Απόσπασματα από το βιβλίο του Γιώργου Ρούσση “Ο ελεύθερος χρόνος μέτρο του πλούτου”

Η πτυχιακή μου εργασία με θέμα την κατάκτηση του οκταώρου στο Βέλγιο, 1 η οποία γράφτηκε πριν 45 χρόνια, κατέληγε ως εξής: «η διάρκεια της εργάσιμης μέρας θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον έτσι που το οκτάωρο και οι 41,8 ώρες την εβδομάδα ‐που ίσχυαν τότε εκεί – να αποτελούν ένα θλιβερό κεφάλαιο στην ιστορία των συνθηκών ζωής των εργαζομένων».

Λογικά σκεπτόμενος, θεωρούσα ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί αγωνιστικά για τη δραστική μείωση της εργάσιμης μέρας και την αύξηση του ελεύθερου χρόνου. Να όμως που η «λογική» του καπιταλισμού είναι διαφορετική από τη δική μου. Και όσο κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, η ζωντανή εργατική δύναμη, παραγωγός υπεραξίας, από τη μια θα μειώνεται σε σχέση με το σταθερό κεφάλαιο ή και θα εκτοπίζεται και αυτό σε αντίθεση με τη θεμελιακή αρχή που θέλει το κεφάλαιο να θρέφεται σαν βρικόλακας από αυτήν ‐εξού και οι συστημικές κρίσεις ‐ και από την άλλη, όσοι συνεχίζουν να είναι ενεργοί εργαζόμενοι θα υφίσταται την πιο άγρια εκμετάλλευση.

Έτσι, το κεφάλαιο με τις πλέον βάρβαρες μορφές και ενάντια σε κάθε ανθρωποκεντρική λογική, εμμένει στην ίδια αρχή και αξία, στη βάση της οποίας και ανδρώθηκε: «ο χρόνος είναι χρήμα», ή για να ακριβολογούμε, ο χρόνος εργασίας του εργαζόμενου είναι χρήμα για τον κεφαλαιοκράτη που τον εκμεταλλεύεται. Ακραίο δείγμα αυτής της βαρβαρότητας μια πρόσφατη είδηση που πέρασε στα ψηλά. Για τη χορήγηση ορισμένων φαρμάκων σε καρκινοπαθείς, όπως δις η αφεντιά μου, ο ΕΟΠΥΥ βλακωδώς και πρωτίστως απάνθρωπα, επιχείρησε να επιβάλλει να αναγράφεται στη συνταγή και ο προσδόκιμος χρόνος ζωής του ασθενούς!

Ας δούμε λοιπόν αν, εν προκειμένω, ενάντια σε αυτήν τη λογική του κυρίαρχου συστήματος που απορρέει από την ίδια του τη φύση, υπάρχει κάποια εναλλακτική φιλολαϊκής αξιοποίησης των αντιθέσεων τις οποίες το ίδιο δημιουργεί. Ένα από τα συνθήματα που κατήγγελλαν το σύγχρονο τρόπο ζωής των κατοίκων των μεγαλουπόλεων τη δεκαετία του ’60 ήταν: «Μετρό, δουλειά, ύπνος» (Métro, boulot, dodo). Πρόκειται για ένα στίχο, εμπνευσμένο από την ποιητική συλλογή του Pierre Béarn με τίτλο «Χρώματα εργοστασίου» 2 «Στο άψε σβήσε αγόρι χτύπα το νούμερο της κάρτας σου για να κερδίσεις έτσι τον μισθό μιας πληκτικής μέρας ωφελιμισμού Μετρό, δουλειά, καφενείο, γόπα, ύπνος, μηδενικό».

Στο ίδιο μοτίβο ένας γάλλος νεαρός 3, ο οποίος, καθώς λέει, έφαγε περίπου το ένα τρίτο από το προσδόκιμο της ζωής του για να κάνει καλές σπουδές, γράφει στο μπλοκ του, με τίτλο «έξω λάμπει ένας καλοκαιρινός ήλιος»: «Μας λένε ότι είμαστε ελεύθεροι. Αλλά να σηκώνεσαι κάθε μέρα την ίδια ώρα για να πας στη δουλειά σου, να υπόκεισαι σε καταναγκαστικούς κανόνες και σε στόχους κερδοφορίας οχτώ ώρες την ημέρα, να μένεις κοντά στη δουλειά σου εξορισμένος από τις ρίζες σου ‐συχνά πολύ μακριά από αυτές‐ και να μην αφιερώνεις στα δικά σου σχέδια, στην κουλτούρα το γράψιμο, τη δημιουργία, παρά λίγες ώρες που έχεις αρπάξει από δω και από κει από μια εξουθενωτική ρουτίνα,∙δεν το ονομάζω αυτό ελευθερία».

Και πράγματι, δε συνιστά ελευθερία «να θέτεις –όπως λέει – το πιο σημαντικό μέρος από την ενέργειά σου και τον χρόνο σου στην υπηρεσία αλλότριων από τα δικά σου σχέδια, και αυτό για το χρήμα». Τέλος, ο ίδιος διερωτάται , μήπως θα έπρεπε , αντί η μείωση των ωρών εργασίας να «αντιμετωπίζεται σαν εξοβελιστέα, επειδή έχει σαν αποτέλεσμα την ανεργία, να αντιμετωπίζεται σαν μια επιτυχία του πολιτισμού».

Ο πρόεδρος της Ουρουγουάης (2010‐2015) και πρώην αντάρτης τουπαμάρος José Mujica (El Pepe) σε μια συνέντευξή του θέτει το ίδιο ερώτημα από μια άλλη οπτική γωνία: «Όταν εγώ ή εσείς αγοράζουμε κάτι, δεν το πληρώνουμε με χρήμα αλλά με χρόνο ζωής που χρειάστηκε να δαπανήσουμε για να κερδίσουμε αυτό το χρήμα, με τη μόνη διαφορά ότι η ζωή δε αγοράζεται, αλλά τρέχει και είναι τραγικό να τη σπαταλάμε με το να χάνουμε την ελευθερία μας». 4. Ιδιαίτερα στην εποχή μας, με δοσμένη την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τι νόημα έχει να χάνει κανείς τη ζωή του για να την κερδίζει, όταν υπάρχει η δυνατότητα, αντί της ανεργίας και της υπερεκμετάλλευσης, να κυριαρχήσει ο ελεύθερος δημιουργικός χρόνος; Σε αυτό το δίλημμα, της συνέχισης της υποταγής στη λογική της αφαίμαξης της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο ή της αξιοποίησης της απελευθέρωσής της προς όφελος της ανεμπόδιστης ανάπτυξης των ανθρώπων, προσπαθώ να απαντήσω σε τούτο το βιβλίο .

Σε ένα πρώτο κεφάλαιο, αναφέρομαι, αρχικά, εν συντομία, στην προκαπιταλιστική αρνητική αντιμετώπιση της εξαρτημένης και της χειρωνακτικής εργασίας. Στη συνέχεια, αναλύεται με ποιον τρόπο οι κεφαλαιοκράτες αντιμετωπίζουν το χρόνο σαν χρήμα, ή με άλλα λόγια, την αξιοποίηση της ζωντανής εργασίας σαν την πηγή αποκόμισης υπεραξίας προς όφελος τους. Στη συνέχεια, αναλύεται η αντίφαση της παραπέρα έντασης της απομύζησης ζωντανής εργασίας για να αντιμετωπιστεί η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, κεντριού της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. 5.

Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύεται ότι σε αντίθεση με τον καπιταλισμό, στον κομμουνισμό δεν είναι πια ο εργάσιμος χρόνος , η μισθωτή, καταναγκαστική δουλειά, αλλά ο ελεύθερος χρόνος, αυτός που συνιστά το μέτρο του πλούτου και τον πυλώνα του Βασίλειου της Ελευθερίας.

Στο ίδιο κεφάλαιο τεκμαίρεται ότι η απελευθέρωση του χρόνου εργασίας οφείλει να είναι ο κατευθυντήριος μπούσουλας του σοσιαλισμού ή αλλιώς της κατώτερης φάσης του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής και αυτό σε αντίθεση με ότι συνέβη, σε μεγάλο βαθμό λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών , κατά τον «υπαρκτό σοσιαλισμό».

Στο τρίτο κεφάλαιο αποκαλύπτονται οι αντικειμενικές δυνατότητες που υπάρχουν στην εποχή μας για μια, ευεργετική για τους λαούς, απελευθέρωση του χρόνου εργασίας. Υπενθυμίζεται ο σημαντικός ρόλος που έπαιξε στους ταξικούς αγώνες η πάλη για την εργάσιμη μέρα και ειδικότερα για το οκτάωρο και προβάλλεται η αναγκαιότητα, σε αντίθεση με μια αμυντική, νεολουδιστικού 6 τύπου στάση, σε αντίθεση με εκείνους όπως ο Negri που χλευάζουν τη σημασία της, και με τους νεοκευνσιανούς οι οποίοι προτάσσουν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, μιας άμεσης αγωνιστικής διεκδίκησης από το λαϊκό κίνημα της δραστικής μείωσης του χρόνου εργασίας, στα πλαίσια ενός επαναστατικού πολέμου θέσεων.

Υποστηρίζεται ότι αυτή η διεκδίκηση θα πρέπει να μην εντάσσεται σε έναν κλεφτοπόλεμο ενάντια στα αποτελέσματα του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, αλλά μαζί με άλλες τέτοιου τύπου αντικαπιταλιστικές διεκδικήσεις να εντάσσεται στη στρατηγική «της τελικής κατάργησης του συστήματος της μισθωτής εργασίας» 7.

Παραπομπές

1 Georges Roussis, #La journée des huit heures en Belgique#, ULB, 1974.

2  https://fr.wikipedia.org/wiki/M%C3%A9tro,_boulot,_dodo.

3 http://saint‐epondyle.net/blog/psychee/perdre‐sa‐vie‐a‐la‐gagner/.

4 http://les‐equilibristes.com/gaspiller‐sa‐vie‐a‐perdre‐sa‐liberte/.

5 Κ. Μαρξ, #Το Κεφάλαιο#, Σύγχρονή Εποχή, 1978, τόμος τρίτος, σελίδα 328.

6 Θυμίζω ότι ο Λουδισμός ήταν ένα εργατικό κίνημα των αρχών του 19ου αιώνα που είχε σαν σύνθημα την καταστροφή των μηχανών, διότι αυτές θεωρούνταν υπεύθυνες για το ότι στερούν τη δουλεία τους από τους εργάτες. 7 Καρλ Μαρξ, #Μισθός, Τιμή, Κέρδος#, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1976 σελίδα 102.

______________

1. 1 Καπιταλισμός: το κεφάλαιο, βρικόλακας ζωντανής εργασίας
1. Από την προηγούμενη απαξίωση της δουλειάς στην κυριαρχία της αρχής «ο χρόνος είναι χρήμα»

Η λογική «ο χρόνος είναι χρήμα» δεν ίσχυε ανέκαθεν. Πρόκειται για μια λογική και μια αξία , η οποία συνδέεται άρρηκτα με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και πιο συγκεκριμένα με το γεγονός ότι το κεφάλαιο θρέφεται από τον χρόνο εργασίας των εργαζομένων τους οποίους εκμεταλλεύεται. Από αυτήν τη σκοπιά , η εργασία η οποία διεκπεραιώνεται κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, δεν αντιμετωπίζεται πια απαξιωτικά, όπως συνέβαινε στην προκαπιταλιστική περίοδο.

Αντίθετα, το γραφόμενο στην πύλη του γερμανικού στρατοπέδου συγκέντρωσης, Νταχάου, η «δουλειά απελευθερώνει» (Arbeit macht frei) εκφράζει απόλυτα το πνεύμα του καπιταλισμούμορφή του οποίου, άλλωστε, είναι ο φασισμός– διότι πράγματι, η δουλειά των εργατών απελευθερώνει το κεφάλαιο.

Με την ευκαιρία , καλό είναι να θυμίσουμε τη γνωστή διατύπωση του Max Horkheimer ότι «εκείνος που δεν μιλάει για τον καπιταλισμό δεν έχει δικαίωμα να μιλάει για τον φασισμό».1 Είναι χαρακτηριστικό, παρόλο που συχνά οι λέξεις αλλάζουν τη σημασία τους από τη μια εποχή στην άλλη, ότι η ετυμολογία του όρου εργασία σε διάφορες γλώσσες υποδηλώνει, ακριβώς , αυτήν την αρνητική προκαπιταλιστικά αξιολόγησή της. Έτσι, για παράδειγμα, στη γλώσσα μας ο όρος δουλειά είναι σαφές ότι έχει τις ρίζες του στη λέξη δουλεία και ότι το μόνο που αλλάζει είναι ο τόνος. Στα γαλλικά ο όρος travail όπως και στα ισπανικά ο όρος trabajo προέρχεται από το λατινικό tripalium, που ήταν το εργαλείο βασανισμού, η ρόδα με τους τρείς άξονες , ενώ συνδέεται και με το dolore, που σημαίνει κάτι το λυπητερό. Ο ιταλικός όρος lavoro, ο γαλλικός labeur, ο αγγλικός labor, ο σπανιόλικος laboral προέρχονται από τη λατινική fatica, δηλαδή κόπωση. Ο Γερμανικός όρος Arbeit, σε πλήρη αντιστοιχία με το ρωσικό Работа, σημαίνει, αρχικά, βαρύ, καταναγκαστικό έργο, δουλεία, και σχετίζεται με τη servitù ή δουλεία.

O ρωσικός όρος Работа προέρχεται από το γενικό σλαβικό orbota, από το οποίο προέρχεται και η λέξη рабъ ‐ δούλος. Ο επίσης ρωσικός όρος Труд που είναι καταγεγραμμένος από τον 11ο αιώνα και το γενικό σλαβικό – trud, trudit (βαρύ φορτίο, θλίψη, δυσαρέσκεια), προέρχεται από το ινδοευρωπαϊκό tr‐eu‐d (πιέζειν, συνθλίβειν) 2. 

Ας δούμε τώρα, εν συντομία, πως αντιμετωπίζονταν αρνητικά η εργασία και δη η εξαρτημένη, στους προκαπιταλιστικούς ταξικούς σχηματισμούς, μια και στις πρωτόγονες κοινωνίες δεν υπήρχε η έννοια του χρόνου, παρά μόνον ένας ρυθμός επαναλαμβανόμενων συλλογικών δραστηριοτήτων, όπως το τελετουργικό της εργασίας και των γιορτών. 3

Την περίοδο της δουλείας, και ειδικότερα για τους αρχαίους Έλληνες, είναι γνωστή η υποτίμηση που έτρεφαν για τη χειρωνακτική εξαρτημένη δουλειά. Ο Albert Camus δεν σφάλει όταν γράφει ότι «οι (αρχαίοι) Έλληνες ήταν διαποτισμένοι από την ηθική της αργίας όπως εμείς από την ηθική του οχτάωρου». 4

Ο Όμηρος, στην Οδύσσεια, καταδεικνύει την αποστροφή προς τον θάνατο εκτιμώντας ότι είναι χειρότερος ακόμη και από το πιο απεχθές που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπός εν ζωή, δηλαδή από το να δουλεύει για λογαριασμό κάποιου άλλου. «Περίλαμπρε Οδυσσέα, το θάνατο μη μου ζητάς με λόγια να γλυκάνεις. Κάλλιο στη γης να βρισκόμουν, κι ας δούλευα σε ανθρώπου μικρού, δίχως βιός πολύ, παρά στον Άδη να είμαι και βασιλέας να λέγομαι των πεθαμένων όλων». 5

Για τον Ξενοφώντα η εταίρα Θεοδότη, η οποία «ζει από τη γενναιοδωρία των φίλων της» είναι πιο σεβαστή από κάποιον που δουλεύει για λογαριασμό κάποιου άλλου». 6 Για τον Σωκράτη, οι χειρώνακτες εργάτες δεν είναι δυνατόν παρά να δημιουργούν σαθρές φιλίες και σαθρούς πολίτες. 7 Για τον Πλάτωνα, είναι γνωστό ότι η πιο σημαντική δραστηριότητα ήταν εκείνη του φιλοσοφικού στοχασμού, ενώ υποστήριζε ότι η ιδανική του Πολιτεία θα έπρεπε να διοικείται από τους γνωρίζοντες, δηλαδή τους φιλοσόφους. Η «ευδαιμονία συνίσταται στη θεωρητική ενασχόληση» μας λέει ο Αριστοτέλης 8.

Και ακριβώς αυτή η υποτίμηση της χειρωνακτικής εργασίας ήταν που τον εμπόδιζε, ενώ είχε εντοπίσει στα #Ηθικά Νικομάχεια# ότι τα εμπορεύματα, για να ανταλλάσσονται μέσω του χρήματος, θα πρέπει να είναι «σύμμετρα», δηλαδή να έχουν κάτι κοινό, ποιοτικά ίσο μεταξύ τους 9, και ότι αυτό το κοινό ήταν ότι αυτά είναι προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας. Και αυτό το τελευταίο δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί «γιατί η ελληνική κοινωνία στηρίζονταν στην εργασία των δούλων και επομένως είχε σαν φυσική της βάση την ανισότητα των ανθρώπων και των εργατικών τους δυνάμεων» 10 και εκτελούνταν μόνον από κατώτερους ανθρώπους.

Η ίδια αρνητική αξιολόγηση της εργασίας και των φορέων της οδηγούσε τόσο τον Πλάτωνα όσο και τον Αριστοτέλη, τουλάχιστον στις ιδανικές γι’ αυτούς πολιτείες, να αποκλείουν από την ιδιότητα του πολίτη τους χειρώνακτες εργαζόμενους. «Απολύτως δικαίους άνδρας ούτε τον των βαναύσων, ούτε τον των αγοραίων βίον επιτρέπεται να διάγουν οι μετέχοντες της πολιτείας (διότι ο τοιούτος βίος είναι αγενής και προς την αρετήν ασυμβίβαστος), ουδέ εκείνοι οι οποίοι πρόκειται να αποβούν πολίται επιτρέπεται να είναι γεωργοί (διότι απαιτείται διαθέσιμος χρόνος και προς απόκτησιν της αρετής και προς ενασχόλησιν εις τας πολιτικάς πράξεις) μας λέει ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» 11.

Ενώ στα «Ηθικά Νικομάχεια» πέραν της ανωτερότητας της θεωρίας και της φιλοσοφίας απέναντι στον πρακτικό βίο, δηλώνει ότι «Η ευδαιμονία έγκειται στο να έχουμε ελεύθερο χρόνο, διότι εργαζόμαστε για να σχολάσουμε, όπως κάνουμε πόλεμο για να εξασφαλίσουμε την ειρήνη». 12

Ο Κικέρωνας, από τη μεριά του, ταυτίζει τη δουλειά για λογαριασμό άλλου με τη δουλεία: «Όποιος ανταλλάσσει το μόχθο του με χρήμα πουλιέται αυτός ο ίδιος και τοποθετείται στην κατηγορία των σκλάβων». 13

Στο Χριστιανισμό, η εργασία συνιστά τιμωρία για το προπατορικό αμάρτημα. Είναι επειδή ο Αδάμ και η Εύα τέλεσαν αυτό το αμάρτημα που έκτοτε η γη πρέπει να ποτιστεί με τον ιδρώτα του ανθρώπου για να προσφέρει τους καρπούς της: «Εις δε τον Αδάμ είπεν∙ επειδή ήκουσες την κακήν συμβουλήν της γυναικός σου και έφαγες από τον καρπόν του δένδρου, εκ του οποίου και μόνου εγώ σου έδωσα την εντολήν να μη φάγης, θα είναι κατηραιμένη η γη εις τα έργα σου. Με λύπην και κόπον θα κερδίζης την τροφήν σου από την γην όλας τας ημέρας της ζωής σου. Αγκάθια και τριβόλια θα σου φυτρώνη η γη και θα τρέφεσαι με τα χόρτα του αγρού. Καθ’ όλον το διάστημα της ζωής σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρώγης τον άρτον σου, μέχρις ότου αποθάνης και επιστρέψη το σώμα σου εις την γην, από την οποίαν και έχει πλασθή∙ διότι χώμα είναι το σώμα σου, στο χώμα θα καταλήξη και χώμα πάλιν θα γίνη». 14

Οι άνθρωποι, λοιπόν, για να κατακτήσουν την βασιλεία των ουρανών είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν. Είναι σύνηθες όταν θέλουμε να καταγγείλουμε τον εκφυλισμό των συνθηκών εργασίας της εποχής μας να κάνουμε λόγο για επιστροφή στον εργασιακό Μεσαίωνα. Να όμως που στη διάρκεια ενός χρόνου, οι άνθρωποι δούλευαν τότε λιγότερο και απ’ ότι μέχρι σχετικά πρόσφατα στον καπιταλισμό, κι ακόμη απ’ ότι δουλεύουν σήμερα σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που βρίσκονται σε χώρες με χαμηλά μεροκάματα.

Κατά τον 13ο αιώνα, όσον αφορά στους εργαζόμενους στις συντεχνίες, η επικρατούσα αντίληψη ήταν ότι η διάρκεια της εργάσιμης μέρας δεν θα έπρεπε να επαφίεται στη βούληση του εκάστοτε εργοδότη, αλλά θα πρέπει να καθορίζεται από τον κανονισμό κάθε συντεχνίας. Αυτοί οι κανονισμοί διέφεραν από συντεχνία σε συντεχνία. Στις περισσότερες από αυτές, η εργάσιμη μέρα ξεκινούσε με την Ανατολή του ηλίου και τελείωνε με τη Δύση ή με την έναρξη του Εσπερινού. Έτσι η εργάσιμη μέρα κυμαίνονταν από 7 με 8 ώρες ημερησίως το χειμώνα και έφτανε τις 14 ώρες το καλοκαίρι.

Όμως, πέραν του ότι η κυρίαρχη τότε αγροτική απασχόληση, από την ίδια της τη φύση, σε αντίθεση με το εργοστάσιο, είχε λόγω καιρικών συνθηκών πολλές μέρες σχόλης, ιδιαίτερα τους χειμώνες, υπήρχαν για όλους 80‐85 ημέρες το χρόνο , Κυριακών συμπεριλαμβανομένων, πλήρους αργίας, λόγω διαφόρων εορτών, θρησκευτικών , τοπικών, εορτών των ίδιων των συντεχνιών, και επίσης γύρω στις 70 μέρες ημιαργίας τις παραμονές των γιορτών και τα Σάββατα.

Θυμίζω ότι στην Ελλάδα σήμερα έχουμε 13 επίσημες αργίες και μέχρι πρότινος τις Κυριακές. Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι τα Σάββατα η εργάσιμη ημέρα έληγε τότε, την ώρα που ξεκινούσαν ορισμένες θρησκευτικές λειτουργίες, δηλαδή κατά την επικρατούσα αντίληψη γύρω στις 3 με 4 το απόγευμα. Συμπερασματικά, η εργάσιμη μέρα του Μεσαίωνα ήταν ορισμένες φορές μικρότερη και άλλες μεγαλύτερη από εκείνη του 19ου αιώνα, όμως κατά τη διάρκεια ενός έτους, το σύνολο των εργάσιμων ημερών και ωρών ήταν μικρότερο από εκείνο που απαιτούνταν από τον εργάτη τον 19ο αιώνα. 15

Με βάση στοιχεία, την προέλευση των οποίων παραθέτει η Juliet B. Schor, κατά τον 13ο αιώνα, οι ενήλικες άνδρες αγρότες δούλευαν στην Αγγλία 1.620 ώρες το χρόνο. Τον 14ο αιώνα, οι περιστασιακοί εργάτες (casual laborer) 1.440 ώρες το χρόνο, ενώ το 1840, ο μέσος όρος απασχόλησης των εργατών ήταν 3.105‐3.588 ώρες το χρόνο. 16

Κατά τον Lafargue, το ένα τέταρτο του έτους οι Γάλλοι αγρότες είχαν αργία, και στην τσαρική Ρωσία ο Tchayanov, υποστηρίζει ότι οι αγρότες αφιέρωναν σε αργίες ανάμεσα στο ένα τέταρτο και ένα πέμπτο των ημερών του χρόνου. 17

Έτσι κι αλλιώς, ιδιαίτερα όσον αφορά στους αγρότες, ήταν μάλλον οι καιρικές συνθήκες και οι θρησκευτικές υποχρεώσεις οι οποίες και καθόριζαν τον εργάσιμο και κατ’ επέκταση τον ελεύθερο χρόνο και όχι η καπιταλιστική λογική «ο χρόνος είναι χρήμα».

Αλλά και αργότερα, κατά τον 16ο, αιώνα υπήρχαν φωνές, όπως εκείνη του Giοrdano Bruno, οι οποίες υποστήριζαν ότι η ουσιαστική πνευματική ενατένιση της πραγματικότητας, η οποία ήταν και το πλέον σημαντικό στη ζωή των ανθρώπων δεν ήταν δυνατόν να συνδέεται με την κόπωση της πρακτικής ενασχόλησης. 18

Η ανύψωση της αξίας της εξαρτημένης εργασίας και του χρόνου που αφιερώνεται σε αυτήν, αντιστοιχεί στην μισθωτή εργασία και τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Και όσο περίεργο κι αν φαντάζει αυτό σε σχέση με τον ύστερο Μεσαίωνα, επί καπιταλισμού, μέχρι να οργανωθεί η εργατική τάξη, η τάση ήταν η αύξηση του χρόνου εργασίας. Αυτό συνέβη, διότι απαιτείται μια ορισμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για να μπορέσει να υπάρξει εκ μέρους των εργαζομένων «ελεύθερος», προς εκμετάλλευση από το κεφάλαιο, χρόνος, πέρα από εκείνον ο οποίος τους είναι αναγκαίος για να καλύπτουν τις βιοποριστικές τους ανάγκες. 19

Πριν την εμφάνιση του καπιταλισμού και δη της βιομηχανικής επανάστασης, δηλαδή το τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα, ναι μεν το επίπεδο των αναγκών ήταν χαμηλότερο, από την άλλη όμως η παραγωγικότητα της εργασίας δεν ήταν τέτοια που να παρέχεται αυτός ο ελεύθερος προς εκμετάλλευση χρόνος. Έτσι, η «πολιτισμένη φρικαλεότητα της υπερβολικής εργασίας», η οποία όπως παρατηρεί ο Διόδωρος Σικελιώτης, κατά την αρχαιότητα, ακόμη και για τους δούλους εμφανίζεται σαν εξαίρεση, 20 αρχίζει να γίνεται κυρίαρχη με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και τον παγκόσμιο χαρακτήρα της .

Άλλωστε, δεν είναι συμπτωματικό ότι την ίδια εποχή το ρολόι με τη μηχανική μορφή του άρχισε να έχει δεσπόζουσα σημασία για να μετρά με ακρίβεια την αρχή και το τέλος του χρόνου εργασίας 21, ενώ με την εξέλιξη του καπιταλισμού, το χρονόμετρο μετατρέπεται σε «πολιτικό όργανο εξουσίας πάνω στην εργασία». 22

Στα τέλη του 18ου αιώνα η Εγκυκλοπαίδεια θέτει την εργασία στο επίκεντρο της κοινωνίας του Διαφωτισμού και της αποδίδει πολύπλευρα, μέσα από διαφορετικά λήμματά της, την αξία που της αποδίδουν οι κεφαλαιοκράτες. Αυτή επιτρέπει τη διατήρηση μια καλής φυσικής κατάστασης, αποτελεί χρήσιμο τρόπο αντιμετώπισης της βαρεμάρας, αποτελεί το φάρμακο για κάθε αρνητική συνέπεια της τεμπελιάς, ενώ οι γιορτές , κατά τις οποίες υπάρχουν αργίες, εμφανίζονται να συμβάλλουν στο να εκτρέπονται οι εργαζόμενοι. 23

Όπως επισημαίνει ο κοινωνιολόγος, τέως πρόεδρος της Βελγικής Ακαδημίας, καθηγητής μου, Henri Jeanne, «“Time is money“ είναι μια έννοια στενά συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό, ο οποίος είναι θεμελιωμένος στην εκμετάλλευση του χρόνου και την αποδοτικότητα της χρήσης του». 24

Με τον καπιταλισμό, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Daniel Bensaid, «κακός δαίμονας που καγχάζει, ο χρόνος φαίνεται να κινεί εφεξής τα νήματα των κοινωνικών δεσμών. Είναι το εμπορευματικό μέτρο κάθε πράγματος, αρχής γενομένης από την ανθρώπινη δραστηριότητα που έχει καταντήσει απλός σκελετός του χρόνου». 25

Ακόμη, όπως ορθά υποστηρίζει ο Max Weber, αυτή η διατύπωση του Benjamin Franklin «ο χρόνος είναι χρήμα», που υποδηλώνει ότι «αποσπάται λίπος από τα ζώα και χρήμα από τους ανθρώπους» 26, αποδίδει το πνεύμα και το ιδιαίτερο ήθος του καπιταλισμού το οποίο και εκφράζεται από τον καλβινικό πουριτανισμό με τη λογική δούλευε, γιατί μόνον έτσι είναι δυνατόν να κερδίσεις τον Παράδεισο από τη Χάρη του. Και αν στη λογική του προτεσταντισμού η εργασία είναι σκοπός και ηθικό καθήκον των ανθρώπων, με βάση εκείνη του καπιταλισμού, οι εργαζόμενοι υπερβαίνοντας την προτεσταντική ηθική δεν θα πρέπει να εργάζονται μόνο μέχρι να καλύψουν τις ανάγκες τους, αλλά περισσότερο. 27

Η αξία, λοιπόν, που αποδίδεται στην ποσότητα του χρόνου εργασίας, σε συνδυασμό με τη γενικότερη λατρεία της ταχύτητας, η οποία και συνδέεται με τους ρυθμούς της εργασίας, δεν αποτελούν αιώνιες αξίες, αλλά αξίες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής . «Ο χρόνος, είναι ο χώρος για την ανθρώπινη ανάπτυξη. Ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει ελεύθερο χρόνο, που ολόκληρο το χρονικό διάστημα της ζωής του, εκτός από τις καθαρά φυσικές διακοπές για τον ύπνο, το φαγητό κ.τ.λ. απορροφάται από την εργασία του για τον καπιταλιστή, είναι κάτι παρακάτω από ένα φορτηγό ζώο. Είναι μια απλή μηχανή για να φτιάχνει Ξένο Πλούτο,τσακισμένος στο σώμα και αποχτηνωμένος στην ψυχή.

Ωστόσο , ολόκληρη η ιστορία της σύγχρονής βιομηχανίας δείχνει πως το κεφάλαιο, αν δεν του μπει ένας φραγμός, εργάζεται χωρίς δισταγμό και οίκτο για να ρίξει ολόκληρη την εργατική τάξη σ’ αυτή την κατάσταση, της άκρας κατάπτωσης». 28

Εκ μέρους του κεφαλαίου ο εργάτης αντιμετωπίζεται σαν απλό εργαλείο στην υπηρεσία της βιομηχανίας. Χαρακτηριστική προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η αντίληψη του Βέλγου καθηγητή οικονομίας Gustave Molinari, ο οποίος, στο βιβλίο που είχε γράψει για το μάθημα της πολιτικής οικονομίας του 1863, έγραφε: «Από οικονομική άποψη οι εργαζόμενοι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν αληθινές μηχανές. Είναι μηχανές, που προσφέρουν μια ορισμένη ποσότητα παραγωγικών δυνάμεων και που απαιτούν σε αντάλλαγμα ορισμένα έξοδα συντήρησης και ανανέωσης, για να μπορούν να λειτουργούν κανονικά και συνεχώς. Αυτά τα έξοδα [….] αποτελούν τα έξοδα της παραγωγής της εργασίας ή για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που συχνά χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι, το ελάχιστο της συντήρησης των εργαζομένων» 29.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *