Η Σφαγή του Λίντιτσε: Οι Ναζί σκοτώνουν τους κατοίκους και καίνε το χωριό για την ψυχή του πιο ελεεινού ανθρώπου που πάτησε στη Γη

Λίντιτσε: το μαρτυρικό τσέχικο χωριό που κάηκε από τους Ναζί, μια μέρα σαν σήμερα, 10 Ιουνίου του 1942, ως αντίποινα για τη δολοφονία του εγκληματία διοικητή των SS στην Τσεχοσλοβακία,  Ράινχαρντ Χάιντριχ, από αντιστασιακούς.

Οι αιμοδιψείς Ναζί, εκτέλεσαν όλους τους άρρενες ενήλικες του χωριού και έστειλαν τις γυναίκες και τα παιδιά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, πριν κάψουν το Λίντιτσε. Συνολικά εξοντώθηκαν 340 άνθρωποι. Η γερμανική προπαγάνδα κόμπασε περήφανα γι’ αυτή τη θηριωδία ώστε να αποθαρρύνει εστίες αντίστασης σε άλλα μέρη.

Οι Ναζί κατακτητές συγκέντρωσαν όλους τους άντρες του χωριού (199 ανθρώπους) – εκτός από έναν, ο οποίος είχε βρει καταφύγιο στη γύρω περιοχή – και τους τουφέκισαν. Οι γυναίκες και τα παιδιά οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξοντώθηκαν, ενώ πολλά παιδιά δόθηκαν σε γερμανικές οικογένειες για τα μετατρέψουν σε Ναζί – γενίτσαρους.


Γιατί όλα αυτά; Μα για την ψυχή του πιο απάνθρωπου των απάνθρωπων αιμοσταγών μιασμάτων που πάτησαν ποτέ σ’ αυτή τη Γη, του Ράινχαρντ Χάιντριχ, του ελεεινού τέρατος που είχε οδηγηθεί στον δρόμο για τη δική του Κόλαση λίγες μέρες πριν στην Πράγα από τσέχους πατριώτες.

Και οι 173 άνδρες του χωριού, που ήταν άνω των 15 χρονών εκτελέστηκαν. Επίσης 60 γυναίκες και 88 παιδιά έχασαν τη ζωή τους στο μακελειό. Ακόμα 11 άντρες από το χωριό που δεν ήταν παρόντες στη μαζική σφαγή, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν αργότερα. Οι 184 γυναίκες και 88 παιδιά απελάθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όταν τέλειωσε ο πόλεμος 153 γυναίκες μοναχά και 17 παιδιά επέστρεψαν.

Το χωριό κάηκε και ισοπεδώθηκε. Τα ζώα σφαγιάστηκαν. Ακόμα και τους νεκρούς ξέθαψαν οι μακελάρηδες ανθρώπων του 20ου αιώνα, για να τους πάρουν τυχόν τιμαλφή που είχαν ταφεί πλάι τους! Τα οστά διασκορπίστηκαν στους δρόμους του χωριού. Και λίγες μέρες μετά, ήρθαν άνδρες του Μηχανικού και σκέπασαν το χωριό – ή ό,τι είχε απομείνει από αυτό – με μπάζα. Μόνο αλάτι δεν έσπειραν στο χώμα, όπως το συνήθιζαν οι Ρωμαίοι για να μην ξαναφυτρώσει ούτε αγκάθι…

Όμως δεν απέμεινε τίποτα στο βάθος του χρόνου, παρά μόνο η ογκώδης και ακατάβλητη θηριωδία των Γερμανών κατακτητών. Τουλάχιστον, οι περισσότεροι από τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς της Σφαγής πλήρωσαν με τη ζωή τους το έγκλημά τους στο Λίντιτσε. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή των απεχθών δολοφονιών που επρόκειτο να ακολουθήσουν μέχρι το 1945, όταν και παραδόθηκαν οι μακελάρηδες. 

Πηγή: Εθνος

Μία απάντηση στο “Η Σφαγή του Λίντιτσε: Οι Ναζί σκοτώνουν τους κατοίκους και καίνε το χωριό για την ψυχή του πιο ελεεινού ανθρώπου που πάτησε στη Γη”

  1. Μικρό απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ” Ο τελευταίος και ο πρώτος του Λίντιτσε” (Ποίημα γραμμένο το 1960, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην “Επιθεώρηση Τέχνης το 1961, και περιλαμβάνεται στα “Ποιήματα” του Γιάννη Ρίτσου, τόμος τρίτος, εκδόσεις Κέδρος): Αυτά απομείναν όλο-όλο απ’ το παλιό μας Λίντιτσε
    αυτές οι ταυτότητες τρυπημένες απ’ τις σφαίρες
    κ’ οι άλλες, όσες βρέθηκαν στο Κλάντνο, μέσα στις φόρμες
    των ανθρακωρύχων,
    αυτή η φωτογραφία των παιδιών στο τέλος του σχολικού έτους με τον Ζντένεκ Πέτρικ
    λίγο πριν απ’ τους θαλάμους αερίων του Χέλμν.
    (…)
    Θα σας πω – οι πεθαμένοι δε θυμούνται,
    κάθονται πλαγιασμένοι σε σκοτεινές σειρές μέσα στη μνήμη μας
    σ’ ένα ψηλό σανιδένιο πατάρι∙ – λιγάκι αν δεν προσέξεις
    λιγάκι να σκοντάψεις, μπορεί και να πέσουν τα μακριά καδρόνια
    ολόγυρά σου, να σου φράξουν το δρόμο, να σε φράξουν∙
    όμως κι ίδιοι οι πεθαμένοι προσέχουν – το νοιώθεις
    απ’ την ακινησία που δεν είναι ακαμψία
    μα ισορροπία. Μας διδάσκουν τον ευθύγραμμο δρόμο∙
    κι όσο κι αν δεν θυμούνται, μας θυμίζουν
    και συμμετέχουν στην ευθύνη του μέλλοντος. Αυτά έμειναν.
    […] Παλιές φτωχές ώρες, χωρίς την υποψία του κινδύνου, χωρίς τη γνώση του πλούτου τους
    και της βαθιάς τους απλότητας, – γι’ αυτό φτωχές. Αυτά μονάχα απόμειναν
    και μερικές λάμπες των ανθρακωρύχων κ’ οι σκεβρωμένες μπότες τους
    σε μικρά γυάλινα φέρετρα.
    […] Τίποτ’ άλλο. Όλα τ’ αφάνισαν με τη φωτιά και το σίδερο
    ως και τη λίμνη ενταφιάσανε με μεγάλες φτυαριές μίσους.
    (…)
    Σας δείχνω αυτά τα πράγματα που σώθηκαν, για ν’ αποφύγω
    να σας δείξω αυτά που δεν σώθηκαν. Το δάχτυλό μου
    τρομάζει ν’ αγγίξει τον ίσκιο τους κι ούτε μπορώ καν να τον δω.
    […] Ένα σκοινί της μπουγάδας λαμπάδιασε σε μιαν αυλή
    κι απόμεινε αποτεφρωμένο στον αέρα, ολοφάνερο στο φως της πυρακαϊάς
    σα μαύρο φρύδι πάνω από βγλαμένο μάτι.
    Κανείς δεν τ’ άγγιξε. Ο θάνατος φοβήθηκε
    Το γδούπο της στάχτης. Θυμάμαι.
    Ήταν μια νύχτα από κραυγές κι από πέτρες –
    το αίμα κυλούσε σιωπηλό μέσα στο μαύρο στόμιο του θανάτου.
    […] Ένα μεγάλο χρυσοκέντητο τραπεζομάντηλο
    σηκώθηκε απ’ την ’για Τράπεζα της εκκλησίας,
    ταλαντεύτηκε μετέωρο κάτω απ’ το θόλο,
    έσπασε με τη μια γωνιά του τα τζάμια του μεγάλου παράθυρου,
    βγήκε στη νύχτα σαν πλατύ κούφιο πουλί,
    σα μαδημένο, ακόκκαλο πουλί,
    λάμποντας όλο απ’ τη διάφανη γύμνια του
    και στάθη σ’ ένα δρόμο αντίκρυ στη μάντρα του Χόρακ.
    […] Θυμάμαι τ΄απλωμένα φτερά του όπως λόξευαν
    μπαίνοντας μες απ’ τη σχισμή της υψηλής ησυχίας. Εκεί έσβησε.

    Ύστερα πια δεν θυμάμαι. Σας μιλάω για τα πράγματα
    γιατί δε μου είναι βολετό να μιλήσω για τον άνθρωπο.
    Μια σειρά πτώματα απλωμένα στο χώμα,
    άκαμπτα σαν κομμένα δέντρα, σα μεγάλα σανίδια
    σ’ ένα έρημο ξυλουργείο για ένα μοναδικό, πελώριο φέρετρο,
    σα μεγάλα ματωμένα καρφιά.
    […] Ο φόβος σου λύνει τα γόνατα. Ανάμεσα
    στην οργή και στον πόνο, πιο δυνατός είναι ο φόβος. Ακόμη και τώρα
    στα ξύλινα σκαλιά των καινούριων σπιτιών, μπορείς να δεις τα μεσάνυχτα, μαύρες σταγόνες αίμα απ’ το κομμένο αυτί ενός φαντάσματος.
    […] Τα παιδιά τάχαν πάρει. Τους άντρες τους είχαν σκοτώσει. Οι γυναίκες
    έμειναν μια σειρά κολώνες από στάχτη
    ενός μεγάλου ληστεμένου ναού – κι οι κολώνες κινήθηκαν
    βάδισαν όρθιες κατά φάλαγγα προς τα μαύρα καμιόνια για το Ραβενσμπρουκ
    βουβές κι αδάκρυτες με την άφοβη τώρα περηφάνια της απέραντης ορφάνιας.

    Με την κάθετη σπαραγμένη καρτερία της ανέκκλητης ελευθερίας.
    Μόνο την τελευταία στιγμή, μόνο για μια στιγμή, οι γυναίκες
    έστρεψαν λίγο και κοίταξαν τα μέρη τους. Στο λοφίσκο του Λίντιτσε
    ένα άλογο ξύλινο παιδιάστικο, ξεχασμένο εκεί πάνω, καιγόταν
    διατηρώντας το σχήμα του μεγεθυσμένο –
    καιγόταν μόνο, σα μια μάταιη, φωτεινή προσευχή, επιμένοντας σε κάτι άγνωστο,
    ώσπου τινάχτηκε μ’ ένα σπασμό πίσω απ’ το λόφο
    ή μες στη σκοτεινή καρδιά του ανθρώπου. Δεν ήξερες
    πού βρίσκεται η καρδιά του ανθρώπου. Ένα παιδιάστικο παιχνίδι μόνο
    μέσα στην τελευταία του μοναξιά – ένα υπερφυσικό άλογο
    που βούλιαξε μέσα στη νύχτα. Ούτε που το θυμάμαι. Τι ήταν;
    Δεν ήθελα να θυμάμαι. Βασανίστηκα.
    να σκοτώσω τη μνήμη. Τώρα βασανίζομαι
    να σκοτώσω τη λησμοσύνη που απλώνεται μαλακιά μες στους κήπους,
    σκεπάζει το θυμό, το μίσος, τον πόνο, το φόβο,
    δίνει μια τρυφερή, κυκλική λάμψη στα ποτήρια
    σαν φωτεινά μηδενικά, μετέωρα πάνω απ’ το τραπέζι ,
    μετέωρα πάνω απ’ την καινούργια δίψα μας, (-να διψάς ακόμη
    σαν έχεις δει τις ορθωμένες κείνες γλώσσες
    μαύρες μες στον καμένο ουρανίσκο!-) η λησμοσύνη
    σκεπάζει ακόμη μια φορά τους σκοτωμένους
    όχι πια με τρία μέτρα χώμα
    μα με μια σκέψη που σκέφτεται για το αύριο,
    που σκέφτεται για το καλύτερο. Δεν ξέρω, η λησμοσύνη
    αν είναι σοφία ή δειλία ή κούραση. Θέλω να θυμάμαι.
    Θέλω να δώσω τη συγνώμη μου μες απ’ τον πόνο μου
    Όχι μες απ’ την κούρασή μου. Θέλω να θυμάμαι και να σκέφτομαι,
    Να εκμηδενίζω τον πόνο με τη σκέψη
    κι όχι να κρύβω το φόβο με τη σκέψη. Μια σκέψη θετική κι οργανωμένη
    στην πείρα τη δική μας, τη δική σας – μια σκέψη για όλους μας
    που να νικήσει ακόμη των εχθρών την εχθρότητα. Κι οι λάμπες εκείνες
    του Κλάντνο — τα καλοκαιριάτικα βράδια.
    Την άλλη μέρα ήρθε κατάχλωμη η ζωή – δεν ήξερε τι να κάνει
    σ’ αυτή την καμένη ερημιά. ένας κίτρινος ήλιος
    στεκότανε σαν άδειο ανάποδο πηγάδι πάνω απ’ τον κόσμο
    όταν η τελευταία ανθρώπινη κραυγή χανόταν στο βάθος της πεδιάδας
    κρυβόταν στα μάτια της σε δυο τελευταία ξερά φύλλα
    κ’ οι λάμπες των ανθρακωρύχων άναβαν ακόμα αδιόρατες
    πέρα, μακριά, περασμένες στη ζώνη του ορίζοντα — χάνονταν.

    Τώρα σκαλίζω και ποτίζω τούτον τον τριανταφυλλώνα,
    κουβεντιάζω με τα τριαντάφυλλα – έχουν όλα μια γλώσσα
    μυστική κι αποκαλυπτική. Ξέρετε αυτά τα τριαντάφυλλα,
    είναι η μεγάλη μας φιλία δεμένη σε μεγάλες ώρες –
    και πρέπει να τη διατηρήσουμε πιο πέρα από τη μεγάλη ώρα του πόνου
    ή τη μεγάλη ώρα του ενθουσιασμού – πιο πέρα
    απ’ την κρίση της σκλαβιάς ή της ελευθερίας, της μνήμης ή της λήθης,
    τις ώρες που λιγοστεύει το αίμα στους μίσχους των τριαντάφυλλων,
    το χειμώνα, με το ήσυχο, σκληρό χιόνι.
    […] Καλλιεργώ αυτόν τον κήπο και θυμάμαι και σκέφτομαι.
    […] Απ’ την κουζίνα μπαίνει
    Ο φιλικός αχνός του καφέ και του γάλακτος
    Ένα αίσθημα πλατειάς λευκότητας από στρωμένα κρεββάτια
    Κι από χέρια παιδιών που φαίνονται διάφανα στον ήλιο.
    Και τα παπούτσια μου που πάτησαν σε τάφους κ’ αίματα και λάσπες
    και που ανάμεσα στις πρόκες τους κρατούν ακόμη
    χώματα σάπια φύλλα και κουρέλια από λυμένα χιτώνια
    τα βλέπω μες στον ίσκιο της κάμαρας σα δυο πλοιάρια
    που πλέουν αργά σε μια ήσυχη, ανθισμένη λίμνη.
    […] Και το ότι διακρίνω κι ονομάζω τα πράγματα, μου δίνει μια γλυκειά ευτυχία,
    κι η ευτυχία μου δίνει την αίσθηση της ελευθερίας μου
    γιατί μονάχα οι ελεύθεροι μπορούν να διακρίνουν
    τα χρώματα, τις μυρωδιές, τη σιωπή και τα σχήματα.
    […] τα βουνά είναι γαλάζια κι ο ουρανός γαλάζιος κι ο χρόνος γαλάζιος,
    κι όσο βαθιά και να κοιτάξεις όλα είναι γαλάζια απ’ το βάθος τους.
    Αυτόν τον κήπο τώρα καλλιεργώ – γαλάζιος κήπος. Ίσως και νάχω αργήσει.
    Και δε μου φτάνει η μέρα μου ούτε η νύχτα. Βλέπετε,
    σέβομαι πολύ τη δουλειά μου. Σέβομαι και το χρόνο σας –
    ο αλληλοσεβασμός μας. Κι ο κήπος μας. Καληνύχτα σας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *