25 Απρίλη 1967 δολοφονείται ο Παναγιώτης Ελής

Επιμέλεια Αργυρώ Κραββαρίτη

25 Απρίλη 1967 δολοφονείται στον Ιππόδρομο, στο Δέλτα του Φαλήρου από τον ανθυπίλαρχο Κ. Κώτσαρη ο ήρωας της Εθνικής Αντίστασης και μάρτυρας της Μακρονήσου, Παναγιώτης Ελής.

Παναγιώτης Ελής

Την 21η Απριλίου, μεταφέρθηκαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου 700 συλληφθέντες, κυρίως από το χώρο της Αριστεράς. Ανάμεσά τους ήταν ο Ηλίας Ηλιού, ο Γιάννης Ρίτσος κ.ά. Εκεί άρχισαν τα καψόνια και οι ξυλοδαρμοί. Κάθε βράδυ οι φρουροί με επικεφαλής τους αξιωματικούς εισέβαλαν στους θαλάμους, ξυλοκοπούσαν τους κρατούμενους και οργάνωναν εικονικές εκτελέσεις.

Στις 25 Απριλίου ο ανθυπίλαρχος Κωνσταντίνος Κότσαρης δολοφόνησε τον Παναγιώτη Ελή. Ας δούμε πώς περιγράφει το περιστατικό ο αυτόπτης μάρτυρας Τάσος Βουρνάς στο βιβλίο του “Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Χούντα, Φάκελος Κύπρου”:

“ … Είχαμε πια συνηθίσει τους ήχους, τις κραυγές και τις βρισιές, όταν ξαφνικά φάνηκε δύο βήματα έξω απο την πόρτα του θαλάμου ένας αξιωματικός με ροδαλό πρόσωπο καλοταισμένου μπεμπέ να κυνηγά έναν κρατούμενο, κρατώντας στο χέρι του ένα στρατιωτικό περίστροφο με σιγαστήρα.
-Τροχάδην! του φώναξε.
Ο κρατούμενος Παναγιώτης Ελής, άνθρωπος περασμένα τα 40 χρόνια του, φορούσε στα πόδια του και παντόφλες, πράγμα που τον υποχρέωνε να περπατά σιγότερα απ’ ό,τι αν φορούσε παπούτσια.
-Τροχάδην! του φώναξε και τον έσπρωχνε με την κάννη, αλλά ο Ελής εξακολουθούσε να βαδίζει κανονικά.
-Τρέξε, την Παναγία σου! του λέει μια στιγμή κι ο Ελής κάνει γρηγορότερα τα τελευταία βήματα.
-Τροχάδην το λένε αυτό στο χωριό σου; λυσσάει ο δεσμοφύλακας και έξαλλος καταφέρνει με την κάννη δυο απανωτά χτυπήματα στα πλευρά του Ελή.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας περίεργος διπλός κρότος, κατι σαν “φλοπ”, “φλοπ”, και μονομιάς ο Ελής σωριάστηκε στο κατώφλι της πόρτας. Και πριν καλά-καλά προφτάσουν να αντιληφθούν οι άλλοι κρατούμενοι τι συνέβη, ακούστηκαν τα ουρλιαχτά ενός αξιωματικού, που είχε τρέξει εκεί κίτρινος σαν λεμόνι…

… Πράγματι χαμηλά στα πλευρά βρήκαν την είσοδο δύο απανωτών βλημάτων που είχαν περάσει μέσα απο το θώρακα είχαν κόψει την αορτή στην περιοχή της καρδιάς και είχαν σταματήσει κάτω απο το δέρμα στην αριστερή μασχάλη του θύματος.
Δολοφόνος ο Ανθυπίλαρχος Κότσαρης Κωνσταντίνος… ”

Σε ερώτηση του αρχηγού της φρουράς, ο Κότσαρης ισχυρίστηκε ότι ο κρατούμενος πήγε να δραπετεύσει, κάτι που διαψεύδει η έκθεση του γιατρού Κωνσταντίνου Ζωγράφου, που εξέτασε το νεκρό λίγα λεπτά μετά και διαπίστωσε ότι ο πυροβολισμός έγινε ” σχεδόν εξ επαφής “, καθώς ο νεκρός έφερε ” κατάλοιπα πυρίτιδας στα ρούχα και το δέρμα “.

Ο έφεδρος τότε ανθυπίλαρχος Γρηγόριος Πανταζής ανέφερε ότι ένα μήνα αργότερα, παρουσία και άλλων αξιωματικών, ο Κότσαρης καυχήθηκε για το φόνο, λέγοντας ότι “ τώρα θα γίνω στρατηγός, γιατί έμαθα να πυροβολώ σε ζωντανό στόχο και όχι σε ανδρείκελα, όπως έκανα μέχρι τώρα ”. Ερωτώμενος γιατί το έκανε, απάντησε : “ Δε μου άρεσε το περπάτημά του και τον σκότωσα ”.

Πηγή: mavrioxia

____________________________________________________________________

Τέσσερες μέρες μετά το πραξικόπημα η αναίμακτη «Επανάσταση» δολοφόνησε έναν ακόμη κρατούμενο. Το όνομά του είναι Παναγιώτης Ελλής και εκρατείτο στο στρατόπεδο του Ιπποδρόμου. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός ο απεσταλμένος των «Τάιμς» του Λονδίνου απευθύνθηκε στον υπουργό Δημοσίας Τάξεως Παύλο Τοτόμη και τον ερώτησε αν είναι ακριβής η πληροφορία. Ο Τοτόμης κύτταξε τα χαρτιά του και απάντησε: «Ναι, κάποιος κρατούμενος ονόματι Ελλής απεπειράθη να δραπετεύσει. Ο σκοπός επυροβόλησε προς εκφοβισμόν και τον εφόνευσε».

Η αλήθεια είναι διαφορετική. Και περιέχεται στην αναφορά του διοικητού του στρατοπέδου επίλαρχου Ν. Παπαδομανωλάκη, η οποία έχει ως εξής:

«Αριθμός 6344. Προς ΣΥΤ. Ο Επίλαρχος Νικόλαος Παπαδομανωλάκης, Β.Σ.Τ. 902 τη 25/4/1967 Θέμα: Θανάσιμος τραυματισμός κρατουμένου.
Εν συνεχεία τηλεφωνικής μου αναφοράς, αναφέρεται ότι την 25/4/1967 εξετέλουν τα καθήκοντα επικεφαλής Φρουράς κρατουμένων εις Ιππόδρομον Νέου Φαλήρου.
Την 17.40′ ώραν της ανωτέρω ημερομηνίας ηκούσθησαν πυροβολισμοί τινες εκ του έξωθι του στρατοπέδου χώρου και καθ’ ην στιγμήν ο κρατούμενος ιδιώτης Ελλής ή Γιαλίς Παναγιώτης (κάτοικος Αθηνών, Παρασίου 18, Η’ Αστυνομικόν Τμήμα) επέστρεφεν εις τον θάλαμον κρατουμένων μετά 5 ή 4 συγκρατουμένων μεθ’ ων είχεν εξέλθει δια σωματικήν του ανάγκην.

Ο μόνιμος ανθυπίλαρχος Κότσαρης Κωνσταντίνος, ευρισκόμενος κατά την στιγμήν εκείνην εις μικράν απόστασιν από του θαλάμου των κρατουμένων, διέταξε την ταχυτέραν είσοδον εντός του θαλάμου, ενώ ταυτοχρόνως επυροβόλησε σχεδόν ε ξ επαφής τον κρατούμενον Ελλήν ή Γιαλίν Παν. διότι εσχημάτισε την γνώμην ότι ούτος παρεξέκλινε της ακριβούς κατευθύνσεώς του ίνα εισέλθη εις θάλαμον (ως είχε διατάξει) με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανασίμως.
4)Εις τον τραυματισθέντα κρατούμενον παρεσχέθησαν αι πρώται βοήθειαι υπό συγκρατουμένων ιατρών (τεχνηταί άναπνοαί — μαλάξεις καρδίας), πλην ούτος μετά 3′ απεβίωσεν.
Ο νεκρός παρεδόθη εις τον ιατρόν του 401 Γ.Σ.Ν.Ε. (Στρατιωτικού Νοσοκομείου) Κειμηνάκην Δημήτριον, όστις προσήλθε τη αιτήσει μου εις Ιππόδρομον Φαλήρου άμα τω τραυματισμώ του κρατουμένου διά την ενέργειαν των δεόντων.
Παράκλησις διατάξητε ό,τι δει επί των ανωτέρω.
Υπογραφή Ν. Παπαδομανωλάκης»
*****************************
Πηγή: Γιάννης Κάτρης, Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα, εκδόσεις Παπαζήση, 1974

____________________________________________________________________

Στις 22 ή 23 Απριλίου του 1967, όταν οι συνταγματάρχες διέπραξαν το πραξικόπημά τους, είχα την ατυχία να είμαι αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του φόνου του άτυχου Ελή, σε μια μεγάλη αίθουσα ή απλώς υπόστεγο του παλιού Ιπποδρόμου, στο Δέλτα του Φαλήρου. Είχαμε συλληφθεί από το πρωί της πρώτης μέρας του πραξικοπήματος, μερικοί από τα χαράματα. Μαζί με όλους και ο Ελής.

Φονιάς, ένας νεαρός ανθυπολοχαγός ή υπολοχαγός, ο οποίος μετά το 1974 καταδικάστηκε και έμεινε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Ο χρόνος του φόνου: Προχωρημένο απριλιάτικο και βροχερό απόγευμα, δεν είχε ακόμη σουρουπώσει. Ακριβής τόπος: Ο Ελής, μαζί με άλλους κρατουμένους, ερχόταν βιαστικά, αν όχι τρέχοντας, από την αλάνα του Ιπποδρόμου, όπου μια μικρή ομάδα στρατιωτών, με προτεταμένες λόγχες και αυτόματα, τους συνόδευε για τις σωματικές τους ανάγκες.

Επικεφαλής ο θερμοκέφαλος ανθυπολοχαγός, ο οποίος κραδαίνοντας περίστροφο εκραύγαζε τα γνωστά συνθήματα, «κομμούνια θα πεθάνετε» κ.λπ. Η όλη ατμόσφαιρα θύμιζε λίγο «καψόνι» νεοσυλλέκτων, που τουλάχιστον εκείνη την εποχή συνηθιζόταν στα στρατόπεδα εκπαίδευσης. Είχαν δυστυχώς τη γνώμη ότι με τον τρόπο αυτόν θα πετύχουν ταυτόχρονα σωματική άσκηση, διαμόφωση φρονήματος και αναγκαστική αποδοχή της πιο ανόητης πειθαρχίας. Πιστεύω ότι μέσα σ’ αυτήν την περίπλοκη διαδικασία, οι διωκόμενοι τρομοκρατούνται, αλλά οι διώκτες εξάπτονται (επιτέλους, μια ευκαιρία για να ασκήσουν εξουσία, κάποια εξουσία, και ήδη αισθάνονται την ηδονή της) και… τα όπλα εκπυρσοκροτούν από μόνα τους!

Ετσι, μόλις ο άτυχος Ελής πέρασε τη μεγάλη πόρτα του θαλάμου και δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να… δραπετεύσει ή κατά άλλο τρόπο να απειθαρχήσει… το περίστροφο του ανθυπολοχαγού εκπυρσοκρότησε από μόνο του, μισό μέτρο πίσω από το κεφάλι του θύματος!

Καθόμασταν σε μια κουβέρτα στο δάπεδο του θαλάμου μαζί με τον μακαρίτη γιατρό Μανώλη Σιγανό και τον επίσης μακαρίτη Κυριάκο Τσακίρη. Ακούσαμε τον πυροβολισμό και είδαμε τον Ελή να πέφτει. Δίπλα από μας καθόταν ο Γιάννης Ρίτσος, άκουσε και αυτός και είδε και αμέσως, με απόγνωση και αποτροπιασμό, έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του.

Λίγα μέτρα πιο πέρα καθόταν ο δημοσιογράφος και ιστορικός, μακαρίτης επίσης, Τάσος Βουρνάς, που αργότερα κατέγραψε το περιστατικό όπως τώρα το αφηγούμαι, καμιά διαφορά στην περιγραφή των γεγονότων. Αλλού βρισκόταν η διαφορά μας και το συζητήσαμε μετά και στα στρατόπεδα της Γυάρου και του Παρθενίου. Ο Τάσος αποκαλούσε τον φόνο «εκτέλεση» και τον απέδιδε σε προειλημμένη απόφαση της Χούντας. Ισως, αμέσως μετά τον φόνο, από φόβο δεν τολμούσα να δεχθώ αυτή την ερμηνεία και πίστευα (το πιστεύω ακόμη) ότι ο φόνος διαπράχθηκε σε περιβάλλον σκόπιμα υποκινούμενης έξαψης, ώστε σαφώς να διαμορφωθούν τα αντίπαλα στρατόπεδα. Βγάζω αυτό το συμπέρασμα από το ηλίθια τρομοκρατημένο ύφος του ανθυπολοχαγού και από την απόγνωση ενός λοχαγού, που προφανώς εκτελούσε χρέη διοικητή βάρδιας και μάταια προσπαθούσε να καθησυχάσει τα πνεύματα.

Δεν ξέρω γιατί αυτή η ερμηνεία του περιστατικού θεωρείται ελαφρυντική για τον φονιά.(…)

Πηγή: Αντωνης Καρκαγιαννης – Καθημερινή
_____________________________________________________________________

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΕΛΗΣ

Ο αγωνιστής που δολοφονήθηκε από τη χούντα

(…) Νέος άνθρωπος, γενναίος αγωνιστής και πατριώτης, φλεγόταν από τα ιδεώδη της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και του ανθρωπισμού.

Γεννήθηκε το Μάη του 1922 στην Κομοτηνή. Με την κάθοδο των Βουλγάρων, οργανώνεται στην Αντίσταση. Συλλαμβάνεται το 1942 και στέλνεται όμηρος στη Βουλγαρία. Στις αρχές του 1943, μεταφέρεται μ’ άλλους ομήρους στο Κουμάνοβο της Σερβίας σε καταναγκαστικά έργα. Λευτερώνεται με τη λήξη του πολέμου. Στο τέλος του 1946, σαν στρατιώτης, μετατίθεται στο Μεσολόγγι και από κει με άλλους συναδέλφους του, λόγω πολιτικών φρονημάτων, στο Μακρονήσι το καλοκαίρι του 1947.

Εκεί, στη Μακρόνησο, στο κάτεργο της φρίκης και της οδύνης, θα υποστεί τα πάνδεινα, ανάμεσα σε μυριάδες άλλους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, που, με τη στολή του στρατιώτη, βασανίστηκαν αποτρόπαια από τους δήμιους των ξένων αφεντικών. Σ’ αυτό το νησί, που έπρεπε να αποτελεί για όλους τους Ελληνες, εκτός των δοσιλόγων, εθνικό μνημείο και ιερό τόπο λαϊκού προσκυνήματος.

Ο Ελής οδηγήθηκε στο ΒΕΤΟ (Δεύτερο Ειδικό Τάγμα Οπλιτών), τάγμα με 38.000 περίπου έγκλειστους στρατιώτες, που ως χτες πολεμούσαν τους ξένους εισβολείς στο βουνό και στην πόλη και αντιμετώπισε πλάι τους με καρτερία, τους βασανιστές που φορούσαν τη στολή του Ελληνα στρατιώτη. Αυτοί οι “Ελληνες” συναγωνίστηκαν σε θηριωδία τα γερμανικά SS, μόλις δυο χρόνια μετά τη φυγή των μεραρχιών τους, από το ελληνικό έδαφος.

“Υπόγραψε Βούλγαρε!”, ωρύονταν οι ροπαλοφόροι πάνω στα αιμόφυρτα, ποδοπατημένα και ετοιμοθάνατα κορμιά, τα κορμιά αυτά, που αντιστάθηκαν στους Γερμανούς και Ιταλούς.

Και ύστερα στο περιβόητο “Σύρμα “, στην “Απομόνωση”, πλάι στη χαράδρα, πίσω από τον πανύψηλο τοίχο, στο κάτεργο των κατέργων, στην κόλαση της κολάσεως, στο μαρτύριο των μαρτυρίων, όπου μεταφέρονταν όσοι δεν υπέκυπταν στον ανήκουστο παιδεμό και δεν υπέγραφαν “Δήλωση μετανοίας”. Εκεί βασανίζεται ο Παναγιώτης Ελής, μαζί με τους λίγους συναγωνιστές του, νύχτα – μέρα, από πολυάριθμους αποκτηνωμένους αλφαμίτες υπό την επιστασία ανάξιων και εγκληματικών αξιωματικών – μερικοί απ’ αυτούς θα πρωτοστατήσουν στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου.

Ο Ελής θα επιβιώσει από το νέο κύκλο βασανιστηρίων, σε 24ωρη βάση μήνες και χρόνια, χάρη στο ψυχικό σθένος του και τη σωματική του αντοχή. Μερικοί από τους συναγωνιστές του στο “Σύρμα “, θα επιβιώσουν, με το μέτωπο ψηλά κι αυτοί, αλλά σακατεμένοι διά βίου.

Και ήρθε το καινούριο πραξικόπημα της προδοτικής και ξενόδουλης κλίκας, στρατιωτικής και πολιτικής, του 1967.

Ο Ελής συλλαμβάνεται και εκτελείται από ανθυπίλαρχο! Είναι από τα πρώτα θύματα της δικτατορίας.
Επεσε μαχόμενος ο αλύγιστος χιλιοβασανισμένος αγωνιστής της ελευθερίας. Ποιος, όμως, τίμησε τη θυσία του, καθώς και των άλλων Ελλήνων συναγωνιστών του; Χαράχτηκε τ’ όνομά του σε καμιά μαρμάρινη στήλη, μαζί με τα ονόματα των αγωνιστών που δολοφόνησε η χούντα; Σκέφτηκε κανείς να στηθεί προτομή του Ελη στη γενέτειρά του, το Κόσμιο Κομοτηνής; Αφελέστατες ερωτήσεις και απορίες. Η νεοελληνική πολιτεία τιμά συχνά με οδούς, πλατείες και ανδριάντες, αχρείους πολιτικούς και δοσίλογους για εθνικές συμφορές και ξένους μισέλληνες. Δεκάδες βουλευτές αξίωσαν την αποφυλάκιση των πραξικοπηματιών, που αιματοκύλησαν και εξευτέλισαν τον τόπο, και την επιστροφή του Γλύξμπουργκ στο θρόνο (!), για τον Παναγιώτη Ελη και τους άλλους νεκρούς αγωνιστές θα μιλάμε τώρα;

Οι παλιοί συνάδελφοί του στο “Σύρμα “

Πηγή: “Ριζοσπάστης

_____________________________________________________________________

«Ο Παναγιώτης Ελής γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1922. Με την κάθοδο των Βουλγάρων οργανώνεται στην Αντίσταση, συλλαμβάνεται το 1942 και τον επόμενο χρόνο μεταφέρεται για καταναγκαστικά έργα στο Κουμάνοβο της Σερβίας. Στρατιώτης το 1946 λόγω των πολιτικών του φρονημάτων μεταφέρεται στη Μακρόνησο. Στον Άϊ Στράτη, ο Παναγιώτης, μας είχε έρθει από το κολαστήριο του Σκαλούμπακα και ήταν από τους ελάχιστους αν όχι ο μοναδικός όπως λένε που έμεινε «απροσκύνητος».

Με το θάνατο του ηγέτη της αγροτιάς Κώστα Γαβριηλίδη είχε φουντώσει η αντιπαράθεση με όσους οπαδούς του Αγροτικού Κόμματος ήθελαν να διατηρήσουν την κομματική τους αυτοτέλεια. Ένας απ’ αυτούς και ο Παναγιώτης Ελής. Και βέβαια δεν θα έλεγα ότι ο Παναγιώτης διατηρώντας τη διαφορετικότητά του, σε σχέση με την τότε πλειοψηφία, ένιωθε ευχάριστα. Όσο για μένα είμαι περήφανος που μπορώ να το πω, ότι παρά τις όποιες διαφορές αντιλήψεων, με τον Παναγιώτη ποτέ δεν είχαμε πάψει να είμαστε φίλοι. Με το Χουντικό πραξικόπημα στον Ιππόδρομο της Αθήνας, ξαναζήσαμε το μακρονησιώτικο εφιάλτη. Εκείνο το απόγευμα που μας έβγαλαν έξω, επιστρέφαμε με τον Παναγιώτη από τους τελευταίους. «Προχώρα», μου λέει, «θα πάω για κατούρημα».

Η παρέα μου στον Ιππόδρομο και τη Γυάρο ήτανε με το γιατρό μας τον Άρη Γιαννουλόπουλο και το Στέλιο Κορέ, φίλους απ’ το μακρονησιώτικο Σύρμα. Δεν πέρασαν δυο λεπτά που είχα καθίσει κοντά τους κι ακούστηκε η πιστολιά και η φωνή «Ένα γιατρό, χτύπησαν τον Ελή, τρέξε γιατρέ». Σε ένα πεντάλεπτο επέστρεψε κατσούφης ο Άρης. «Τέλειωσε», το μόνο που είπε.» Βούηξε ο τόπος με εκατοντάδες μιλιές. Κι άξαφανα τρέχοντας μπήκανε Εσατζήδες, παρατάχθηκαν κι έστρεψαν τα αυτόματα πάνω μας.

Παραδίπλα, η παρέα του Στάθη Τσέκουρα, παλαίμαχου της Αντίστασης. Τον βλέπουμε να πετάγεται όρθιος και φωνάζει μέσα στη σιγή που επικρατούσε πάλι: «Συναγωνιστές! Αν είναι να μας σκοτώσουν,τότε ας πεθάνουμε όρθιοι!». Σηκώθηκαν όρθιοι και τον πλαισίωσε η παρέα του. Σηκωθήκαμε και οι τρεις μας, σταθήκαμε πλάι τους για κάποια δευτερόλεπτα να κοιτάμε το απόσπασμα. Στην είσοδο εμφανίστηκε ένας αξιωματικός, κάτι είπε στους Εσατζήδες και βγήκανε έξω.»

[Γιώργος Φαρσακίδης, Σε άνιση μάχη… σελ. 115, εκδόσεις Ιδιωτική}

_____________________________________________________________________

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *