Εκλογή Τραμπ: Ένας προαναγγελθείς πολιτικός σεισμός

trump-win2Γίνεται πια περίτρανα σαφές ότι στις περισσότερες φιλελεύθερες αστικές δημοκρατίες ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του εκλογικού σώματος αισθάνονται δομικά απομονωμένα από το πολιτικό σύστημα. Θεωρούν συλλήβδην διεφθαρμένους τους πολιτικούς, βλέποντας την εφαρμογή, ανεξαρτήτως παράταξης, της ίδιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής και της ίδια εμμονής στην απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου και των επενδύσεων και διαπιστώνοντας τις συνεχώς περιστρεφόμενες πόρτες ανάμεσα στον κόσμο των επιχειρήσεων και την πολιτική. Αυτά τα κομμάτια, συχνά προερχόμενα από την εργατική τάξη αλλά και μια «μεσαία τάξη» που βλέπει τη θέση της να υποβαθμίζεται διαρκώς, αισθάνονται ολοένα και περισσότερο φοβισμένα και οργισμένα, και αναζητούν διέξοδο για την οργή τους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένας πολύ αντιπαθής τύπος. Σεξιστής, ρατσιστής, εθνικιστής, λαϊκιστής, συγκεντρώνει τους περισσότερους ίσως αρνητικούς χαρακτηρισμούς από οποιονδήποτε άλλο εκλεγμένο Πρόεδρο των ΗΠΑ. Τα μεγάλα ΜΜΕ τον δαιμονοποίησαν, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σχεδόν τον αποκήρυξε, οι περισσότερες «Δυτικές» χώρες εξέφρασαν την επιφύλαξή τους. Απέναντι του είχε μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές μηχανές των ΗΠΑ, με την Χίλαρι Κλίντον να κουβαλάει όλο το βάρος των υποστηρικτών της στη Γουόλ Στριτ, στο κατεστημένο της Ουάσιγκτον, στη ΜΜΕ, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI (που τελευταία στιγμή της χάρισε και νέα απαλλαγή για την υπόθεση των e-mail) στις οργανώσεις των μειονοτήτων και να προβάλει το στόχο της «πρώτης γυναίκας Προέδρου». Παρ’ όλα αυτά ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε. Και θα είναι ο επόμενος ένοικος του Λευκού Οίκου.

Στην πραγματικότητα η εκλογή του Τραμπ ήταν ένας προαναγγελθείς πολιτικός σεισμός. Από αυτούς που είδαμε σε άλλες χώρες. Από αυτούς που θα συνεχίσουμε να βλέπουμε. Γίνεται πια περίτρανα σαφές ότι στις περισσότερες φιλελεύθερες αστικές δημοκρατίες ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του εκλογικού σώματος αισθάνονται δομικά απομονωμένα από το πολιτικό σύστημα. Θεωρούν συλλήβδην διεφθαρμένους τους πολιτικούς, βλέποντας την εφαρμογή, ανεξαρτήτως παράταξης, της ίδιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής και της ίδια εμμονής στην απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου και των επενδύσεων και διαπιστώνοντας τις συνεχώς περιστρεφόμενες πόρτες ανάμεσα στον κόσμο των επιχειρήσεων και την πολιτική. Αυτά τα κομμάτια, συχνά προερχόμενα από την εργατική τάξη αλλά και μια «μεσαία τάξη» που βλέπει τη θέση της να υποβαθμίζεται διαρκώς, αισθάνονται ολοένα και περισσότερο φοβισμένα και οργισμένα, και αναζητούν διέξοδο για την οργή τους.

Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό τα κάνει ευάλωτα στο λόγο της Ακροδεξιάς, δηλαδή σε ένα μίγμα νοσταλγίας για το ισχυρό «έθνος» και την «εθνική ταυτότητα», φόβου για τη διαρκή αύξηση των «άλλων», κυρίως των μεταναστευτικών πληθυσμών, και φαντασιακής προβολής ενός «πατερναλιστικού» κράτους που θα έφερνε ευταξία και ευημερία.

Σε άλλες περιπτώσεις, τα σπρώχνει πιο κοντά σε πιο προοδευτικά αουτσάιντερ όπως ήταν, σε διαφορετικά περιβάλλοντα, τόσο η υποψηφιότητα του Μπέρνι Σάντερς για το Δημοκρατικό Κόμμα όσο και η εκλογή Κόρμπιν στην ηγεσία των Εργατικών. Όπως επίσης ήταν αυτή η οργή και η ανασφάλεια που έκαναν τέτοια στρώματα να πάρουν θέση υπέρ του Brexit στη Βρετανία.

Ο Τραμπ αντιμέτωπος με την Κλίντον δεν στηρίχτηκε τόσο στο ρεπερτόριο των «ταυτοτικών» θεμάτων των Ρεπουμπλικανών (αμβλώσεις, θρησκεία κ.λπ.) και κυρίως επένδυσε στο να δώσει έναν τόνο άλλης θέσης των ΗΠΑ στον κόσμο: με αντιμεταναστευτική πολιτική αλλά και με απεμπλοκή από μέρος των στρατιωτικών επεμβάσεων, με έμφαση στην οικονομική ανάπτυξη των ίδιων των ΗΠΑ παρά στην παγκοσμιοποίηση, με περιφρόνηση στις αρχές της «πολυπολιτισμικότητας» αλλά και ρεαλιστικότερη αντιμέτωπιση των σχέσεων με τη Ρωσία. Όλα αυτά μαζί με μια φιγούρα κλόουν ίσως στα μάτια πολλών, αλλά που ταυτόχρονα πέρναγε το μήνυμα ότι «δεν είναι σαν τους άλλους».

Σε ένα εκλογικό σύστημα περίπλοκο (και όχι ακριβώς δημοκρατικό) επένδυσε σε συγκεκριμένες Πολιτείες που «παίζονταν», κατάφερε να κερδίσει κομμάτια της λευκής εργατικής τάξης (όχι μόνο άντρες αλλά και γυναίκες) διεύρυνε τα δημογραφικά του και κέρδισε τις εκλογές, στέλνοντας –επιτέλους…– τη δυναστεία Κλίντον στην απόσυρση.

Προφανώς και για πολλές πλευρές της ζωής εντός των ΗΠΑ τα πράγματα θα είναι χειρότερα. Όχι με τις υπερβολές περί «φασισμού» που ακούστηκαν, αλλά με την ένταση αυταρχικών (και ρατσιστικών) τάσεων που και τώρα υπήρχαν σε πολλές πλευρές της αμερικανικής ζωής. Σε άλλες πλευρές θα συνεχίσουν οι κοινωνικές ανισότητες ή ο ενδημικός πλέον ρατσισμός που ούτε ο Ομπάμα μπόρεσε να αντιστρέψει (βλ. τις δολοφονίες μαύρων από την αστυνομία). Ως προς τα διεθνή μένει να δούμε εάν θα αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, δεδομένου και του περίπλοκου τρόπου με τον οποίο τελικά χαράσσεται και «φιλτράρεται» η αμερικανική εξωτερική (αλλά και εσωτερική) πολιτική. Έδειξε πάντως προεκλογικά να απομακρύνεται από την ιδέα μιας κατά μέτωπο κλιμακούμενης σύγκρουσης με τη Ρωσία. Μένει ακόμη να δούμε πώς θα υλοποιήσει και τα σχέδιά του για την οικονομία, πάλι με το δεδομένο ότι ανάμεσα στη βούληση ενός Προέδρου και την άσκηση πολιτικής στις ΗΠΑ η απόσταση είναι μεγάλη και περίπλοκη.

Ωστόσο, το πιο σημαντικό, για όλους εμάς τους υπόλοιπους, είναι το «σύμπτωμα Τραμπ», δηλαδή η πλήρης ανάδειξη μιας βαθιάς δομικής πολιτικής κρίσης που διαπερνά έναν «Δυτικό κόσμο» στον οποίο θεωρήθηκε ότι θα μπορούσαν οι τάσεις των αγορών να υποκαταστήσουν τη δημοκρατία. Τα αυξανόμενα οργισμένα, απογοητευμένα, αλλοτριωμένα στρώματα εργαζομένων, ανέργων, νέων ολοένα και πιο εύκολα είναι έτοιμα να αγκαλιάσουν ό,τι φαντάζει έστω και κατ’ επίφαση «αντισυστημικό», με υπαρκτό κίνδυνο να γίνουν λεία της Ακροδεξιάς, όσο δεν αναδεικνύονται εναλλακτικές πολιτικές που την οργή να τη μετασχηματίζουν σε αιτήματα χειραφέτησης και ρήξης με τον «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό» και την «υπαρκτή παγκοσμιοποίηση».

Πηγή: Παναγιώτης Σωτήρης – “Unfolow”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *