Η αλήθεια για τους Σλαβομακεδόνες

Μπροσούρα της ΣΑΚΕ

Ιστορικές αλχημίες

Οι προς βορράν βλέψεις της ελληνικής αστικής τάξης παίρνουν και αρχήν “αμυντικό” χαρακτήρα. Υποτίθεται ότι όλος αυτός ο συρφετός των αστών πολιτικών, πανεπιστημιακών, λογοτεχνών και άλλων διανοούμενών κλπ. υπερασπίζεται την “ιστορική αλήθεια” και την “ιστορική κληρονομιά”.

Στόχος των νέων “μακεδονομάχων” είναι να αποδείξουν ότι δεν υπήρξε ποτέ Σλαβομακεδονικό έθνος, κατά συνέπεια ούτε Σλαβομακεδόνες στην Ελλάδα, ότι είναι κατασκεύασμα του Τίτο, για να προωθήσει τα επεκτατικά του σχέδια σε βάρος της ελληνικής Μακεδονίας, ότι τέλος μόνο οι Ελληνες έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τον όρο Μακεδονία, σαν οι μοναδικοί και γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων και του Μ. Αλεξάνδρου.

Για για να πετύχουν το σκοπό τους αρχίζουν τις ιστορικές αλχημείες, που οδηγούν βαρύγδουπους “επιστήμονες” στο επίπεδο της γελοιότητας. Ανακάλυψαν ότι πρόγονοι των Σλαβομακεδόνων ή των – κατά την αστική προπαγάνδα – Σκοπιανών είναι οι Δάρδανοι, αντίπαλοι και εχθροί των αρχαίων Μακεδόνων, που ζούσαν στα εδάφη της πρώην γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας! Ετσι δικαιολογούν το γιατί οι Σλαβομακεδόνες δεν έχουν καμιά σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες και κανένα δικαίωμα στην κληρονομιά που άφησαν.

Ακριβώς το αντίθετο υποστηρίζουν οι αστοί εθνικιστές της πρώην γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας, χρησιμοποιώντας στο κράτος τους σύμβολα των αρχαίων Μακεδόνων βασιλιάδων, για να θεμελιώσουν ιστορικά τις επεκτατικές βλέψεις τους. Οι μεγαλόσχημοι “επιστήμονες μας” παραβλέπουν σκόπιμα αυτό που ξέρει κάθε μαθητής Λυκείου ότι τα σύγχρονα έθνη και η εθνική συνείδηση άρχισαν να διαμορφώνονται παράλληλα με την ανάπτυξη της αστικής τάξης και ίων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αυτή είναι η μόνη επιστημονική βάση από την οποία πρέπει να ξεκινά η προσέγγιση του εθνικού ζητήματος.

Οτι το εθνικό ζήτημα είναι αντικείμενο της ιστορίας και της κοινωνιολογίας, ενώ η φυλετική καταγωγή, η συνέχεια από αρχαίους λαούς σε σύγχρονους είναι αντικείμενο άλλων επιστημών, όπως η εθνολογία, η λαογραφία κλπ., που πάντως δεν μπορούν να ερμηνεύσουν το σχηματισμό των σύγχρονων εθνών, που σχεδόν στο σύνολο τους προέρχονται από διαφορετικούς λαούς, από διαφορετικές εθνικές ομάδες και φυλές. Είναι λοιπόν ευνόητο, ότι τα σλαβικά φύλα που άρχισαν να εγκαθίστανται στη Βαλκανική στην περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, από τον 6ο αιώνα μ.χ., και τα έθνη που προήλθαν απ’ αυτά μερικούς αιώνες αργότερα δεν έχουν σχέση με τα φύλα που έζησαν στην ίδια περιοχή 2.000 χρόνια πριν. Το ίδιο ισχύει και για το σύγχρονο ελληνικό έθνος.

Το ζήτημα της φυλετικής συνέχειας από τους αρχαίους Ιωνες, Δωριείς, Μακεδόνες και άλλα ελληνικά φύλα, που ζούσαν πριν από περίπου 2.500 χρόνια στον ελλαδικό χώρο, απετέλεσε αντικείμενο μελέτης από εθνολόγους, λαογράφους και άλλους επιστήμονες, πολλοί από τους οποίους έκφρασαν και αντιτιθέμενες απόψεις. Κανένας σοβαρός επιστήμονας όμως (ακόμη και εκπρόσωποι του μεγάλο ιδεατισμού) δεν αμφισβήτησε, ότι στη μακραίωνη πορεία διαμόρφωσης του νεοελληνικού έθνους η εθνική ταυτότητα του διαμορφώθηκε με τη φυλετική, πολιτιστική και οικονομική αλληλεπίδραση και επιμειξία με μα σειρά άλλα φύλα, τα οποία πέρασαν από την Ελλάδα σαν επιδρομείς και καταχτητές ή με τα οποία είχε στενές σχέσεις, όπως είναι οι Αλβανοί, οι Ρωμαίοι, οι Αραβες, οι Σλάβοι, οι Ενετοί, οι Τούρκοι.

Οι αναδρομές και οι αναφορές στην αρχαία Μακεδονία και το Μ. Αλέξανδρο δεν μπορούν να ερμηνεύσουν ιστορικά φαινόμενα που εμφανίστηκαν 20 τουλάχιστον αιώνες αργότερα, αλλά εξυπηρετούν αποκλειστικά την εθνικιστική προπαγάνδα και των δυο πλευρών. Οσο για τα σύμβολα και το πολιτιστικό παρελθόν, για τα οποία ερίζουν Αθήνα και Σκόπια, δεν αποτελούν κληρονομιά κανενός ξεχωριστού έθνους. Η πολιτιστική κληρονομιά της ελληνικής αρχαιότητας, όχι μόνο ο ήλιος της Βεργίνας, αλλά και ο Παρθενώνας και η αρχαιοελληνική φιλοσοφία και η τραγωδία και η αττική κωμωδία αποτελούν κληρονομιά όλης της ανθρωπότητας, η οποία άλλωστε και την χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα. Εκτός πια κι αν οι αστοί “μας” φτάσουν να ζητήσουν… πνευματικά δικαιώματα για τις μεταφράσεις του Αριστοτέλη και του Αισχύλου, που στο εξωτερικό είναι πολύ περισσότερες και πολύ πιο πλήρεις απ’ αυτές που υπάρχουν στην νεοελληνική γλώσσα.

Σλαβομακεδονικό Εθνος

Είναι γνωστό, ότι από τα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας (2ος π.χ. – 4ος μ.χ.), αργότερα στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στη συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο όρος Μακεδονία χρησιμοποιείται σαν διοικητικός όρος, που καθορίζει μια διοικητική περιφέρεια των αυτοκρατοριών αυτών, ευρύτερη της περιοχής που έζησαν οι αρχαίοι Μακεδόνες, η οποία κατά καιρούς αυξομειώνεται.

Στην περιφέρεια αυτή, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής, άρχισαν τον 6ο αιώνα οι εισβολές των ισχυρών σλαβικών φύλων, που κατέληξαν σε μαζική εγκατάσταση τους στη Βαλκανική, τον 7ο αιώνα, παρά τις προσπάθειες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων να την αποτρέψουν. Από ένα από τα πρώτα σλαβικά φύλα, που είχε εγκατασταθεί στο Νότο της Βαλκανικής, προέκυψε βασικά το Σλαβομακεδονικό έθνος.

Παρά τις συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών, που γίνονταν για οικονομικούς λόγους στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς όλες τις κατευθύνσεις, ένας συμπαγής όγκος του έθνους αυτού, με κοινή οικονομική ζωή, είναι συγκεντρωμένος στα εδάφη της πρώην γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας, της Μακεδονίας του Πιρίν (Βουλγαρία) και σε μια ζώνη στα βόρεια της δυτικής ελληνικής Μακεδονίας. Στην περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και αργότερα, αναφέρονται συχνά σα Νότιοι Σλάβοι και διαχωρίζονται τόσο από τους Βούλγαρους όσο και από τους Σέρβους και τους Κροάτες, που φέρονται να έχουν εγκατασταθεί από την εποχή του Ηράκλειου (7ος αιώνας) στα εδάφη που ζουν και σήμερα. Η σερβική αυτοκρατορία, που ίδρυσε ο Στέφανος Ντουσάν το 14ο αιώνα, με την κατάληψη ολόκληρης της Μακεδονίας, πλην της Θεσ/νίκης, ήταν βραχύβια.

Το Συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από τη σύγχρονη αστική παραφιλολογία. Να τι αναφερόταν σε ένα πολυδιαφημισμένο ένθετο της “Καθημερινής”, που είχε τον τίτλο “Ιστορική Επισκόπηση της Μακεδονίας” και σαν στόχο να περάσει τα “μακεδονομαχικά” μηνύματα μέσα από την παραποίηση της ιστορικής αλήθειας: “Με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) αρχίζει ο ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός για επικράτηση στη Μακεδονία (σ.σ. που βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κατοχή). Στην πραγματικότητα, ο ανταγωνισμός αυτός εντοπίζεται στην προσπάθεια επικράτησης στις σλαβόφωνες μάζες που διαβιούν στην κεντρική ζώνη. Η ζώνη αυτή, όπως αναφέρουν προξενικές εκθέσεις της εποχής εκείνης, εκτεινόταν μεταξύ της γραμμής Καστοριάς – Πτολεμαΐδας – Γιαννιτσών -Ζίχνης Σερρών στο νότο, και Αχρίδας – Περλεπέ – Στρώμνιτσας – Μελενίκου – Νευροκοπίου στο Βορρά.

Μετά την ατυχή για την Ελλάδα πόλεμο του 1897 οι Βούλγαροι κατάφεραν να εξαναγκάσουν ένα μεγάλο μέρος του σλαβόφωνου πληθυσμού της ζώνης αυτής να ασπασθεί το βουλγαρισμό. Ετσι, το καλοκαίρι του 1903, στη γιορτή του προφήτη Ηλία, πραγματοποιήθηκε μια εξέγερση γνωστή ως “Ιλιντεν”, που όμως γρήγορα πνίγηκε στο αίμα από τον τουρκικό στρατό.

Η εξέγερση αυτή είχε ως αποτέλεσμα και την καταστροφή πολλών ελληνικών κοινοτήτων και κωμοπόλεων μεταξύ των οποίων και το Κρούσοβο της Βόρειας Μακεδονίας. Παράλληλα όμως παρουσίασε ανάγλυφα τον κίνδυνο να χαθεί η Μακεδονία, γεγονός που οδήγησε τον Ελληνισμό σε μια γενική κινητοποίηση…” .

Ομολογία πρώτη: Στην κεντρική ζώνη της υπό Οθωμανική κατοχή Μακεδονίας ζούσαν Σλάβοι, που δεν είναι ούτε Βούλγαροι ούτε Σέρβοι και αποτελούσαν – μαζί με τα εδάφη που κατοικούσαν – το “μήλον της έριδος” ανάμεσα στην ελληνική και τη βουλγάρικη αστική τάξη.

Ομολογία δεύτερη: Το νότιο τμήμα της ζώνης όπου κατοικούσαν οι Σλάβοι αυτοί είναι περιοχή που πέρασε στην Ελλάδα με το διαμελισμό της Μακεδονίας ανάμεσα στη Σερβία, την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, ύστερα από τους βαλκανικούς πολέμους 1912-13, στην οποία ζούσε τμήμα του Σλαβομακεδονικού έθνους, που χωρίστηκε μαζί με τη Μακεδονία.

Γιατί η επανάσταση του “Ιλιντεν” παρουσίασε ανάγλυφα τον κίνδυνο να χαθεί η Μακεδονία; Απάντηση δεν υπάρχει στην επιστημονικοφανή ανάλυση της “Καθημερινής”, γιατί θάπρεπε να παραδεχτεί, ότι οι Σλαβομακεδόνες εξεγέρθηκαν εναντίον του Οθωμανικού ζυγού, με στόχο την ίδρυση δικού τους κράτους, που θα περιλάμβανε και το κομμάτι της ελληνικής δυτικής Μακεδονίας, όπου ζούσαν οι Σλαβομακεδόνες. Με την εξέγερση του “Ιλιντεν” ιδρύθηκε μια εφήμερη Μακεδόνικη Δημοκρατία, που πνίγηκε στο αίμα από το Σουλτάνο.

Την ύπαρξη “Μακεδονοσλάβων” οι οποίοι “ουδεμίαν σχέοιν έχουν με τους Βουλγάρους ή Σέρβους” υποστηρίζει με κατηγορηματικό τρόπο ο γνωστός ακαδημαϊκός Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, που πέθανε πρόσφατα, στη μελέτη του “Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Συμβολαί εις την Ιστορίαν του Μεσαιωνικού Ελληνισμού”, που δημοσιεύτηκε το 1945. Παραθέτουμε το μακροσκελές αλλά ιδιαίτερα διαφωτιστικό σχετικό απόσπασμα:

“Εν αντιθέσει προς την παλαιοτέραν θεωρίαν του Κopital, ο οποίος εδέχετο ότι οι πρώιμοι Σλάβοι οι κατελθόντες προς τον Δούναβιν απετέλουν αρχικώς ενιαίαν φυλετικήν ομάδαν, εκ των υστέρων διασπασθείσαν, η νεωτέρα φιλολογική σχολή υποστηρίζει ότι τα κατερχόμενα προς νότον σλαβικά φύλα έφεραν εν εαυτοίς τα στοιχεία της διαφοροποιήσεως. Ούτω ενωρίτατα εις την οικογένειαν των Νοτίων Σλάβων διεμορφώθησαν τρεις ωσαύτως κλάδοι, έχοντες γλωσσικήν ιδιορρυθμίαν: οι Σλοβένοι, οι Σερβο-Κροάται και οι Σλάβοι του Αίμου (Ούτω νομίζομεν, προς αποφυγήν παρανοήσεων, πρέπει να ονομασθούν σι Σλάβοι σι εγκατασταθέντες προς Ανατολάς του καρπαθοβαλκανικσύ τόξου, μεταξύ του Δουνάβεως και του Αίμου, οι οποίοι απορροφήσαντες τους μεταγενεστέρως κατελθόντας Βουλγάρους, απετέλεσαν ιδίαν ομάδαν εις τους κόλπους των Νοτίων Σλάβων), οι φερόμενοι συνήθως υπό το άσχετον προς την σλαβικήν οικογένειαν όνομα των Βουλγάρων.

Εις ποίον εκ των τριών κλάδων πρέπει να αναχθούν οι Σλάβοι της Ελλάδος; Παλαιότερον, τω 1901, ο Lavrov προσεπάθησε να σύναψη τα σλαβικά ταύτα φύλα προς την σερβοκροατικήν ομάδα. Επικρατέστερα όμως φαίνεται η λεγόμενη βουλγαρική θεωρία. Κατ’ αυτήν οι Σλάβοι της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου υπάγονται εις την ακτίνα της βουλγαρικής γλωσσικής επιδράσεως. Ο κ. Vasmer μελετήσας λεπτομερώς τα φωνητικά φαινόμενα απεδέχθη ανεπιφυλάκτως “την στενήν συγγένειαν των Σλάβων της Ελλάδος μετά των Βουλγάρων και την άμεσον σχέσιν των μετά της γλώσσης των αποστόλων των Σλάβων”. Εις επίρρωσιν της γνώμης του ο συγγραφέας προσάγει τα πορίσματα των τελευταίων εργασιών του Α. Selischtschev (1931-33) περί του σλαβικού στοιχείου της Αλβανίας, όπου η σερβοκροατική επίδρασις περιορίζεται μόνον εις την βόρειον περιοχήν, παρά το Σκούταρι, ενώ το νότιον τμήμα της χώρας ανήκει καταφανώς εις το βουλγαρικόν γλωσσικόν πεδίον.

Προς την κατευθυνσιν ταύτην είναι ανάγκη να γίνουν μεθοδικότεροι και λεπτομερέστεροι γλωσσικοί και φωνητικοί έρευναι. Επί του παρόντος από απόψεως ιστορικής είναι επιβεβλημένον να διευκρινισθούν ορισμένα σημεία, τα οποία δύνανται να παράσχουν αφορμήν εις σοβαρός παρανοήσεις. Ο όρος “βουλγάρικη επίδρασις” έχει ειδικήν περιωρισμένην σημασίαν, αναφέρεται δε εις γλωσσικόν ιδίωμα, του οποίου τα πρώτα δείγματα σώζονται εις την παλαιοσλαβικήν μετάφρασιν του Ευαγγελίου υπό των Ελλήνων Θεσσαλονικέων αποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου και προς το οποίον συνάπτεται η βουλγαρική γλώσσα. Οταν επομένως λέγωμεν ότι οι Σλάβοι οι κατελθόντες εις την Ελλάδα, μέχρι και αυτής της Πελοποννήσου, υπήγοντο εις την ακτίνα της βουλγαρικής γλωσσικής επιδράσεως, κινδυνεύομεν να δημιουργήσωμεν εννοίας εσφαλμένος. Οι Σλάβοι ούτοι, επιχειρήσαντες πολλάς επιδρομάς καθ’ όλον περίπου τον 5ον αιώνα και τελικώς εγκατεσταθέντες εις τας βυζαντινάς χώρας κατά τα πρώτα έτη της επομένης εκατονταετηρίδας, ουδεμίαν εθνολογικήν σχέσιν ηδύναντο να έχουν με τους Βουλγάρους.

Μόλις κατά το έτος 679 η τουρανική ομάς του Ασπαρούχου έρχεται εις επαφήν με τα εντεύθεν του Δουνάβεως, προς βορράν του Αίμου, εγκατεστημένα σλαβικά φύλα και τότε μόνον “οι Βούλγαροι, αποτελούντες ελαχίστην μειονότητα, θα καμφθούν βαθμηδόν υπό τον καταθλιπτικόν αριθμητικόν όγκον των Σλάβων’, ( Chr. Gerard: Les Bulgares de la Volga et les slaves du Danube, Παρίσι 1939), των οποίων θα αποδεχθούν το γλωσσικόν όργανον. Η επικράτησις επομένως τοπωνυμίων ανηκόντων εις την ακτίνα της “βουλγαρικής” γλωσσικής επιδράσεως, ιστορικώς ερμηνευομένη, ουδέν άλλο σημαίνει ή ότι οι Σλάβοι έποικοι της κυρίως Ελλάδος προήλθαν κατά το πλείστον εκ των προβουλγαρικών φύλων των εγκατεστημένων μεταξύ του καρπαθοβαλκανικού τόξου, του Δουνάβεως και του Ευξείνου Πόντου […]

Διότι οι σλαβόφωνοι της δυτικής και βορείου Μακεδονίας, οι περιελθόντες εις την Ελλάδα και εις την Σερβίαν, ουδεμίαν σχέσιν έχουν προς τους Σέρβους ή τους Βουλγάρους, αλλ’ είναι υπολείμματα των παλαιότατων μεταναστευτικών κινήσεων των Σλάβων, οι οποίοι συνετελέσθησαν πολύ προ της εμφανίσεως και της προς Νότον προωθήσεως και των Βουλγάρων και των Σέρβων. Καθ’ όσον τουλάχιστον δυνάμεθα να κρίνωμεν εκ των τοπωνυμίων, υφίσταται άμεσος γλωσσική συγγένεια μεταξύ των σημερινών Μακεδονοσλάβων και των σλαβικών φύλων, τα οποία εγκατεστάθησαν κατά τους μέσους αιώνας εις την Ελλάδα. Ως και οι υπόλοιποι Σλάβοι, τα σημερινά μακεδόνικα λείψανα ανήκοντα εις τον κλάδον του Αίμου, υπέστησαν την πολιτικήν και πολιτιστικήν επίδρασιν του Βυζαντίου, ησπάσθησαν την Χριστιανικήν Θρησκείαν και επί αιώνας ολόκληρους έζησαν εντός των κόλπων της αυτοκρατορίας και του Ελληνισμού. Η προσπάθεια προσαρτήσεως των εις τους οργανωμένους κλάδους των βαλκανικών σλαβικών συγκροτημάτων δια της δημιουργίας τεχνητής εθνικής συνειδήσεως, υπήρξε συνέπεια ευρύτερων και καθολικωτέρων πολιτικών κινήσεων εις την χέρσονησον του Αίμου κατά τους νεωτάτους χρόνους”.

Ο Δ. Ζακυθηνός είναι σαφέστατος και κατηγορηματικός ως προς την καταγωγή και την εθνική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων. Στο τέλος μάλιστα κάνει νύξη για την προσάρτηση τους στη Σερβία και τη Βουλγαρία (1912) και για την προσπάθεια βίαιου εκσερβισμού και εκβουλγαρισμού τους (“δια της δημιουργίας τεχνητής εθνικής συνειδήσεως”), βγάζοντας όμως απέξω την ελληνική αστική τάξη και την εγκληματική πολιτική της απέναντι στη Σλαβομακεδονική εθνότητα της ελληνικής Μακεδονίας και υποστηρίζοντας εμμέσως τον εξελληνισμό των Σλαβομακεδόνων που έμειναν στα εδάφη που πήρε η Ελλάδα με το διαμελισμό της Μακεδονίας.

Τα συμπεράσματα του Ζακυθηνού υιοθετεί ουσιαστικά και η ανάλυση της “Καθημερινής”, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, παρόλο που μασάει τα λόγια της. Γράφει συγκεκριμένα:

“Στο μεταξύ, φινο-ταταρικά φύλα – οι Πρωτοβούλγαροι – εισδύουν με τη σειρά τους στη Βαλκανική και καθυποτάσσουν τους Σλάβους σης περιοχές της σημερινής Βουλγαρίας. Αφομοιώνονται όμως γλωσσικά από τους Σλάβους, και οι δυο πλέον λαοί – με το όνομα Βούλγαροι – ιδρύουν το Βουλγαρικό κράτος. (Στο σημείο αυτό υπάρχει σημαντική διχογνωμία μεταξύ των επιστημόνων κατά πόσο τα σλαβικά φύλα που κατοικούσαν σης μακεδόνικες περιοχές εκβουλγαρίστηκαν. Τη διχογνωμία αυτή εκμεταλεύονται σήμερα οι Σκοπιανοί ιστορικοί για να αντικρούουν την άποψη για την παρουσία των Βουλγάρων στη Μακεδονία κατά το Μεσαίωνα, και για να προβάλουν το κράτος του Σαμουήλ ως σλαβομακεδονικό που μάχεται εναντίον Βυζαντινών και Βουλγάρων). Πάντως γενικά οι βυζαντινές πηγές δέχονται ότι το κράτος αυτό είναι βουλγαρικό και ότι στο 10ο αιώνα επεκτείνεται στη Μακεδονία και ακόμα νοτιότερα.

Τελικά, παρά το δυναμισμό του, το κράτος αυτό αδυνατεί να καταλύσει τη “βυζαντινή κυριαρχία στη Μακεδονία ή να αλλοιώσει ριζικά τον εθνολογικό χαρακτήρα της, αφού τα μεγαλύτερα πληθυσμιακά κέντρα – που σήμερα βρίσκονται στην ελληνική Μακεδονία – παραμένουν συνεχώς ελληνικά. Στην ύπαιθρο χώρα όμως, και ιδιαίτερα στη Βόρεια Μακεδονία – περιοχές δηλ. της σημερινής γιουγκοσλαβικής και βουλγαρικής Μακεδονίας – αλλά και σ’ ορισμένες περιοχές νοτιότερα (σ.σ. δηλαδή στη ΒΔ ελληνική Μακεδονία, που δεν κατονομάζεται), φαίνεται ότι υπάρχει συμπαγές το σλαβικό στοιχείο “.

Συμπέρασμα πρώτο: Η “Καθημερινή”, για να προσδώσει την απαιτούμενη επιστημονικοφάνεια στην ανάλυση της, αναγκάζεται να ομολογήσει, ότι στο συγκεκριμένο επίμαχο κομμάτι της Μακεδονίας, όπου ζουν οι Σλαβομακεδόνες, υπήρχε από την εποχή του Βυζαντίου συμπαγές σλαβικό στοιχείο, που δεν είχε αλλοιωθεί εθνολογικά, δεν είχε δηλαδή εκβουλγαριστεί, ακόμη κι όταν η περιοχή αυτή είχε περάσει υπό τη βουλγαρική κυριαρχία.

Συμπέρασμα δεύτερο: Τόσο από τη μελέτη του Ζακυθηνού όσο και από της “Καθημερινής”, καταρρίπτεται το επιχείρημα των νέων “μακεδονομάχων”, ότι δεν υπάρχει Σλαβομακεδονικό έθνος, γιατί, εκτός των άλλων, δεν έχει δικιά του γλώσσα, αλλά μιλά ένα βουλγαρικό ιδίωμα. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Οχι μόνο έχει δικιά του γλώσσα, αλλά την επέβαλε και στους Βουλγάρους, οι οποίοι διατήρησαν, όπως ήταν φυσικό, και κάποια στοιχεία της γλώσσας τους. Ετσι εξηγείται το γεγονός, ότι οι Βουλγάρα, ενώ δεν είναι Σλάβοι, μιλάνε σλαβική γλώσσα, αλλά και η στενή σχέση ανάμεσα στη Σλαβομακεδονική και τη Βουλγάρικη γλώσσα. Στενή συγγένεια υπάρχει επίσης ανάμεσα στη Σλαβομακεδονική και τις υπόλοιπες σλαβικές γλώσσες, αφού ανήκουν στην ίδια εθνολογική οικογένεια.

Για το ίδιο ζήτημα ο καθηγητής R.A. Reiss, που ορίστηκε το 1914 από την ελληνική κυβέρνηση να ερευνήσει από εθνογραφική άποψη τις νέες ελληνικές επαρχίες, έγραφε στη σχετική έκθεση του:

“Αυτούς που εσείς αποκαλείτε βουλγαρόφωνους θα τους ονόμαζα καλύτερα απλώς μακεδόνες. Δίνετε σ’ αυτούς τους ανθρώπους το όνομα των βουλγαρόφωνων εξ αιτίας της γλώσσας τους που μοιάζει με τα βουλγάρικα. Είναι όμως αυτά βουλγάρικα, είναι η ίδια γλώσσα που μιλούν στη Σόφια; Οχι. Τα μακεδόνικα μοιάζουν τόσο στα σέρβικα, όσο και στα βουλγάρικα. […] Οι έρευνες μου στην ελληνική και τη σερβική Μακεδονία μου έδειξαν ότι τα πραγματικά μακεδόνικα είναι προϊόν όλων των διαδοχικών κατακτήσεων που υπέσιη αυτή η χώρα. […] Επαναλαμβάνω ότι η μεγάλη μάζα των κατοίκων παρέμεινε απλώς Μακεδόνικη” (Παρμένο από το Δελτίο της Εταιρείας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων, Ιανουάριος 1992).

Κατά την άποψη αυτών που σήμερα θεωρούν “έγκλημα καθοσιώσεως” την αναφορά στους Σλαβομακεδόνες και τη γλώσσα τους, πρέπει να “καθίσουν στο σκαμνί” όχι μόνο ο μακαρίτης ο Ζακυθηνός, αλλά το ίδιο το αστικό κράτος, πολιτικοί εκπρόσωποι του και ο αστικός τύπος. Το 1926, το υπουργείο Παιδείας προχώρησε στην έκδοση του πρώτου αλφαβηταρίου – αναγνωστικού στα σλαβομακεδονικά, με τίτλο ABECEDAR, γεγονός που προκάλεσε τις αντιδράσεις της Σερβίας και της Βουλγαρίας, γιατί δεν ήταν γραμμένο στο κυριλλικό αλφάβητο, και τελικά αποσύρθηκε.

“Φιλοσκοπιανός” όμως πρέπει να βαφτιστεί και ο Ε. Αβέρωφ, ο οποίος στις συνεδριάσεις 17 και 18 Σεπτέμβρη 1959, σαν υπουργός τότε της ΕΡΕ, αναφέρθηκε σε “Μακεδόνικη γλώσσα η οποία ομιλείται εις τα Σκόπια κι έχει και γραμματικήν και συντακτικόν”.

Αλλά και ο αστικός τύπος, συγκεκριμένα το 1949, πριν το τέλος του εμφύλιου, διαπράττει το ίδιο “έγκλημα καθοσιώσεως”. Να μερικές χαρακτηριστικές αναφορές. Η εφημερίδα “Μακεδονία”, στις 16/1/1949, σε σχόλιο για την κατάληψη της Νάουσας από το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας γράφει: “Χθες και προχθές εις την Νάουσαν εισέβαλαν οι εγκληματίαι αυτοί, που οι περισσότεροι ήσαν Ρουμανόβλαχοι και Βουλγαρόφωνοι και Σλσυομακεδόνες Τους καθοδηγούσαν οι Ελληνόφωνοι εγκληματίαι”.

Στις 11/3/1949, η ίδια φυλλάδα γράφει: “Κατά τας υπάρχουσας πληροφορίας, οι Γιουγκοσλάβοι δεν αποκλείουν δράσιν εις την χωράν των με βάσιν εξορμήσεως το “αυτόνομον” κράτος (σ.σ. τη Μακεδονία του Πιρίν). Δι’ ο και λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα στρατιωτικά μέτρα. Αποκλείουν ουχ ήττον άμεσον δράσιν, ιδία δε ανάμιξιν του βουλγαρικού στρατού και θεωρούν πιθανωτέραν την εξαπόλυσιν συμμοριών Σλαβομακεδό-νων και δη καταγόμενων από τας περιφερείας της σερβικής Μακεδονίας “.

Στις 26/4/1949: “Οι Σλάβοι της Βορείου Ελλάδος προσανατολίζονται ήδη προς την Βουλγαρίαν, προς την οποίαν καθοδηγούνται όπως αποβλέπουν δια βοήθειαν και δι’ ηγεοίαν και οι Ελληνες κομμουνισταί”.

Αλλά και στα τέλη του 1949, ύστερα από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, το “Βήμα” (14/12/1949), γράφει: “Εις το Βελιγράδι και εις τα Σκόπια σημειούται από καιρού μια αισθητώς έντονη κίνηοις ολόγυρα από την Ελληνικήν Μακεδονίαν, την “Μακεδονίαν του Αιγαίου”. Οι συγκεντρωθέντες εις την γιουγκοσλαβικήν Μακεδονίαν Σλαβομακεδόνες συμμορίται του ΝΟΦ και άλλοι Σλαβομακεδόνες “πρόσφυγες” που ηκολούθησαν τους συμμορίτες εις την φυγή ν των προς την Γιουγκοσλαβίαν…”

Και παρακάτω: “…Με αντικειμενικών σκοπόν να καταγγελθεί η Ελλάς ως καταπιέζουσα δήθεν την σλαβομακεδονικήν της μειονότητα -την ανύπαρκτον σήμερον – και να ζητηθή η απελευθέρωσις αυτής εκ του μοναρχοφασιοτικού ζυγού. […]

Αι αποκαλύψεις του Τράικωφ φαίνεται ότι είναι “κοινόν μυστικόν” μεταξύ .των Σλαβομακεδόνων και εις την δίκην του Κωστωφ εις Σόφιαν δυο σλαθομακεδόνες μάρτυρες εκ της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας…”.

Σλαβομακεδόνες λοιπόν υπάρχουν και στη Βόρεια Ελλάδα και στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και μάλιστα, όπως αποκαλύπτει η “Μακεδονία”, έχουν και δική τους γλώσσα, τη σλαβομακεδονική. Γράφει σης 2/3/ 1949: “Ο σταθμός των Σκοπίων εις την εκπομπήν του της 27ης Φεβρουαρίου, της αυτής δηλαδή ημέρας με την εκπομπήν των αποφάσεων του κεντρικού συμβουλίου της ΝΟΦ υπό του ουμμοριακού σταθμού και δώδεκα ώρας μετ’ αυτήν, μετέδωσεν άρθρον εις την σλαυομακεδονικήν γλώσσαν ενός Χατζηβάλη”.

Η ίδια εφημερίδα, στις 26/4/1949, αναφερόμενη στην τοποθέτηση Σλαβομακεδόνων στελεχών της ΝΟΦ σε επιτελικές θέσεις του ΔΣΕ, γράφει: “Συνεπεία τούτου και οι διαταγαί του γενικού αρχηγείου των συμμοριτών συντάσσονται εις δυο γλώσσας: την ελληνικήν και την σλαβομακεδονικήν”.

Υστερα από το 1949 και τη νίκη της αστικής τάξης στον εμφύλιο, οι αναφορές στους Σλαβομακεδόνες σπανίζουν, γιατί βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το σχέδιο διάλυσης και αφανισμού της Σλαβομακεδονικής εθνότητας (του κομματιού της που απέμεινε στα πατρικά εδάφη, ύστερα από τον ανηλεή και εξοντωτικό διωγμό που υπέστη, όπως θα δούμε), αλλά και γιατί προωθείται κατ’ επιταγή των Αγγλο – Αμερικάνων ιμπεριαλιστών η συνεργασία Τίτο – μοναρχοφασισμού και αναγκαστικά οι τόνοι για το Μακεδόνικο πέφτουν και από τις δυο πλευρές. Αν μιλούσαν για “απειλή από βορράν”, οι έλληνες μοναρχοφασίστες θα χτυπούσαν το φίλο και σύμμαχο τους Τίτο. Κατάπιαν δηλαδή ακόμη και την υπαρκτή απειλή από πλευράς τιτισμού, που είχε βλέψεις στην ελληνική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη.

Τέλος, μια αναδρομή στον αστικό τύπο της ίδιας περιόδου (1949) καταρρίπτει και τον άλλο μύθο, ότι “η Μακεδονία είναι μόνο μια και μόνο Ελληνική” (μύθος είναι όταν πίσω απ’ αυτή τη φράση δεν υποκρύπτονται επεκτατικές βλέψεις για όλη τη γεωγραφική Μακεδονία). Τα σχετικά δημοσιεύματα του αστικού τύπου βρίθουν από αναφορές σε Ελληνική, Γιουγκοσλαβική και Βουλγαρική Μακεδονία.

Παραθέτουμε ένα δείγμα τέτοιων αναφορών και πάλι από την εφημερίδα “Μακεδονία” (30/4/1949) από άρθρο του Βλαδ. Μπουρεζάν: “…Και έτσι θα διενεργείτο το δημοψήφισμα υπέρ της δήθεν αυτονομίας της Μακεδονίας (ανάγνωθι: ενσωματώσεως αυτής εις την Βουλγαρίαν ή Γιουγκοσλαβίαν) ταυτοχρόνως εις ολόκληρον την Μακεδονίαν ως συνόλου λαμβανομένης, ήτοι την ελληνικήν Μακεδονίαν, την Μακεδονίου του Αιγαίου ως την αποκαλούν οι Σλάβοι, την γιουγκοσλαβικήν Μακεδονίαν ή Μακεδονίαν του Βαρδαρίου και την βουλγσρικήν τοιαύτην, ήτοι την Μακεδονία του Πιρίν. Εις τας δυο τελευταίας, ήτοι τα σλαβικά τμήματα της Μακεδονίας, οι κάτοικοι κατά παμψηφίαν είναι σλάβοι συνεπεία κατά το σλαβικών σύστημα εκκαθαρίσεως των ελληνικών πληθυσμών των…”.

Ο αρθρογράφος, βαθύς – όπως τον παρουσιάζει η φυλλάδα – γνώστης των σλαβικών πραγμάτων, αποκαλύπτει και κάτι ακόμη σημαντικό: ότι οι κάτοικοι των σλαβικών τμημάτων της Μακεδονίας είναι κατά “παμψηφίαν” Σλάβοι, ούτε Σέρβοι ούτε Βούλγαροι δηλαδή, όπως ισχυρίζονται οι Βούλγαροι αναθεωρητές (Ζιφκοφικοί) και σήμερα οι αστοί εθνικιστές, για να συγκαλύψουν το έγκλημα βίαιου εκβουλγαρισμού των Σλαβομακεδόνων της Μακεδονίας του Πιρίν. Και μια και αναφερθήκαμε στους αναθεωρητές, δεν είναι καθόλου περιττό να σημειώσουμε την πλήρη προσχώρηση των Ελλήνων αναθεωρητών στο στρατόπεδο του αστικού εθνικισμού, με την άρνηση ύπαρξης Σλαβομακεδονίκης εθνότητας (μειονότητας) στην Ελλάδα και το βάφτισμα των Σλαβομακεδόνων σαν “σλαβόφωνων ελλήνων”. Θέση που φέρνει την κλίκα του Περισσού πίσω ακόμη και από αστικά ρεύματα (π.χ. το ρεύμα του σύγχρονου “κοσμοπολιτισμού”; Παπαγιαννάκης, Ν. Δήμου, Μίχας κ.ά.), που μιλά για Σλαβομακεδόνες.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Μία απάντηση στο “Η αλήθεια για τους Σλαβομακεδόνες”

  1. Πότε ιδρύθηκε η Μακεδονία , που , και πια η γλώσσα των Μακεδόνων . Οι Σλάβοι των Σκοπίων τι γλώσσα μιλάνε , και πότε εμφανίστηκαν στην περιοχή της Τ/Γιουγκοσλαβίας . Ακόμη ποιος ίδρυσε την σλαβική διάλεκτο και τι είναι η Μακεδονία του Πιρίν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *