το ΕΑΜ και την ΚΕ του Κόμματος που αντιπροσωπεύαμε, πρέπει να μας δοθεί η δυνατότητα να συζητήσουμε την άρνηση της κυβέρνησης υπεύθυνα και στην ΚΕ του ΕΑΜ και στην ΚΕ του ΚΚΕ στα Τρίκαλα… Τελικά, όμως, ο Σιάντος κατέληξε στο ότι μια καθυστέρηση της υπογραφής της συμφωνίας δεν επρόκειτο να μας ωφελήσει… και συμφωνήσαμε ότι θα έπρεπε να κάνουμε την υποχώρηση, για να μην τρεναριστεί άλλο η υπόθεση. Κακώς βέβαια… “. (Π. Βενάρδου, στο ίδιο, σελίδα 98).

Η αρχή της συνθηκολόγησης είχε γίνει κι αφού οι ΕΑΜίτες αντιπρόσωποι υποχώρησαν σ’ αυτό που είχαν θέσει ως αδιαπραγμάτευτη αρχή δεν είχαν πλέον κανένα πρόβλημα να πάρουν την κάτω βόλτα, υπαναχωρώντας και στις υπόλοιπες διεκδικήσεις τους. Ετσι φτάσαμε στην υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας .

Τι προέβλεπε η συμφωνία

Στη φιλοσοφία της η συμφωνία, από την αρχή ώς το τέλος, ήταν εντελώς αρνητική για το ΕΑΜικο κίνημα. Χαρακτήριζε τη δράση του, τον Δεκέμβρη του ’44, ως πολιτικό αδίκημα.

Και αυτό μ’ έναν εντελώς ιδιαίτερο, ασαφή και μεθερμηνευόμενο τρόπο.

Για το πολιτικό αδίκημα που προαναφέραμε, στην τελική συμφωνία ο όρος «γενική αμνηστία» απουσίαζε εντελώς παρά το γεγονός ότι η ΕΑΜική αντιπροσωπεία είχε εντολή από τα όργανα του ΕΑΜ και του ΚΚΕ να μην υπογράψει καμία συμφωνία, στην οποία δεν θα κατοχυρωνόταν η γενική αμνηστία.

 

Για το ζήτημα της αμνηστίας η συμφωνία προέβλεπε στο άρθρο 3 ότι αμνηστεύονται μόνο “τα πολιτικά αδικήματα τα τελεσθέντα από τις 3 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι της υπογραφής του παρόντος. Εξαιρούνται της αμνηστίας τα συναφή κοινά αδικήματα, κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία διά την επιτυχία του πολιτικού αδικήματος”. Το άρθρο αυτό, με τη διατύπωση που είχε, έδωσε τη δυνατότητα στην αντίδραση να εξαπολύσει άγριο διωγμό εναντίον των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, χαλκεύοντας κατηγορίες για διάπραξη δήθεν κοινών αδικημάτων στην περίοδο της κατοχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συνομιλίες στη Βάρκιζα άρχισαν μαζί με τα έκτακτα στρατοδικεία και τις πρώτες θανατικές καταδίκες. Πέντε αγωνιστές, οι Δ. Αυγέρης, Μ. Μονέδας, Α. Μπερδής, Π. Μόνος και Ε. Μενεγάτος, καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών και οι δύο πρώτοι εκτελέστηκαν1. Η συμφωνία επίσης δεν προέβλεπε συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση, ούτε την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα μετά τη λήξη του πολέμου.

Αυτή η διατύπωση, στην πραγματικότητα, ως πολιτικό αδίκημα παραδεχόταν μόνο τις πολιτικές αποφάσεις των οργάνων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στο πλαίσιο των Δεκεμβριανών και έδινε αμνηστία μόνο σ’ εκείνους που έλαβαν τις εν λόγω αποφάσεις.

Για τους απλούς αγωνιστές που συμμετείχαν στις ένοπλες συγκρούσεις του Δεκέμβρη ήταν μια διατύπωση-θάνατος.

Αγριο κυνηγητό

Οποιαδήποτε ενέργειά τους μπορούσε να χαρακτηριστεί μη «αναγκαία δια την επιτυχία του πολιτικού αδικήματος».

Αρα μπορούσε να θεωρηθεί έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου μη καλυπτόμενο από την αμνηστία και συνεπώς ποινικά διωκόμενο. Αυτό ακριβώς έγινε.

Το μεταβαρκιζιανό καθεστώς αξιοποίησε το άρθρο 3 της Συμφωνίας της Βάρκιζας με τον τρόπο που προαναφέραμε για να εξαπολύσει εναντίον του συνόλου απλών αγωνιστών ένα άγριο κυνηγητό, το οποίο έμεινε στην ιστορία ως Λευκή Τρομοκρατία ή ως μονόπλευρος εμφύλιος πόλεμος.

Εχει επίσης σημασία να σημειωθεί ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας έλαβε ειδική νομική μορφή στο μεταβαρκιζιανό καθεστώς.

Συγκεκριμένα, κατοχυρώθηκε νομικά με τη Συντακτική Πράξη 23 (23 Μαρτίου 1945- ΦΕΚ 68). Δηλαδή με ένα νομοθέτημα που κινούνταν έξω από την καθιερωμένη νομιμότητα και βασιζόταν στην ισχύ επιβολής που διέθετε η τότε εξουσία.

Κι αυτή η ισχύς επιβολής, τότε, δεν ήταν άλλη από τη δύναμη των βρετανικών όπλων.

Στους νομικούς κύκλους είναι γνωστό ότι οι Συντακτικές Πράξεις είναι νομοθετήματα που συναντώνται σε ιδιαίτερες και ανώμαλες καταστάσεις (επαναστατικές, δικτατορικές, κατοχικές κ.λπ.).

Για τα άλλα, κύρια, ζητήματα η συμφωνία προέβλεπε:

Αποστράτευση του ΕΛΑΣ και συγκρότηση εθνικού στρατού μέσα από κανονική στρατολογία. Εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από δοσίλογους και φασιστικά στοιχεία. Διενέργεια δημοψηφίσματος και στη συνέχεια εκλογών μέσα στο 1945. Τέλος, η συμφωνία δεν προέβλεπε συγκρότηση αντιπροσωπευτικής κυβέρνηση, αλλά ούτε και έθιγε το θέμα της παρουσίας των βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα (Βλέπε ολόκληρη τη Συμφωνία στα “Επίσημα κείμενα ΚΚΕ”, τόμος Ε σελίδες 411 – 416).

Στις 16 του Φλεβάρη 1945, ο Στέφανος Σαράφης και ο Άρης Βελουχιώτης υπέγραψαν την ημερήσια διαταγή του Γενικού Στρατηγείου για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ 2.Όπως γράφει ο Σαράφης, ο Άρης αρνήθηκε να υπογράψει αυτή τη διαταγή και τελικά την υπέγραψε, όταν ο Σαράφης του είπε πως, αν δεν την υπογράψει αυτός, τότε δε θα την υπογράψει και ο ίδιος.3

 

1Δοκίμιο Ιστορίας του Κ.Κ.Ε. τόμος Α’ σελ.497

2Στέφανος Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, σελ. 612-613. Το πλήρες κείμενο της ημερήσιας διαταγής για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ.

  1. 3. Ενα χρόνο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, ο Ιδιος ο I. Σοφιανόπουλος, υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Πλαστήρα και πρόεδρος στις διαπραγματεύσεις της Βάρκιζας, δήλωνε: «Αν ήξερα ότι τα τιμημένα όπλα του ΕΛΑΣ, με τα οποία ο λαός μας αντιστάθηκε στον κατακτητή, θα τα έδινε το κράτος στους ΧΙτες, δεν θα είχα υπογράψει ποτέ τη “Συμφωνία της Βάρκιζας”. (Βλέπε Π. Βενάρδος, Η Συμφωνία της Βάρκιζας, σελ. 17). Δοκίμιο Ιστορίας του Κ.Κ.Ε. τόμος Α’ σελ. 498

 

 

Πηγή Ριζοσπάστης , εφημερίδα των συντακτών,  Δοκίμιο Ιστορίας του Κ.Κ.Ε.τόμος Α’

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *