Επιχειρήσεις Μητσοτάκη: Από τις εσωκομματικές εκλογές του 2016, στις βουλευτικές εκλογές 2023

Του Γ.Γ.

Η αποκάλυψη της έγκυρης ισραηλινής εφημερίδας Haaretz στις 6 Γενάρη 2026 δεν ήταν ένα απλό δημοσιογραφικό επεισόδιο. Ήταν ένας σεισμός με πολιτικές προεκτάσεις. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, Ισραηλινοί «ειδικοί» ενεπλάκησαν σε οργανωμένη επιχείρηση χειραγώγησης της κοινής γνώμης υπέρ της Νέας Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας ενόψει των εκλογών του 2023.

Το θέμα δεν έμεινε εκεί. Σήμερα η εφημερίδα Documento επανέρχεται, βάζοντας το ζήτημα στο πρωτοσέλιδό της και δίνοντάς του ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Το πλήρες ρεπορτάζ αναμένεται να δημοσιοποιηθεί σύντομα και στο διαδίκτυο, γι’ αυτό δεν εστιαζόμαστε περισσότερο σ’ αυτό.

Δεν είναι όμως αυτό το μοναδικό σκοτεινό κεφάλαιο που αξίζει προσοχής.

Υπάρχει και κάτι παλαιότερο. Πολύ πιο βαθύ. Και εξαιρετικά αποκαλυπτικό.

Οι εσωκομματικές εκλογές της Νέας Δημοκρατίας που ανέδειξαν αρχηγό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Τότε που τίποτα δεν έδειχνε ότι ο «δεύτερος» του πρώτου γύρου θα μπορούσε να ανατρέψει το αποτέλεσμα. Τότε που η οργή του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, φαβορί της αναμέτρησης, ξέσπασε ακόμη και τηλεφωνικά, με τη φράση που έμελλε να γίνει ιστορική:
«Άντε και γαμήσου, κωλόπαιδο».

Ας θυμηθούμε τα γεγονότα.

Στις 20 Δεκέμβρη 2015 διεξάγεται ο πρώτος γύρος των εκλογών για την ηγεσία της Ν.Δ., με τέσσερις υποψηφίους: Μητσοτάκη, Μεϊμαράκη, Τζιτζικώστα και Γεωργιάδη. Το αποτέλεσμα είναι καθαρό. Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης προηγείται με 39,80%, αφήνοντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο 28,50%.

Κανείς δεν πιάνει το 50% και, βάσει καταστατικού, οδεύουμε σε δεύτερο γύρο στις 10 Γενάρη 2016. Όλα δείχνουν τυπική διαδικασία. Όλοι οι πολιτικοί αναλυτές μιλούν για δεδομένη νίκη Μεϊμαράκη. Τα δημοσιεύματα της εποχής είναι κατηγορηματικά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσιάζεται ως χαμένος εκ των προτέρων.

Και όμως.

Το βράδυ της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων, το πολιτικό σύστημα παγώνει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκλέγεται αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας με 52,43%, ανατρέποντας πλήρως το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου. Ο Μεϊμαράκης περιορίζεται στο 47,57%.

Ένας εκλογικός θρίαμβος που κανείς δεν είχε προβλέψει. Ένα αποτέλεσμα που αιφνιδίασε τους πάντες.

Χρειάστηκε να περάσει καιρός για να αρχίσει να αποκαλύπτεται τι ακριβώς συνέβη στο παρασκήνιο. Και όταν άρχισε να ανοίγει η κουρτίνα, η δυσωδία ήταν έντονη.

Ο Μανώλης Κοττάκης περιέγραψε ένα σκοτεινό παρασκήνιο, γεμάτο βαριά ονόματα και υπόγειες διαδρομές. Τραπεζίτες. Υψηλόβαθμοι Αμερικανοί αξιωματούχοι. Επιχειρηματίες – καναλάρχες. Και, στο βάθος, μια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας που είχε αναλάβει τη συγκέντρωση και διαχείριση των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας.

Παραθέτουμε το δημοσίευμα του διευθυντή της “Εστίας”:

Το παρασκήνιο της εκλογής του Κυριάκου Μητσοτάκη στην αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας τον Ιανουάριο του 2016 δεν έχει γραφτεί ακόμη. Και θα αργήσει ενδεχομένως, καθώς οι βασικοί πρωταγωνιστές και  πρωτοστάτες της  υποστηρίξεώς του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μιλήσουν. 

Δεν θα μιλήσει σίγουρα ο τραπεζίτης που διέθεσε το call center της τράπεζάς του για να στηθεί εκεί το στρατηγείο του Πρωθυπουργού, από το όποιο εγίνοντο δεκάδες τηλέφωνα προς τα μέλη του κόμματος. 

Δεν θα μιλήσει ο υψηλόβαθμος Αμερικανός διπλωμάτης που παρότρυνε τον υπερφιλόδοξο πολιτικό να κατέλθει υποψήφιος αρχηγός, προκειμένου να σπάσει το καραμανλικό μπλοκ σε συγκεκριμένη περιοχή, πράγμα το όποιο επετεύχθη. 

Δεν θα μιλήσουν οι δύο επιχειρηματίες καναλάρχες οι οποίοι αμέσως μετά τον πρώτο γύρο, όταν είδαν ότι η επιλογή τους απέτυχε, ερώτησαν τότε τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα ποιόν να στηρίξουν, και εκείνος μέσω αντιπροσώπου, υπέδειξε τον κύριο Μητσοτάκη. 

Δεν θα μιλήσουν τα κορυφαία στελέχη τού ΠΑΣΟΚ που ενέγραψαν μαζικά 10.000 μέλη τού κόμματός τους στην Νέα Δημοκρατία υπέρ του κυρίου Μητσοτάκη. (Μόνον ο κύριος Βενιζέλος άφησε πρόσφατα μία αιχμή). 

Δεν θα μιλήσουν οι εταιρίες κινητής τηλεφωνίας που ανέλαβαν την έκδοση των αποτελεσμάτων, ούτε η πρώτη του Νοεμβρίου που τίναξε στον αέρα τις εκλογές όταν ο Μεϊμαράκης προηγείτο με 50 τοις έκατό, ούτε η δεύτερη του Ίανουαρίου η οποία στο παρελθόν είχε συλληφθεί να παρακολουθεί τον πρώην Πρωθυπουργό και Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Κώστα Καραμανλή. 

Δεν θα μιλήσει βεβαίως, γιατί από εκεί που βρίσκεται δεν μπορεί, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος έκανε τα μαγικά του στην τελική ευθεία και αδρανοποίησε κορυφαία στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, πολιτικά του παιδιά, που επιθυμούσαν συγκεκριμένη εξέλιξη. 

Κάποτε θα μάθουμε γιατί έγινε λευκή απεργία και από ποιους, την τελευταία εβδομάδα.

* Υπάρχει όμως κάποιος που μπορεί να μιλήσει, αν δεν άρχισε να μιλάει. Ο πρώην Πρωθυπουργός και Πρόεδρος του κόμματος Αντώνης Σαμαράς, ο όποιος τότε προς έκπληξιν όλων των πολιτικών του φίλων κινητοποίησε τις δυνάμεις του σε όλη την επικράτεια υπέρ της εκλογής του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Και εδώ δεν έχουν γραφτεί τα βαθύτερα κίνητρα αυτής της πρωτοβουλίας του, για την οποία δείχνει να μετανιώνει σήμερα. Ουδείς γνωρίζει αν ο πρώην πρωθυπουργός πριν δώσει τα χέρια με τον κύριο Μητσοτάκη αποτάθηκε σε άλλον υποψήφιο αν του ζήτησε ανταλλάγματα και ποια είναι αυτά.

Είναι προφανές από την εξέλιξη των πραγμάτων και από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα ότι η στήριξη του κυρίου Σαμαρά προς τον κύριο Μητσοτάκη δεν βιάστηκε σε αμιγώς πολιτικά κριτήρια. Υπήρχε μετά βεβαιότητος και προσωπικό σκέλος.

Η στήριξη που παρείχε το κόμμα στον κύριο Σαμαρά για το σκάνδαλο Novartis υπήρξε καταλυτική για την πολιτική του επιβίωση. Αν ο κύριος Μητσοτάκης δεν τον είχε στηρίξει (αρχειοθέτηση του φακέλου του) και τον είχε αφήσει ακάλυπτο, σήμερα δεν θα μιλούσαμε.

Κατά τούτο, ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι έχει  εξοφλήσει  τα  γραμμάτια του στα βασικά! Προφανώς όμως, όπως διεφάνη από την ομιλία του πρώην πρωθυπουργού στο συνέδριο, η άρνηση των δικαστικών Αρχών να αποκαλύψουν τα πρόσωπα των προστατευόμενων μαρτύρων που έκαναν λόγο για τροχήλατες βαλίτσες θεωρείται αθέτηση συμφωνίας από τον κύριο Σαμαρά.

Οπως επίσης αθέτηση θεωρείται και η επιλογή του Μαργαρίτη Σχοινά για τη θέση του επιτρόπου και αντιπροέδρου της Κομισιον από τον κύριο Μητσοτάκη, αξίωμα το οποίο λέγεται ότι είχε υποσχεθεί στον κύριο Σαμαρά ο πρωθυπουργός.

Ακόμη κι αν δεν έβαζε βέτο στον διορισμό του κυρίου Σαμαρά σε θέση επιτρόπου η καγκελάριος Μέρκελ -βολική δικαιολογία για τον κύριο Μητσοτάκη- το βέβαιο είναι ότι ο πρωθυπουργός δεν θα ήθελε τον προκάτοχο του στα πόδια του και μάλιστα μια θέση κομβική στην καρδιά των ευρωπαϊκών εξελίξεων. 

Η έκρηξη του κυρίου Σαμαρά στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν λοιπόν κεραυνός εν αιθρία.

Εδώ να σημειώσουμε ότι όσα είχε αποκαλύψει ή άφησε να υπονοηθούν ο Μανόλης Κοττάκης τα επιβεβαίωσε, με ποιο κατηγορηματικό μάλιστα τρόπο, ο Σύμβουλος Στρατηγικής του πρώην Πρωθυπουργού και Πρόεδρου της Νέας Δημοκρατίας Κώστα Καραμανλή, Νίκος Καραχάλιος.

Τίποτα δεν αποδείχθηκε επίσημα. Αλλά και τίποτα δεν διαψεύστηκε πειστικά.

Οι υποψίες άρχισαν να συσσωρεύονται: πιέσεις, εξαγορές, εκφοβισμός ψηφοφόρων, ακόμη και ευθεία αλλοίωση αποτελεσμάτων. Ένα πλέγμα μεθοδεύσεων που, αν ισχύει έστω και εν μέρει, αλλάζει πλήρως την εικόνα για το πώς και από ποιους χτίστηκε η σημερινή πολιτική ηγεσία της χώρας.

Και τότε το ερώτημα επιστρέφει, σήμερα, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση:

Αν υπήρξαν τέτοιες πρακτικές τότε, γιατί να μην υπήρξαν και αργότερα;
Και αν πράγματι υπήρξε «επιχείρηση» το 2023, μήπως η αρχή είχε γίνει ήδη από το 2016; Και πόσο λάθος έχουμε πολιτικά πρόσωπα που εκδήλωσαν τους προβληματισμούς τους κατά πόσο ήταν αδιάβλητες οι εκλογές του 2023;

Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, παραμένει ένα ερώτημα που μέχρι σήμερα δεν έχει απαντηθεί.

Γιατί ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης αποδέχτηκε αυτή την κατάσταση;

Γιατί δεν αμφισβήτησε θεσμικά και πολιτικά το αποτέλεσμα, όταν είχαν ήδη δει το φως της δημοσιότητας δύο εξαιρετικά σοβαρά και τεκμηριωμένα δημοσιεύματα; Εκείνα του Μανώλη Κοττάκη και του Γιάννη Καραχάλιου, τα οποία περιέγραφαν με λεπτομέρειες τις μεθοδεύσεις, τις παρεμβάσεις και το παρασκήνιο που οδήγησαν στην εκλογή Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.

Δημοσιεύματα που δεν βασίζονταν σε φήμες ή «πηγές καφενείου», αλλά σε συγκεκριμένα στοιχεία, ονόματα, ρόλους και μηχανισμούς. Και όμως, δεν ακολούθησε καμία θεσμική σύγκρουση, καμία προσφυγή, καμία επίσημη καταγγελία που να τινάξει στον αέρα τη διαδικασία.

Σιωπή.

Μια σιωπή που γεννά περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα λύνει. Ήταν πολιτική επιλογή; Ήταν αποτέλεσμα πιέσεων; Ή μήπως υπήρξε ένας άτυπος συμβιβασμός, μια συμφωνία «κυρίων» για να μη διαρραγεί η συνοχή του κόμματος;

Όποια κι αν είναι η απάντηση, ένα είναι βέβαιο: όταν σοβαρές καταγγελίες μένουν αναπάντητες και αμφισβητούμενες διαδικασίες «κλείνουν» χωρίς έλεγχο, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ένα κόμμα. Αφορά τους κανόνες που διέπουν την αστική δημοκρατία ή την αστική δικτατορία, όπως την εκτιμάει καθένας.

Και σήμερα, υπό το φως των νέων αποκαλύψεων για το 2023, εκείνη η σιωπή του 2016 μοιάζει λιγότερο τυχαία και πολύ πιο ανησυχητική.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *