«Η “εφοπλιστική οικογένεια” είναι ότι πιο αισχρό, βρόμικο και εγκληματικό έχει να επιδείξει η ελληνική πλουτοκρατία. Χωμένοι μέχρι τον λαιμό στο λαθρεμπόριο ναρκωτικών, στην διακίνηση όπλων, στο δουλεμπόριο», γράφαμε σε περασμένη σχετική ανάρτησή μας.
Και αυτή η «οικογένεια» με τις «ευλογίες» όλων των αστικών κυβερνήσεων διαχρονικά βλέπει τα ήδη παραφουσκωμένα θησαυροφυλάκια της συνεχώς να πληθαίνουν.
Εμείς όμως τώρα θα σταθούμε σε κάτι άλλο συμπληρωματικά μ’ αυτή την ανάρτηση που είχαμε κάνει πριν δυο μέρες.
Λέγαμε, λοιπόν, αναφερόμενοι στην εμπλοκή εμπλοκή της Δήμητρας Κούστα –συζύγου του γνωστού εφοπλιστή Γιάννη Κούστα- στην αντιπαράθεση Βίσση – Καρβέλα, ότι η πρόσφατη δημόσια προβολή της οικονομικής ελίτ μέσα από λαμπερά αφιερώματα επιχειρεί συστηματικά να κατασκευάσει μια εικόνα απόλυτης αίγλης, αποκόπτοντας πλήρως τους πρωταγωνιστές της από την υλική και συχνά σκοτεινή πραγματικότητα της παγκόσμιας ναυτιλίας.
Όταν τα φώτα της δημοσιότητας στρέφονται αποκλειστικά στις επαύλεις, στις υπερπολυτελείς θαλαμηγούς και στις κοινωνικές εκδηλώσεις της οικογένειας Κούστα, λησμονείται σκόπιμα μια άλλη πλευρά της δραστηριότητας των μεγάλων ναυτιλιακών ομίλων: αυτή που αφορά τις μαύρες τρύπες και τα βαριά περιστατικά λαθρεμπορίου που εκτυλίσσονται στις διεθνείς θάλασσες.
Σε αυτό το πλαίσιο, προκαλεί τουλάχιστον αλγεινή εντύπωση ο «ανεξήγητος» λόγος για τον οποίο μια ενημερωτική ιστοσελίδα με το εκτόπισμα του flash.gr επιλέγει να αναδείξει ως κεντρικό και κύριο θέμα της μια απροκάλυπτη αγιογραφία του εφοπλιστή Γιάννη Κούστα. Σε μια περίοδο γεμάτη φλέγοντα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, η επιλογή να σερβίρεται στο αναγνωστικό κοινό απ’ τις πρώτες ειδήσεις η χλιδή, τα κοσμικά πάρτι και οι διάσημοι φίλοι της ολιγαρχίας, ξεπερνά τα όρια της απλής lifestyle θεματολογίας.
Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή των συστημικών ΜΜΕ να λειτουργούν ως γραφεία δημοσίων σχέσεων του μεγάλου κεφαλαίου. (Να το κάνουν λέτε με το αζημείωτο;)
Η συστηματική αυτή δημοσιογραφική ασυλία επιλέγει να παρακάμψει δύο πολύ συγκεκριμένα και σοβαρά περιστατικά που συνδέονται με τον στόλο της Danaos Shipping συμφερόντων του εφοπλιστή Γιάννη Κούστα. Πρόκειται για την υπόθεση του φορτηγού πλοίου «Dimitris C», το οποίο βρέθηκε δύο φορές στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών μέσα σε διάστημα μόλις λίγων μηνών:
• Σεπτέμβρης 2017: Κατά τη διάρκεια ελέγχου στο λιμάνι Ιλό του Περού, στο πλοίο εντοπίζονται και κατάσχονται 121 κιλά κοκαΐνης.
• Φλεβάρης 2018: Πριν προλάβει να κοπάσει ο θόρυβος, το ίδιο ακριβώς πλοίο («Dimitris C») ακινητοποιείται στη Γένοβα της Ιταλίας, όπου οι αρχές ανακαλύπτουν κρυμμένα στο κατάστρωμα άλλα 300 κιλά κοκαΐνης.
Η επίσημη θέση της εταιρείας, η οποία έγινε δεκτή από τις τοπικές και διεθνείς αρχές, ήταν ότι το ίδιο το πλήρωμα εντόπισε τις ουσίες κατά τη διάρκεια εσωτερικών ελέγχων και ότι ο στόλος έπεσε θύμα των διεθνών κυκλωμάτων λαθρεμπορίου (μέσω της μεθόδου «rip-on/rip-off», όπου ναρκωτικά τοποθετούνται εν αγνοία των ιδιοκτητών. Μια ανάλογη περίπτωση δηλαδή με το Noor 1).
Ωστόσο, η πολιτική και δημοσιογραφική ουσία παραμένει. Η κραυγαλέα αντίθεση ανάμεσα στη «χρυσή» ζωή της εγχώριας ολιγαρχίας και στα πλοία που μεταφέρουν τόνους παράνομων φορτίων αναδεικνύει μια βαθιά συστημική υποκρισία. Το εγχώριο μιντιακό κατεστημένο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου είδους «κεντρικά αφιερώματα», επιλέγει να παρουσιάζει τους εφοπλιστές ως εθνικά σύμβολα επιτυχίας. Την ίδια ώρα, οι στόλοι τους κινούνται στις γκρίζες ζώνες του παγκόσμιου εμπορίου, αποδεικνύοντας ότι πίσω από τη βιτρίνα της χλιδής κρύβεται μια πραγματικότητα που τα συστημικά μέσα προτιμούν να κρατούν επιμελώς στο σκοτάδι, ξεπλένοντάς την με τόνους κοσμικού μελανιού.
Υ.Γ. Θυμηθήκαμε και μια ανοιχτή δικογραφία
Τον Γενάρη του 2023, το φορτηγό πλοίο «Blume» εντοπίστηκε ανοιχτά των Καναρίων Νήσων με 4,2 τόνους κοκαΐνης. Στα εταιρικά χαρτιά εμφανίζονταν πρόσωπα και εταιρείες που, όπως προέκυπτε από τα δημοσιεύματα της εποχής, άφηναν πολλά ερωτήματα για το ποιος πραγματικά έλεγχε το πλοίο. Δυόμισι χρόνια αργότερα, η ελληνική Δικαιοσύνη προχώρησε σε συλλήψεις και ποινικές διώξεις.
Στην υπόθεση εμφανίζεται σαν ιδιοκτήτης του ναρκόπλοιου ένας 68χρονος συνταξιούχος αστυνομικός, (ο μόνος που είναι προφυλακισμένος) ο γιος του και μια υπάλληλος, ενώ την υπεράσπισή τους ανέλαβε ο γνωστός ποινικολόγος Σάκης Κεχαγιόγλου. Είναι φανερό ότι πρόκειται για “αχυρανθρώπους”,
Ωστόσο, στον ναυτιλιακό και όχι μόνο χώρο κυκλοφορούν επίμονα πληροφορίες που συνέδεαν το «Blume» με συγκεκριμένα εφοπλιστικά συμφέροντα. Για ευνόητους λόγους δεν μπορούμε να αναπαράγουμε φήμες.
Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που αξίζει να τεθεί: ποιο ήταν το πραγματικό οικονομικό και εταιρικό υπόβαθρο αυτής της υπόθεσης; Ποιος χρηματοδότησε την αγορά και τη διαχείριση του πλοίου; Ποιοι βρίσκονταν πίσω από τις εταιρείες που εμφανίζονταν στα χαρτιά; Και ποιος είχε την πραγματική δυνατότητα να κινεί τα νήματα;


0 Comments