Σε μια εποχή όπου ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ ξαναχτυπά με ωμή βία, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον, αγνοώντας τα μαθήματα της ιστορίας και τις αρχές του διεθνούς δικαίου.
Η πρόσφατη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, που οδήγησε στη σύλληψη του Προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια παράνομη εισβολή σε κυρίαρχο κράτος, με στόχο τον έλεγχο των φυσικών πόρων και την επιβολή ενός φιλικού καθεστώτος.
Και ενώ στις ΗΠΑ η κριτική από Δημοκρατικούς πολιτικούς και αξιωματούχους φουντώνει, στην Ελλάδα η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφανίζεται πιο “τραμπική” από τον ίδιο τον Τραμπ, χαιρετίζοντας το “τέλος του καθεστώτος” χωρίς να αμφισβητεί τη νομιμότητα της επίθεσης.
Η δήλωση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, που δημοσιεύτηκε αργά το βράδυ του Σαββάτου, είναι χαρακτηριστική αυτής της στάσης: “Ο Νίκολας Μαδούρο προήδρευσε μιας βάναυσης και καταπιεστικής δικτατορίας που προκάλεσε απίστευτα δεινά στον λαό της Βενεζουέλας. Το τέλος του καθεστώτος του προσφέρει νέες ελπίδες για τη χώρα. Δεν είναι ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών. Προτεραιότητα πρέπει τώρα να είναι η εξασφάλιση μιας ειρηνικής και γρήγορης μετάβασης σε μια νέα κυβέρνηση χωρίς αποκλεισμούς που θα απολαμβάνει πλήρη δημοκρατική νομιμότητα”.
Αυτή η τοποθέτηση όχι μόνο αγνοεί την καταπάτηση της εθνικής κυριαρχίας της Βενεζουέλας, αλλά και θυμίζει τις πιο σκοτεινές σελίδες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, από την εισβολή στο Ιράκ μέχρι τις επεμβάσεις στη Λατινική Αμερική.
Πολύ εύστοχα, ο δημοσιογράφος της “Καθημερινής” Πάσχος Μανδραβέλλης αναρωτήθηκε στην πλατφόρμα X: “Θα ήθελα να ξέρω τι θα απαντήσει ο πρωθυπουργός σε ένα τουρκικό επιχείρημα του στιλ, «κι εμείς, το 1974, δικτάτορα ανατρέψαμε στην Κύπρο»…”. Η αναφορά είναι προφανής στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο στις 20 Ιούλη 1974, μετά το χουντικό πραξικόπημα του Σαμψών, όπου η Άγκυρα ισχυρίστηκε ότι “εγγυάται τη δημοκρατία”.
Φυσικά οι γείτονες μας δεν άφησαν ανεκμετάλλευτο το “δώρο” που τους πρόσφερε ο Μητσοτάκης.
Και πράγματι, δεν αποτελεί αντεπιχείρημα το γεγονός ότι τα αμερικανικά στρατεύματα δεν κατέλαβαν εδάφη της Βενεζουέλας. Η καταπάτηση της αυτονομίας ενός κράτους μέσω στρατιωτικής βίας είναι η ίδια, ανεξαρτήτως αν του έχουν επιβάλει στρατιωτική υποδούλωση. Και για να μην μείνει καμιά αμφιβολία για τις πραγματικές προθέσεις των ΗΠΑ, ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα “κυβερνήσουν” τη Βενεζουέλα μέχρι να υπάρξει “ασφαλής και σωστή μετάβαση” – μια ξεκάθαρη ομολογία νεοαποικιακών βλέψεων πάνω στα πετρέλαια και τον πλούτο της χώρας.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απάντηση του υπουργείου Εξωτερικών της Βενεζουέλας, που καταγγέλλει απερίφραστα τη στάση Μητσοτάκη:
Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι ο νυν Πρωθυπουργός της Ελλάδας φαίνεται να μην έχει διδαχθεί τίποτα από την πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία.
Ο ναζισμός χρησιμοποίησε ακριβώς τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται τώρα εναντίον της Βενεζουέλας: ότι η απόρριψη μιας κυβέρνησης και της ιδεολογίας της μπορεί να δικαιολογήσει δολοφονία, εισβολή και κατάφωρες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.
Αυτό το σκεπτικό όχι μόνο αντιβαίνει στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και στο διεθνές σύστημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά αναβιώνει και την πιο σκοτεινή λογική που η Ευρώπη ορκίστηκε να μην επαναλάβει ποτέ.
Από τη Βενεζουέλα, συνιστούμε στον Έλληνα Πρωθυπουργό να απόσχει από τα σχόλια για τη χώρα μας και, αντ’ αυτού, να εμβαθύνει τη μελέτη του για το διεθνές δίκαιο και τα ιστορικά διδάγματα που οδήγησαν στην τρέχουσα παγκόσμια έννομη τάξη.
Στην Ελλάδα η κυβέρνηση και σειρά αξιωματούχων της ΝΔ εμφανίζονται πιο φανατικοί υποστηρικτές του Τραμπ ακόμα αδιαφορώντας για τις επιπλήξεις που δέχεται η πολιτική του Αμερικανού προέδρου ακόμα και μέσα στις ΗΠΑ.
Μετά τις αρχικές δηλώσεις του δημάρχου της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι, που χαρακτήρισε την επιχείρηση “παράνομη πράξη πολέμου” και “καταπάτηση του διεθνούς δικαίου“, ακολούθησαν πυρά από Δημοκρατικούς γερουσιαστές και βουλευτές.
Ο γερουσιαστής Τιμ Κέιν αποκάλεσε την επίθεση “μη εξουσιοδοτημένη στρατιωτική επίθεση” χωρίς έγκριση του Κογκρέσου, ενώ η βουλευτίνα Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ τόνισε ότι πρόκειται για “πόλεμο για πετρέλαιο και αλλαγή καθεστώτος”.
Ακόμα και ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, ζήτησε άμεση ενημέρωση και κατηγόρησε την κυβέρνηση Τραμπ για παράκαμψη του Συντάγματος.
Αυτή η εσωτερική κριτική στις ΗΠΑ δείχνει ότι ακόμα και εντός του αμερικανικού πολιτικού συστήματος υπάρχει αντίσταση στην ωμή ιμπεριαλιστική πολιτική, σε αντίθεση με την απόλυτη ευθυγράμμιση της ελληνικής δεξιάς.
Η στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν είναι απλώς υποκριτική – είναι επικίνδυνη. Ανοίγει την πόρτα σε παρόμοια επιχειρήματα από χώρες όπως η Τουρκία, που μπορεί να τα χρησιμοποιήσουν για να δικαιολογήσουν δικές τους επεμβάσεις. Η Ελλάδα, με την ιστορία της σε Κύπρο και Αιγαίο, οφείλει να υπερασπίζεται την κυριαρχία των λαών και όχι να γίνεται πιόνι των ΗΠΑ.

Υ.Γ.: Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, τουλάχιστον 40 άνθρωποι σκοτώθηκαν στην αμερικανική επίθεση – στρατιωτικοί και άμαχοι – ενώ ο αριθμός των τραυματιών παραμένει άγνωστος.






Αφήστε μια απάντηση