Όταν η 17Ν χτύπησε τον Παύλο Μπακογιάννη

dolofonia_mpakogianniΠηγή: “Το Ποντίκι

Απόσπασμα από το βιβλίο του Δ. Κουφοντίνα «13 απαντήσεις – Μια συζήτηση με τον Τάσο Παππά»

Πριν από ελάχιστα εικοσιτετράωρα κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο του Δ. Κουφοντίνα «13 απαντήσεις – Μια συζήτηση με τον Τάσο Παππά» από τις εκδόσεις Μονοπάτι (κεντρική διάθεση από τις εκδόσεις Κουκκίδα, Θεμιστοκλέους 37, Αθήνα), με εισαγωγή του δημοσιογράφου Τ. Παππά και πρόλογο του επίσης δημοσιογράφου Γιώργου Σταματόπουλου. Στο βιβλίο αυτό, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, ο συνάδελφος θέτει στον καταδικασμένο για τη δράση της 17 Νοέμβρη Δ. Κουφοντίνα 13 ερωτήματα, τα οποία επιχειρούν να εκμαιεύσουν απαντήσεις οι οποίες, δεκατέσσερα χρόνια μετά τη σύλληψη της 17Ν, ακόμη εκκρεμούν.

Ο Τ. Παππάς σημειώνει στην εισαγωγή του: «Το πώς και το γιατί νέοι άνθρωποι αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα πιστεύοντας ότι μόνο έτσι θα επιτευχθεί ο στόχος για μια κοινωνία με ελευθερία και δικαιοσύνη και κυρίως το πώς και το γιατί σημαντικά τμήματα του πληθυσμού αντιμετώπισαν με ανοχή (για μεγάλη περίοδο και με συμπάθεια) τη δράση των οργανώσεων δεν έχει αναλυθεί επαρκώς.

Όπως επίσης αντικείμενο έρευνας πρέπει να είναι και οι διεργασίες στο εσωτερικό των οργανώσεων: πώς λειτουργούσαν, πώς αποφάσιζαν, πώς στρατολογούσαν νέα μέλη, ποιες απόψεις αναπτύχθηκαν όταν διαπίστωναν ότι το μήνυμά τους για μαζική αντίσταση και εξέγερση δεν έβρισκε ανταπόκριση, πώς τους επηρέαζαν τα γεγονότα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ποια ήταν η καθημερινότητά τους, ποιες διαφωνίες εκδηλώθηκαν στη διαδρομή τους, οι διαρροές που είχαν και οι αιτίες τους, η εναλλαγή στα συναισθήματά τους».

Το «Ποντίκι» επέλεξε και δημοσιεύει μεγάλο μέρος από την έκτη ερώτηση και απάντηση, με θέμα την απόφαση για το χτύπημα κατά του Παύλου Μπακογιάννη, το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο «θολά» σημεία της δράσης της 17Ν.

Η σχετική ερώτηση του δημοσιογράφου έχει ως εξής:

«Υποστηρίζεις ότι “πιάνατε” στον αέρα μια φιλική διάθεση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην 17 Νοέμβρη. Αυτό πράγματι έχει βάση. Και δεν αφορούσε μόνο τις θέσεις της οργάνωσης, αλλά και ορισμένες ενέργειές της, ιδιαίτερα εκείνες της πρώτης περιόδου. Άλλωστε αυτό μπορούσες και συ να το διαπιστώσεις, αφού τότε δεν είχες ενταχθεί. Το “γεια στα χέρια τους” που κυκλοφορούσε ευρύτατα ήταν η απόδειξη.

Ωστόσο μου κάνει εντύπωση που δεν αντιληφθήκατε ότι το κλίμα άλλαξε αμέσως μετά το χτύπημα στον Μπακογιάννη. Ακόμη κι αυτοί που δεν είχαν πρόβλημα με τις προηγούμενες ενέργειες της 17 Νοέμβρη, δυσκολεύονταν να εξηγήσουν και πολύ περισσότερο να δικαιολογήσουν αυτή την επιλογή. Η γνώμη μου είναι ότι σε εκείνη τη φάση άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την οργάνωση, κυρίως στο ιδεολογικό επίπεδο.

Διατυπώθηκαν τότε απόψεις που ερμήνευσαν το χτύπημα ως μια προσπάθειά σας να αντιγράψετε τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ότι, δηλαδή, αυτό που ήταν για τις Ε.Τ. ο Άλντο Μόρο ήταν για σας ο Παύλος Μπακογιάννης: ένας πολιτικός που επιχείρησε να γεφυρώσει τη Δεξιά με την Αριστερά στο όνομα της εθνικής συνεννόησης».

«Μια δύσκολη επιλογή» Και η απάντηση του Δ. Κουφοντίνα:

«Πολλά χρόνια πριν, στα πρώτα χρόνια της παρανομίας, ανεβήκαμε με έναν σύντροφο σε ένα από τα βουνά μας να παραλάβουμε ένα περίστροφο. Ήταν παλιό περίστροφο, αυτός που το κρατούσε είχε φύγει χρόνια απ’ τη ζωή, μια ζωή με πάλη αδιάκοπη για να καρπίσει η γη και αγώνα να μην του πάρουν οι εξουσίες τον κόπο του. Η κόρη του αγωνιστή, σαν σε ιδιότυπο μνημόσυνο, σαν σε παμπάλαια τελετή, μας το παρέδινε, “να πιάσει τόπο”.
Το πρόσφερε στον αγώνα – δεν ήξερε σε ποια οργάνωση το έδινε, νομίζω δεν είχε ιδιαίτερη σημασία αυτό –, το έδινε με τον τρόπο που οι φτωχοί ξέρουν να προσφέρουν στον αγώνα, όταν οι πλούσιοι και οι καιροσκόποι ξέρουν μόνο να “επενδύουν” και να επωφελούνται, σε όλους τους μεγάλους αγώνες που γνώρισε αυτός ο τόπος. Τότε που οι φτωχοί πασχίζουν να φτιάξουν χώρα και οι πλούσιοι να τη λεηλατήσουν.

Ο χρόνος δεν το είχε σεβαστεί, δεν θα ξαναδούλευε, δεν της το είπαμε, όμως αυτό που παραλάβαμε εκείνη τη μέρα ήταν πολύ πολυτιμότερο από ένα περίστροφο με διαβρωμένη κάννη.

(…) Όλα τα χρόνια ύπαρξης της οργάνωσης ήταν χρόνια μεγάλων πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών αλλαγών, ήρθαν χρόνια άνυδρα από άποψη κινημάτων, κατέρρευσαν σύμβολα και βεβαιότητες, μας είπαν ακόμα ότι η ιστορία τελείωσε.
Όμως, παρ’ όλα αυτά, και σε πείσμα όλων των επίσημων αφηγήσεων, αυτή η σταθερή αποδοχή της 17Ν από ένα σταθερό διαχρονικά κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αποκαλύπτει ότι παρέμενε σταθερή πραγματικότητα, βαθιά στη συλλογική μνήμη – ακόμα και ως μακρινή, ίσως λίγο θολή, ανάμνηση – αυτό το ζωογόνο και ελπιδοφόρο πνεύμα αντίστασης, παρέμενε ακόμα σταθερή η απαίτηση για την απόδοση δικαιοσύνης.

(…) Αυτή η λαϊκή συμπάθεια είχε τόσο βαθιές ρίζες που δεν θα τις κλόνιζαν εύκολα ακόμα και αστοχίες από την πλευρά της οργάνωσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις η οργάνωση αντιμετωπιζόταν με τον τρόπο που αντιμετωπίζεις έναν δικό σου, έναν οικείο, που παραμένει δικός σου ‘‘όσο κι αν αστοχήσει’’ κάποτε, φτάνει μονάχα η ιστορική στόχευση να παραμένει σταθερά στον ίδιο πάντα επαναστατικό ορίζοντα.

(…) Η ενέργεια κατά των Μπακογιάννη και Πέτσου αποτέλεσε ένα κομβικό σημείο αυτής της στρατηγικής που κορυφώθηκε τα χρόνια 1989 – 1992, και ήταν μια δύσκολη επιλογή. Η αρχική πρόταση που ήρθε στην οργάνωση ήταν στα πλαίσια της κλασικής λογικής της ανοδικής εξέλιξης της συγκεκριμένης στρατηγικής του αντάρτικου πόλης, και αφορούσε ένα χτύπημα στο ανώτατο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας των δύο κομμάτων εξουσίας.

Με τις τεχνικές δυνατότητες που είχε τότε η οργάνωση με τον όγκο και την ακρίβεια των πληροφοριών που είχε συγκεντρώσει, η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Πολιτικά, όμως, την απορρίψαμε, μια που θεωρήσαμε ότι στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν ήταν σωστή, δεν ανταποκρινόταν στο επίπεδο συνείδησης της κοινωνίας και δεν αντιστοιχούσε στις ανάγκες και στο επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος.

Η ενέργεια που αποφασίστηκε τελικά θα γινόταν σε χαμηλότερο επίπεδο του πολιτικού προσωπικού. Δεν ήταν μια ενέργεια αταίριαστη με τη συγκυρία, με τις τοτινές συνθήκες πολύπλευρης κρίσης, με την πλήρη απαξίωση των πολιτικών, με τα σκάνδαλα να σκάνε το ένα μετά το άλλο, να αποκαλύπτουν τη διαπλοκή πολιτικών – ολιγαρχών, να ξεσηκώνουν πάνδημη την κατακραυγή, ν’ ακούγεται παντού “Κάτω οι κλέφτες”.

«Αλληλοαμνήστευση»

Η σκέψη ήταν να αποδοθεί συμβολικά λαϊκή δικαιοσύνη, να φανεί ότι υπάρχει μια απάντηση στη γενικευμένη ατιμωρησία, σ’ αυτή τη διαρκή αλληλοαμνήστευση των πολιτικών που διαδέχεται ο ένας τον άλλον, όταν “κόρακας δεν βγάζει κοράκου μάτι”.

Στη μόνιμη ατιμωρησία του πολιτικού προσωπικού σε όλα τα οικονομικά σκάνδαλα, ποια να πρωτοθυμηθούμε, ΑΓΕΤ, Ζίμενς, όλους αυτούς τους ξεδιάντροπους δωρολήπτες, που εξακολουθούν να κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή, πάμπλουτοι από τη λεηλασία της δημόσιας περιουσίας.

Εκείνη την περίοδο κυριαρχούσε το σκάνδαλο Κοσκωτά, στο οποίο είχαν συμβολή τόσο ο Πέτσος από το ΠΑΣΟΚ, όσο και ο Μπακογιάννης από τη Νέα Δημοκρατία. Ο πρώτος αντιμετώπιζε ήδη ποινική δίωξη και για τον Μπακογιάννη είχε εκδοθεί πόρισμα από τον εισαγγελέα Εφετών, Ευθυμιάδη, για την ενοχή του σε “αποδοχή προϊόντων εγκλήματος”.

Ειπώθηκε αργότερα, χρόνια αργότερα, σε συζητήσεις μέσα και γύρω από την οργάνωση, ότι η απόφαση θα ήταν διαφορετική αν δεν είχαν υπάρξει αποχωρήσεις ή, έστω, αν είχαν γίνει συζητήσεις με τους συντρόφους που είχαν αποχωρήσει.
Όμως, κριτική στην ενέργεια είχε γίνει μόνο από μία πλευρά τους, με την επιφύλαξη όσον αφορά εκλεγμένους πολιτικούς, ενώ οι περισσότεροι, πρώην μέλη, είχαν αντιδράσει με ενθουσιασμό. Βέβαια σε μια οργάνωση δεν γίνεται άθροιση απόψεων, γίνεται σύνθεση απόψεων έπειτα από συζήτηση, όμως και πάλι θεωρώ ότι, με τα δεδομένα και το κλίμα εκείνης της στιγμής, η 17Ν θα κατέληγε στην ίδια απόφαση.

Άλλωστε η απόφαση αυτή δεν αφορούσε απλώς την εμπλοκή των δύο συγκεκριμένων πολιτικών στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Αφορούσε την ευθύνη, την τεράστια ευθύνη ολόκληρου του κυρίαρχου πολιτικού προσωπικού – ορισμένων από αυτούς με πολύ ακραίες νεοφιλελεύθερες θέσεις – για την οικονομική καταστροφή, η οποία αναπόφευκτα θα οδηγούσε – όπως προβλέπαμε ήδη από τότε – στη σημερινή κοινωνική καταστροφή.

Αυτό ανέφερε τότε η 17Ν στα κείμενά της, και σε αυτά είχα παραπέμψει όταν ρωτήθηκα σχετικά στο δικαστήριο. Δεν ανέφερα ποτέ, όπως ειπώθηκε ότι δήλωσα τότε “Ας μην έκανε εθνική συμφιλίωση”.
Εξάλλου, αυτό που είχε γίνει τότε δεν ήταν μια εθνική ενότητα και “γεφύρωση της Δεξιάς με την Αριστερά στο όνομα της εθνικής συνεννόησης”, αλλά μια σύμπραξη της Ν.Δ. με τον Συνασπισμό κατά του πλειοψηφικού ΠΑΣΟΚ που κυβερνούσε τότε.

Αργότερα, όταν βάθυνε και οξύνθηκε περισσότερο η πολύπλευρη κρίση, προωθήθηκε – τότε – η “εθνική συμφιλίωση” Ν.Δ. – Συνασπισμού – ΠΑΣΟΚ, με στόχο τη σταθεροποίηση του συστήματος. Αυτή όμως είναι μια πάγια τακτική των κυρίαρχων της χώρας σε περιόδους κρίσης, όταν δηλαδή υπάρξει ο μέγιστος κίνδυνος για αυτούς, η απειλή να εισβάλει ο λαός στο προσκήνιο και να αναλάβει ο ίδιος τις τύχες του. Τότε οι απαξιωμένοι αλλά πολύ έμπειροι αστοί πολιτικοί “τυλίγουν” μια φοβισμένη ηγεσία της αριστεράς σε μια “συμφιλίωση” μέχρι να περάσει η ταξική μπόρα και να επανακτήσουν την πρότερη δύναμή τους μέσα και από τον εξευτελισμό αυτής της αριστεράς.

«Αδύνατη η “συμφιλίωση”»

(…) Ακούγεται πραγματικά ελκυστικό προπαγανδιστικά το σύνθημα της “συμφιλίωσης”, είναι όμως αδύνατον να πραγματοποιηθεί σε έναν κόσμο ασυμφιλίωτων ταξικών αντιθέσεων, όπου η εκμετάλλευση των πολλών είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την ευημερία και τα προνόμια των ολίγων.

Πολύ πριν το διατυπώσει αυτό ο Μαρξ, πολύ πριν ο Ένγκελς χαρακτηρίσει “κοινωνικούς κομπογιαννίτες” όσους ξεγελούσαν τον κόσμο λέγοντας ότι μπορούν να αλλάξουν τη μοίρα των φτωχών χωρίς να θίξουν τους πλούσιους, από τα βάθη των αιώνων ο Ηράκλειτος διατύπωνε την αρχή της αντιθετικότητας και ασκούσε δριμύτατη κριτική σε όσους μιλούσαν για συμφιλίωση των αντιθέτων: Η αντίθεση, έλεγε, έχει γενική ισχύ και η πάλη των αντιθέτων, ο πόλεμός τους, είναι πατήρ των πάντων.

(…) Όποτε η Αριστερά συμφιλιώθηκε με τη Δεξιά, χαμένη ήταν πάντα η Αριστερά. Χαμένοι είμαστε σίγουρα και πάντα εμείς. Η Δεξιά είναι πάντα συνεπής στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων που εκφράζει, πότε με συμφιλίωση και καλυμμένη βία, πότε με διχασμό και απροκάλυπτη βία. Η Αριστερά όμως ποια ταξικά συμφέροντα άραγε εκφράζει με αυτή τη “συμφιλίωσή” της; Μήπως τα συμφέροντα μιας εργασιακής “αριστοκρατίας” και των μεσοστρωμάτων που αποτελούν την πλειονότητα των στελεχών της;

Εκείνη η ρεφορμιστική αριστερά, που “συμφιλιώθηκε” στον Λίβανο, στην Καζέρτα, στη Βάρκιζα, στην Κρήτη; Που φρενάρισε τη λαϊκή αντίσταση στα Ιουλιανά του 1965, που βραχυκύκλωσε τον δυναμικό αντιδικτατορικό αγώνα, που όμνυε στη μεταπολιτευτική ΕΑΔΕ (“όλοι μαζί με τη Ν.Δ., να μην έρθει δικτατορία”), που γεφύρωσε με τη Ν.Δ., το 1986, βγάζοντας δεξιούς δημάρχους σε Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, που συμμάχησε το 1989 με τον Μητσοτάκη κατά του Παπανδρέου και μετά με όλους μαζί, και έδωσε και αυτή όσα γύρευε η Ζίμενς και οι ολιγάρχες, στρώνοντας το δρόμο στο πρώιμο μνημόνιο Μητσοτάκη;

Είναι η ίδια αριστερά που κατάφερε “επιτέλους” σήμερα να συμφιλιώσει τους μνημονιακούς με τους αντιμνημονιακούς, που έφτασε να υπογράψει όσα δυσκολεύονταν να υπογράψουν ακόμα και οι αυθεντικοί εκπρόσωποι του αστισμού, που κατάντησε να συμφιλιώνεται με τον ιμπεριαλισμό και τον σιωνισμό, να παραχωρεί όσα της ζητούν, να δίνει τα πάντα, εθνικό χώρο και κυριαρχία, υπογράφοντας τη ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτής της “συμφιλιωτικής” αριστεράς – αυτό το τελευταίο είχε κάθε “δικαίωμα” να το κάνει, δεν είχε κανένα δικαίωμα όμως να παραδώσει δεμένο χειροπόδαρα, άνευ όρων, σε εγχώριους και ξένους ισχυρούς τη χώρα και τον λαό της.

Το πρόβλημα της “συμφιλίωσης” είναι πρόβλημα της Αριστεράς, η οποία αξιακά αντιτίθεται στον καπιταλισμό και δεν συμφιλιώνεται μαζί του. Η Δεξιά αξιωματικά “ανήκει εις την Δύσιν”, εξυπηρετεί τα συμφέροντα του πλούτου και πάντοτε, με τα εκάστοτε στελέχη της, όποτε χρειαστεί “συμφιλιώνεται”, χτυπώντας χαϊδευτικά στην πλάτη όσους “αριστερούς” υποκλίνονται σ’ αυτήν.

Θα ήταν ανακολουθία λοιπόν της 17Ν αν έστρεφε την κριτική των όπλων σε ένα στέλεχος της δεξιάς – με σοβαρό, αν και όχι τον σημαντικότερο ρόλο στη “συμφιλίωση” – μόνο και μόνο για αυτόν τον ρόλο».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *