
“Ο τάφος των ζωντανών νεκρών”: Σαν σήμερα, 16 Δεκέμβρη 1981, 316 επιστήμονες, που συμμετέχουν στο Ελληνογαλλικό Συμπόσιο Κοινωνικής Ψυχιατρικής που διεξάγεται στην Ελλάδα, καταγγέλλουν πως οι 1.700 ασθενείς στο Ψυχιατρείο της Λέρου βρίσκονται σε κατάσταση ζωντανών-νεκρών.
Το Ψυχιατρείο της Λέρου ιδρύθηκε 28 Μαίου 1957-με βασιλικό διάταγμα επί κυβέρνησης Καραμανλή-με το όνομα “Αποικία Ψυχοπαθών Λέρου”. Η επιλογή της Λέρου δεν ήταν τυχαία. Μετά την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα το 1948, υπήρχαν στο νησί οι άδειοι Ιταλικοί στρατώνες στα Λέπιδα και στο Λακκί. Στα Λέπιδα, από το 1949, είχαν εγκατασταθεί “τα παιδιά της Φρειδερίκης”: 1.500 παιδιά ανταρτών και προσκείμενων που μεταφέρθηκαν εκεί για “παιδοφύλαξη”, στις επί τούτω δημιουργηθείσες “Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου”, με το πρόσχημα της εκμάθησης μιας τέχνης και μεαπώτερο στόχο την ηθική και “εθνική τους διαπαιδαγώγηση” (με εθνικόφρονες φυσικά παιδαγωγικές μεθόδους που περιελάμβαναν ξυλοδαρμούς,ταπεινώσεις,εξευτελισμούς και άλλα χειρότερα).

Πριν την επιλογή της Λέρου ως τόπος εξορίας των ψυχασθενών, προτάθηκε και ένα άλλο νησί, η Σπιναλόγκα,το Λεπροκομείο της οποίας είχε κλείσει οριστικά την ίδια χρονιά, το 1957. Η “Αποικία Ψυχοπαθών Λέρου”, δημιούργημα της εξουσίας της φιλοναζίστριας “Φρίκης” Γλύξμπουργκ και της κυβέρνησης του μετέπειτα “εθνάρχη”, από την αρχή δεν είχε καμία σχέση με οποιαδήποτε πραγματική φροντίδα ασθενών αλλά ακριβώς το αντίθετο: Στόχος της ήταν να διώξει από τα μεγάλα ψυχιατρεία της Αθήνας και της Κέρκυρας ασθενείς που θεωρούνταν ανίατοι και εγκαταλελειμμένοι και να τους φυλακίσει σε ένα κάτεργο, μια “φωλιά του κούκου”, ένα “τάφο ζωντανών νεκρών” μακριά από τα μάτια της κοινωνίας.
2 Ιανουαρίου 1958, η “Αποικία Ψυχοπαθών Λέρου” υποδέχεται τους πρώτους 300 ασθενείς από το Λοιμοκαθαρτήριο Αθηνών. Οι προετοιμασίες για τις ομαδικές μεταγωγές κρατιόνταν μυστικές. Οι περισσότεροι ασθενείς μάθαιναν για την τύχη που τους περίμενε λίγο πριν ξεκινήσουν για ταξίδι χωρίς επιστροφή: Από τη Λέρο κανείς δεν έπαιρνε εξιτήριο και στο νεκροταφείο του νησιού οι εξορισμένοι ασθενείς θάβονταν ξεχωριστά από τους ντόπιους.
Το βασικό κριτήριο για να σταλεί κάποιος στη Λέρο είναι το αν ήρθε κάποιος από την οικογένειά του να τον δει τους προηγούμενους 12 μήνες. Όσοι πέρναγαν το χρονικό αυτό όριο βρίσκονταν και επισήμως στη λίστα “αζήτητων” και το κράτος του Καραμανλή και της Φρειδερίκης τους έστελνε στο κάτεργο της Λέρου. Άλλη προϋπόθεση για να μεταφερθεί κανείς στο ψυχιατρείο Λέρου ήταν να έχει χαρακτηριστεί ως “ανίατος” από τον ψυχίατρο του, ο οποίος ήταν και ο μόνος που χρειαζόταν να υπογράψει για να εγκριθεί η μεταφορά. Έτσι, μέσα σε μόλις 23 χρόνια (1958-1981,) το ψυχιατρείο Λέρου, με 2 μόνο ψυχιάτρους, δέχτηκε 4.500 ασθενείς και δίκαια χαρακτηρίστηκε ως “αποθήκη ανθρώπων” αφού οι ασθενείς στοιβάζονταν εκεί στερημένοι από κάθε δικαίωμα, κάθε δείγμα ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Τους καρφίτσωναν στο πέτο έναν αριθμό και τους έστελναν στο καράβι. Σε κάποια “περίπτερα” η συγκρότηση γινόταν με βάση την ηλικία, σε άλλα με βάση το ιστορικό, σε άλλα με βάση την “συμπεριφορά” που επιδείκνυαν μόλις έφταναν στο νησί.
Για 30 χρόνια, οι συνθήκες εντός των “περιπτέρων” ήταν απερίγραπτες. Άνθρωποι χωρίς στοιχειώδη δικαιώματα, χωρίς ίχνος ατομικότητας, περιφέρονταν γυμνοί ή με ελάχιστα ρούχα όλη μέρα, έτρωγαν με τα χέρια φαγητό που σερβιριζόταν επίσης με τα χέρια, αρκετοί γευμάτιζαν με τις αλυσίδες με τις οποίες ήταν δεμένοι.Η υγιεινή των χώρων ήταν τραγική. Εκατοντάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι σ’ έναν σκοτεινό χώρο, χωρίς δυνατότητα να αυτοεξυπηρετηθούν. Άνθρωποι που δεν ζούσαν,απλώς επιβίωναν.
Ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ασθενών που λειτουργούσε στην Ελλάδα της “δημοκρατίας” αλλά-με τον ίδιο ακριβώς τρόπο-και της χούντας. Η ανυπαρξία κάθε κρατικής μέριμνας δεν σταμάτησε στη μεταφορά των ασθενών.Το κράτος, ποτέ δεν φρόντισε για εξειδικευμένο προσωπικό που θα μπορούσε να παρέχει την κατάλληλη φροντίδα στους ασθενείς. Τις θέσεις αυτές ανέλαβαν άνεργοι κάτοικοι της Λέρου, πρώην ψαράδες και βοσκοί, χωρίς καμία εκπαίδευση σχετική με φροντίδα ανθρώπων με ψυχικές ασθένειες. Αυτή η πολιτική, σε συνδυασμό με την όλη προκατάληψη που υπήρχε εκείνη την εποχή γύρω από τις ψυχικές ασθένειες, οδήγησαν στην αντιμετώπιση των ασθενών από το προσωπικό ως “κατώτερων”.
Όσους ασθενείς δυσκολεύονταν να φάνε,τους μπούκωναν με τη βία, άλλους που τους θεωρούσαν “επικίνδυνους” τους χτυπούσαν. “Είναι ζώα, πώς το λένε; Για μένα είναι ζώα” δήλωνε μέλος του προσωπικού στο ντοκιμαντέρ “Το νησί των αποβλήτων”.

Κάποιοι-οι πιο “λειτουργικοί”-εργάζονταν, χωρίς φυσικά να πληρώνονται, κάνοντας συνήθως τις πιο βαριές και βρώμικες δουλειές, άλλοι-οι περισσότεροι-περνούσαν τη μέρα σε πλήρη απραξία, ξαπλωμένοι κατάχαμα ή περιπλανώμενοι, σε άδειες και γυμνές αυλές (ενίοτε γυμνοί και οι ίδιοι). Συχνά. πνίγονταν στην προσπάθειά τους να φάνε όσο πιο γρήγορα και όσο περισσότερο μπορούσαν, με τα πιστοποιητικά του θανάτου να γράφουν πάντα: “αιφνίδια καρδιακή ανακοπή”. Όλες οι κρατικές αρχές και κυβερνήσεις αλλά και η ακαδημαϊκή, η ιδρυματική και η ιδιωτική ψυχιατρική, το σύνολο δηλαδή του ελλαδικού ψυχιατρικού κόσμου, προτιμούσαν να αγνοούν ή να ανέχονται σιωπηλά αυτήν την κατάσταση, όταν δεν την δικαιολογούσαν κιόλας: Υποστηρίζοντας με κυνισμό και υποκρισία ότι το περιοδικό “καθάρισμα” των ψυχιατρείων από “ανίατους” ασθενείς ήταν αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να υπάρξουν περισσότερες ευκαιρίες θεραπείας για τους υπόλοιπους, εκτόπιζαν βίαια όσους αποδείκνυαν την θεραπευτική ανικανότητα του συστήματος στο δήθεν “θεραπευτήριο” της Λέρου.
Το 1974, 27 ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση του κάτεργου, αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες καταγγελίες. Και πάλι όμως, οι κυβερνήσεις του Καραμανλή δεν κάνουν ουσιαστικά τίποτα.
16 Δεκέμβρη 1981, οι 316 επιστήμονες που συμμετέχουν στο Ελληνογαλλικό Συμπόσιο Κοινωνικής Ψυχιατρικής, που διεξάγεται στην Ελλάδα, καταγγέλλουν τις άθλιες συνθήκες. Την επόμενη χρονιά, το Υπουργείο Υγείας αποφασίζει παύση μεταφοράς ασθενών στο νησί. Όμως, η “Αποικία Ψυχοπαθών” (το 1965 πήρε τον πιο “καθώς” πρέπει” τίτλο “Ψυχιατρικό Νοσοκομείο” Λέρου”) παραμένει.
Στα τέλη της δεκαετίας του 80, το κάτεργο έγινε σύμβολο διεθνώς μιας αντιδραστικής ψυχιατρικής αντίληψης,συνώνυμο της ασυλιακής φρίκης, της απάνθρωπης μεταχείρισης ανυπεράσπιστων εγκλείστων.

Το 1989 ο”Observer” δημοσιεύει το άρθρο”Europe’s guilty secret”το οποίο κάνει γνωστό το κολαστήριο σε όλο τον κόσμο.Το ίδιο γίνεται και με το ντοκιμαντέρ Leros: Island of Outcasts.

Από τις αρχές του 2000 οι συνθήκες βελτιώνονται.Όμως, όσο σημαντικές και αν είναι οι βελτιώσεις, oι “εναλλακτικές δομές” δεν καταργούν (μπορεί και να ξεπλένουν) την κουλτούρα εγκλεισμού, στιγματισμού και αποκλεισμού του “μη κανονικού”. Μετά την “παιδούπολη”, την “Αποικία Ψυχοπαθών”,τα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων της χούντας, το Ελληνικό αστικό κράτος-μαζί με την “ευαίσθητη” Ε.Ε-άνοιξαν πρόσφατα μια νέα αποθήκη-φυλακή ανυπεράσπιστων ανθρώπων, αυτή τη φορά κατατρεγμένων προσφύγων, στο νησί.
Πηγή: Praxis Review – twitter2

0 Comments