Οι «Ράδιο Αρβύλα» έχουν διανύσει μια μεγάλη διαδρομή στα τηλεοπτικά πράγματα. Και ασφαλώς δεν ήταν όλα ρόδινα ,ούτε όλες οι επιλογές τους άμοιρες κριτικής — από την υπόθεση Στάθη μέχρι εκείνες τις φορές που η εκπομπή κατηγορήθηκε ότι λειτούργησε ως «πλυντήριο» για πρόσωπα και καταστάσεις που κάθε άλλο παρά το χρειάζονταν (Περίπτωση Μαστοράκη).
Αυτό, όμως, δεν μπορεί να διαγράψει μια πραγματικότητα: τα τελευταία χρόνια οι «Ράδιο Αρβύλα» υπήρξαν από τις ελάχιστες τηλεοπτικές εκπομπές μεγάλης εμβέλειας που ασκούσαν συστηματικά και χωρίς ιδιαίτερα προσχήματα σκληρή κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Τα δηλητηριώδη βέλη έπεφταν το ένα μετά το άλλο. Υπουργοί, κυβερνητικοί βουλευτές, πρωθυπουργικές δηλώσεις, κυβερνητικές γκάφες, σκάνδαλα και πολιτικές συμπεριφορές περνούσαν καθημερινά από τη σατιρική τους κρεατομηχανή.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η πολιτική σάτιρα δεν είναι απλώς ένα τηλεοπτικό προϊόν.
Στην καλύτερη εκδοχή της είναι ένα ιδιότυπο «λαϊκό δικαστήριο» σε ζωντανή μετάδοση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία επιστρέφει, έστω και μέσα από το γέλιο, ένα μέρος της κοροϊδίας που υφίσταται καθημερινά από τα υπουργικά έδρανα, τα κυβερνητικά γραφεία και τα πανίσχυρα οικονομικά κέντρα.
Όταν ο Λαζόπουλος ξεγυμνώνει την υποκρισία της εξουσίας με δυο ατάκες και ο Κανάκης προβάλλει τις φωτογραφίες κυβερνητικών στελεχών με μέλη του υποκόσμου, και σατιρίζει τις δηλώσεις τους, δεν γελάει απλώς ο τηλεθεατής. Καταλαβαίνει. Συνειδητοποιεί. Και κάποιες φορές, εξοργίζεται.
(Το ότι για κάποιους παρουσιαστές σατιρικών εκπμπών η επαγγελματική τους ενασχόληση αποτέλεσε το μέσον για την προσωπική τους κοινωνική και οικονομική ανάδειξη είναι μια άλλη ιστορία).
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σάτιρα πολιτικά ενοχλητική.
Γιατί μπορεί μια σατιρική εκπομπή να μη ρίξει κυβέρνηση, μπορεί όμως να ροκανίσει την εικόνα της. Να γελοιοποιήσει τους εξουσιαστές. Να κάνει μια δήλωση τους που θα περνούσε απαρατήρητη στα δελτία ειδήσεων να γίνει ανέκδοτο σε ολόκληρη την κοινωνία.
Και αυτό έχει πολιτικό κόστος.
Τώρα, οι «Ράδιο Αρβύλα» ανακοίνωσαν λιτά την αποχώρησή τους από τον ΑΝΤ1, γράφοντας ότι αποχωρούν «για λόγους αρχής μετά από 30 χρόνια».
Τι ακριβώς συνέβη πίσω από τις κλειστές πόρτες δεν το γνωρίζουμε.
Και δεν έχουμε κανέναν λόγο να ανακυκλώσουμε τις φήμες που κυκλοφορούν στα δημοσιογραφικά γραφεία.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που αξίζει να παραθέσουμε.
Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος στην «Εφημερίδα των Συντακτών» επαναφέρει στο προσκήνιο όσα είχαν γραφτεί πέρυσι για έντονη αντιπαράθεση μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και του ιδιοκτήτη του ΑΝΤ1, Θοδωρή Κυριακού, με αντικείμενο —σύμφωνα με εκείνα τα δημοσιεύματα— τη συγκεκριμένη εκπομπή.
Αν υπήρξε πράγματι τέτοια παρέμβαση, δεν το γνωρίζουμε.
Αν όμως σήμερα, σε μια περίοδο όπου η πολιτική αντιπαράθεση οξύνεται και η χώρα μπαίνει σε προεκλογική τροχιά, μια από τις πιο δημοφιλείς εκπομπές πολιτικής σάτιρας βρίσκεται ξαφνικά εκτός του σταθμού με τον οποίο συνεργαζόταν, τότε είναι απολύτως λογικό να τίθενται ερωτήματα.
Γιατί η αστική δημοκρατία δεν δείχνει το αυταρχικό της πρόσωπο μόνο με τις δυνάμεις καταστολής. Κάτι παρόμοιο κάνει η εξουσία όταν αρχίζει να θεωρεί αφόρητη κάθε φωνή που την κάνει να φαίνεται γελοία.
Και η σάτιρα, όταν κάνει σωστά τη δουλειά της, έχει αυτό το ενοχλητικό χαρακτηριστικό: Δεν φοβάται να γελάσει με τον βασιλιά.
Γι’ αυτό και η τελευταία φράση της ανακοίνωσης των «Ράδιο Αρβύλα» — «για λόγους αρχής» — αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Δεν ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη. Ξέρουμε όμως ότι κάτι συνέβη. Και αυτό εντοπίζεται στο ότι κάποιοι φοβούνται πολύ τη σάτιρα ειδικά όταν απευθύνεται σε μαζικό ακροατήριο.


0 Comments