88 χρόνια από τον θάνατο του μαρξιστή  συγγραφέα Μάξιμ Γκόρκι

«Την “ηθική των αφεντικών” την αντιπάθησα όσο και την “ηθική των δούλων”. Μια τρίτη ηθική έβλεπα να διαμορφώνεται μέσα μου: Δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται».

Μαξίμ Γκόρκι 

Σαν σήμερα στις 18 Ιούνη 1936 πεθαίνει ο μαρξιστής  συγγραφέας Μάξιμ Γκόρκι. (Το πραγματικό του όνομα ήταν Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πέσκοφ).

Από την παιδική του ηλικία και λόγω ότι καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια φεύγει από το σπίτι του και προσπαθεί να επιβιώσει κάνοντας διάφορες δουλειές, από λαντζέρης σε καράβι, μέχρι χαμάλης και εργάτης στα χωράφια.

Στην προσπάθεια του για διαβίωση και χωρίς να μπορεί να στεριώσει σε καμιά δουλειά περιπλανάται σε όλη την Ρωσία γνωρίζοντας ανθρώπους της τάξης του, γίνεται κοινωνός της δυστυχίας και των προβλημάτων τους, κάτι που υποφέρει κι ο ίδιος, γεγονός καθοριστικό για τη μετέπειτα λογοτεχνική  αλλά και την πολιτική του πορεία.

Ο αγάπη για την λογοτεχνία του Μάξιμ Γκόρκι εκδηλώνεται από το 1892 όταν για βιοποριστικούς λόγους αρχίζει να γράφει επιφυλλίδες σε επαρχιακές εφημερίδες, ενώ τρία χρόνια μετά με την βοήθεια του συγγραφέα Βλαντιμίρ Κορολένκο δημοσιεύει το διήγημα, «Τσελκάς». Από κει ξεκινάει η αναγνώριση του ταλέντου του. Το 1899 οι τυπωμένες συλλογές των διηγημάτων του, γνωρίζουν  καταπληκτική επιτυχία ενώ γίνεται γνωστός σ’ όλη την Ευρώπη.

Η γνωριμία του με τον Λένιν το 1902 είναι καθοριστική για την μετέπειτα πορεία του. Γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και το 1905 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του περιοδικού «Νέα Ζωή» αγωνιζόμενος με όλες του τις δυνάμεις για την επανάσταση.

Αφήνει την τελευταία του πνοή στις 18 Ιούνη 1936. Με τον Στάλιν και Μολότωφ, να είναι από κείνους που μετέφεραν το φέρετρό του στην κηδεία.

___________

Για τον θεμελιωτή του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού και Πρωτεργάτη της Σοβιετικής λογοτεχνίας Μαξίμ Γκόρκι

Στις 18 Ιουνίου, συμπληρώνονται 88 χρόνια από τον θάνατο ενός εκ των σπουδαιότερων Σοβιετικών λογοτεχνών, του ιδρυτή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και της μεθοδολογίας του στη συγγραφική, Μαξίμ Γκόρκι,του διακεκριμένου “προλετάριου λογοτέχνη” που χει διαβαστεί και συνεχίζει να διαβάζεται από εκατομμύρια εργαζόμενους σε όλο τον πλανήτη, αυτού του σοσιαλιστή συγγραφέα που χει ευαισθητοποιήσει ανθρωπιστικά, αφυπνίσει ταξικά και διαπαιδαγωγήσει σοσιαλιστικά μέσα από τα διηγήματα, τους χαρακτήρες και τους διαλόγους του, γενιές και γενιές επαναστατών της εργατικής τάξης σε κάθε γωνιά της γης.

Ο λαμπρός καλλιτέχνης του λόγου Μαξίμ Γκόρκι περιγράφει στα βιβλία του με μοναδική μαστοριά την Ρωσική κοινωνία, τόσο προεπαναστατικά, όσο και μετεπαναστατικά. Άμεσος και λαϊκός, δυνατός και βαθύς στην ιδιαίτερη γραφή του, υπηρέτης του μαρξισμού σε όλη του την ζωή και μέχρι τον θάνατό του, όχι μόνο στα λογοτεχνικά έργα, αλλά και στον αγώνα, αποτελεί μια από αυτές τις ελάχιστες περιπτώσεις διανοουμένων της εργατικής τάξης που αναδύθηκε κυριολεκτικά μέσα από τους “αόρατους” της κοινωνίας, μέσα από την μιζέρια και τις κακουχίες των πιο φτωχών λαϊκών στρωμάτων της δεσποτικής και καταπιεστικής Ρωσίας των τσάρων, ένας αυτοδίδακτος, ρακένδυτος και άστεγος προλετάριος με κολασμένη καταγωγή, που κατέληξε σε “παιανιστή” του διαλεκτικού υλισμού και του κοινωνικού μετασχηματισμού προς τον Σοσιαλισμό, για να επιδράσει σημαντικά στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Ενδεικτικός όταν αναφέρεται σε αυτόν ο Άντον Τσέχοφ : “είναι ένας καταστροφέας αφοσιωμένος στην καταστροφή οποιουδήποτε πράγματος αξίζει να καταστραφεί” δηλώνει για τον Γκόρκι. Ο Μαξίμ Γκόρκι δεν στηλιτεύει κριτικά μόνο την διεφθαρμένη ημιβάρβαρη τσαρική εξουσία αλλά και την δουλικότητα εντός της θρησκόληπτης και παρακμιακής προεπαναστατικής Ρωσίας που την ενισχύει, την εδραιώνει και την αναπαράγει. Με την περίφημη “τρίτη ηθική” του – “δίνε το χέρι σου σ’όποιον σηκώνεται” – προσπαθεί να ταρακουνήσει τα λιμνάζοντα νερά της κοινωνικής απάθειας και της μεμψιμοιρίας των σύγχρονών του προλετάριων για να τους συνεπάρει προς την συνειδητή εξέγερση για την ανατροπή του ημιβάρβαρου συστήματος, προς το επαναστατικό άλμα για την σοσιαλιστική ανοικοδόμηση, και το καταφέρνει, γι αυτό τιμήθηκε από τους μπολσεβίκους και το εργατικό κράτος της ΕΣΣΔ όσο κανείς άλλος συγγραφέας.

Υπήρξε πράγματι ως ένας λογοτεχνικός καταπέλτης κατά των Ανακτόρων και της μπουρζουαζίας, κατά της παραίτησης, του ατομικισμού και της ιδιώτευσης. Ο Γκόρκι, συνειδητοποιώντας από πολύ νεαρή ηλικία την αξία της εργασίας ως δημιουργικό μέσο που οδηγεί στον ατομικό και συλλογικό εξανθρωπισμό, απάντησε ηχηρά από τις “πρώτες γραμμές” της διανόησης του μεγάλου εργατικού κράτους της ΕΣΣΔ στην καρλαική θεωρία των “Μεγάλων ανδρών” και στον “Υπεράνθρωπο” του Νίτσε, όντας ο μεγάλος υμνητής των κατορθωμάτων της συλλογικής δύναμης των απλών ανθρώπων, πήρε και σήκωσε σαν τυφώνας την Ρωσία της μεταφυσικής και του θρησκευτικού σκοταδισμού, τη Ρωσία του Ντοστογέφσκι.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκόφ και γεννήθηκε στις 28 Μαρτίου του 1868 στο Νίζνι Νόβγκοροντ σε συνθήκες ανείπωτης φτώχειας. Χάνει τον ξυλουργό – ταπετσέρη πατέρα του Μαξίμ Περσκόφ από χολέρα στην ηλικία των πέντε ετών. Η μητέρα του Βαρβάρα Κασίρινα ξαναπαντρεύτηκε και ο μικρός Αλεξέι στάλθηκε στον παππού και την γιαγιά του της οποίας τα παραδοσιακά ρώσικα παραμύθια και οι θρησκευτικές δοξασίες φαίνεται να ενεργοποιούν την φαντασία του και να αποτελούν γι αυτόν τις πρώτες λογοτεχνικές επιρροές αλλά και την μόνη ευχάριστη ανάμνηση σε μια πολύ σκληρή παιδική ηλικία που επέδρασε καθοριστικά στην λογοτεχνική και πολιτική ταυτότητά του.

Ο Μαξίμ Γκόρκι φοιτεί μόνο τις δυο πρώτες τάξεις του δημοτικού. Χάνει και την μητέρα του από φυματίωση στην ηλικία των εννέα και ο παππούς του τον διώχνει από το σπίτι. Ο προλετάριος Μαξίμ Γκόρκι μάχεται για την γνώση στο δυσκολότερο “σχολειό”. Ορφανός και πάμπτωχος πριν κλείσει τα δέκα περιπλανιέται κουρελής και πεινασμένος αναζητώντας μεροκάματο. Δουλεύει ως καθαριστής καμινάδων, λούστρος, εργάτης γης, αχθοφόρος, βοηθός αγιογράφου, νυχτοφύλακας σε ψαράδικο αλλά και ως λαντζιέρης στα καράβια, ξυλοκοπείται συχνά από τους εργοδότες του, βιώνει στην πιο τρυφερή ηλικία στο πετσί του την μαύρη εκμετάλλευση. Σε ένα ατμόπλοιο στον Βόλγα μαθαίνει καλύτερα την ανάγνωση από έναν συνάδελφό του. Για όσους ζουν σε μονότονη φτώχεια και εξαθλίωση, γράφει στα “Παιδικά χρόνια”, το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφίας του τρεις δεκαετίες αργότερα, “ο πόνος έρχεται ως αντιπερισπασμός και η θλίψη ως διακοπές”.

Το 1884 αποφασίζει να δώσει εξετάσεις για την είσοδό του στο πανεπιστήμιο του Καζάν μα θα αποτύχει. Στο Καζάν ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το λαϊκό κίνημα της Ρωσίας και με τον μαρξισμό, δούλεψε ως βοηθός σε αρτοποιείο που λειτουργούσε παράνομα και ως επαναστατική βιβλιοθήκη. Τον Δεκέμβρη του 1887 ο Μαξίμ Γκόρκι σε ένα “κρεσέντο” απογοήτευσης, πιθανότατα στο άκουσμα του θανάτου της γιαγιάς του, παίρνει ένα παλιό πιστόλι για να αυτοπυροβοληθεί στο στήθος, για καλή μας τύχη επέζησε μα η σφαίρα έμεινε για πάντα καρφωμένη μέσα στους πνεύμονές του προκαλώντας του συχνές και χρόνιες πνευμονικές παθήσεις που τον ταλαιπωρούσαν σε όλη του την ζωή κι όμως, αυτή του η περιπέτεια κατά τον ίδιο, ήταν που τον όπλισε εν τέλει με το αγωνιστικό του πείσμα και με την χαρακτηριστική του αισιοδοξία που αντανακλάται λυτρωτικά στην ποιότητα των διηγημάτων του. Το επιβεβαιώνει λογοτεχνικά όταν γράφει πως “Η ζωή πάντα μας εκπλήσσει (..) οι δημιουργικές ανθρώπινες δυνάμεις της καλοσύνης ξυπνούν την άφθαρτη ελπίδα μας ότι μια φωτεινότερη, καλύτερη και πιο ανθρώπινη ζωή θα γεννηθεί και πάλι”!

Εν συνεχεία ο Μαξίμ Γκόρκι ταξιδεύει για κάποια χρόνια πεζός σε ολόκληρη την Νότια Ρωσία κάνοντας περιστασιακές δουλειές, ήταν μια περίοδος που τροφοδότησε αργότερα το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον για τα βάσανα των “απλών ανθρώπων”. Εν τέλει θα εγκατασταθεί στην Τυφλίδα. Το 1892 γράφει επιφυλλίδες σε επαρχιακές εφημερίδες για τον βιοπορισμό του, την ίδια χρονιά αποκαλύπτει και τη λογοτεχνική του ιδιοφυΐα επιλέγοντας το ψευδώνυμο “Γκόρκι” που σημαίνει “πικρός” για να γράψει την “πικρή αλήθεια” για την τσαρική Ρωσία. Δημοσιεύει το πρώτο του έργο, τη νουβέλα “Μακάρ Τσουντρά” και ακολουθεί το “Ο θλιβερός Πάβελ” το 1894. Το 1895 γίνεται διάσημος με την δημοσίευση του διηγήματός του “Τσελκάς” που επικεντρώνεται σε ένα περιπλανώμενο αλήτη, παρία της Οδησσού, δηλωτικό της πρόθεσης του Γκόρκι να αναδείξει την σκληρή πραγματικότητα των κατατρεγμένων και των μουζίκων στον πυθμένα της κοινωνίας.

Το 1896 παντρεύεται την Κατερίνα Πάβλοβνα και μαζί αποκτούν έναν γιο, τον Μαξίμ Αλεξιέγιεβιτς Πεσκόφ. Ο Γκόργκι συνεχίζει το γράψιμο με διηγήματα όπως το “Τραγούδι του γερακιού”, το “Μάλβα”, το “Οι σύζυγοι Ουρλόφ” κ.α. μέχρι που το 1899 ανεβαίνει στα υψηλότερα κλιμάκια των Ρώσων λογοτεχνών, εκεί που βρίσκονταν οι Τολστόι και Τσέχοφ, με το διήγημά του “Είκοσι έξι άντρες και ένα κορίτσι” που γνωρίζει τεράστια επιτυχία στην Ρωσία και στα θέατρα του εξωτερικού, ο Μάξιμ Γκόρκι ήταν πλέον γνωστός σε όλη την Ευρώπη.

Η δεκαετία του 1900 αποτελεί για τον Γκόρκι ίσως την πιο παραγωγική του περίοδο, τότε θέτει τις βάσεις του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στο έργο του, γράφει ανάμεσα σε άλλα το “Τραγούδι του πουλιού και της καταιγίδας”, το “μικροαστοί”, το “Ξενοδοχείο των φτωχών” και το 1902 δημοσιεύει τα “Κατώτερα Βάθη” όπου ανέβηκαν αμέσως από τον Κ. Στρανισλαβσκι στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Το έργο που αγκαλιάστηκε από το κοινό διαδραματίζεται σ’ ένα νυχτερινό καταφύγιο αστέγων με κεντρικούς χαρακτήρες πόρνες και αλκοολικούς. Την ίδια χρονιά εκλέγεται μέλος της ακαδημίας λογοτεχνών, λίγες μέρες μετά ο τσάρος Νικόλαος ακυρώνει την εκλογή του, παραιτούνται από την ακαδημία οι Τσέχοφ και Κορολένκο σε αλληλεγγύη με τον Γκόρκι.

Ο Μάξιμ Γκόρκι συνδέεται στενά με το κόμμα των μπολσεβίκων και τον ηγέτη του, μεγάλο μέρος των εσόδων του καταλήγει σε αυτό ενώ παρακολουθείται από την διαβόητη Οχράνα ήδη από το 1889. Το 1905 ιδρύει μαζί με τον Λένιν το περιοδικό “Νέα Ζωή” και προπαγανδίζει τον Μαρξισμό για την κοινωνική επανάσταση αναλαμβάνοντας την διεύθυνσή του, την ίδια χρονιά συμμετέχει στην “Ματωμένη Κυριακή της Πετρούπολης”, συλλαμβάνεται από το τσαρικό καθεστώς και φυλακίζεται στο κολαστήριο του Πετροπαβλοφσκ, εκεί γράφει τα “Παιδιά του Ήλιου” που φαινομενικά αναφέρονται στην επιδημία χολέρας του 1862 μα ουσιαστικά στηλιτεύουν την τσαρική Ρωσία. Ένα κύμα διαμαρτυρίας και αλληλεγγύης από λογοτέχνες και διανοουμένους απ όλο τον κόσμο αναγκάζει τον Ρομανόφ να αποφυλακίσει τον Μάξιμ Γκόρκι.

Το 1906, υπό τον ασφυκτικό κλοιό του καθεστώτος ο Μάξιμ Γκόρκι εγκαταλείπει την Ρωσία, ταξιδεύει σε Γερμανία, Γαλλία και ΗΠΑ προσπαθώντας να εξασφαλίσει πόρους για την επανάσταση και γι αυτό του απαγορεύεται η επιστροφή του. Σε ένα αγροτόσπιτο στα προάστια της Νέας Υόρκης των αρχών του 20ου αιώνα,γράφει το αριστουργηματικό επαναστατικό μυθιστόρημα – σύμβολο αισθητικής και σκέψης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού – “Μάνα”, που αποκρυσταλώνει σε κάθε σελίδα του το επαναστατικό πνεύμα του Μάξιμ Γκόρκι.

Το “Μάνα” που κατενθουσίασε τον Λένιν, είναι ένα μυθιστόρημα που βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα που συντάραξαν το Νίζνι Νόβγκοροντ, όταν τη πρωτομαγιά του 1902 ο τσαρικός στρατός διέλυσε βίαια την απεργιακή διαδήλωση, συλλαμβάνοντας και φυλακίζοντας τους επικεφαλής της πορείας των εργατών. Ο επαναστάτης Πιοτρ Ζαλόμοφ, που μετατράπηκε στη δίκη του με μια παθιασμένη απολογία από κατηγορούμενος σε κατήγορος κατά των δικαστών του και του τσάρου, ήταν που ενέπνευσε τον Πάβελ Βλασόφ του Γκόρκι. Η μητέρα του επαναστάτη, είναι η κεντρική ηρωίδα που μέσα από την ενδοσκοπική ματιά της, ο φόβος απέναντι στην βίαιη και στρεβλή εξουσία που απειλεί τον γιο της, μεταμορφώνεται σε φλογερή βεβαιότητα για την επερχόμενη επαναστατική ανατροπή.

Από το 1907 έως το 1913 ο Γκόρκι γράφει διηγήματα και εργάζεται για την επανάσταση από το Κάπρι της Ιταλίας. Εκείνη την περίοδο δημοσιεύει το “Οι τελευταίοι”, το “Καλοκαίρι”, το “Πολιτειούλα των απορριμάτων, το “Η ζωή του Ματβέι Κοζεμιάγκιν” κ.α. Στο Κάπρι μαζί με τους Λουνατσάρσκι και Μπογκντάνοφ ιδρύει σχολή για επαναστάτες προπαγανδιστές. Η σχολή δεν ευδοκίμησε μετά τις αντιδράσεις του Λένιν. Το 1913 ο Ρομανόφ δίνει γενική αμνηστία, ο Γκόρκι επιστρέφει στην Ρωσία και καθ όλη την διάρκεια του Α’ Π.Π. το δωμάτιό του στην Πετρούπολη λειτουργεί ως καταφύγιο μπολσεβίκων, γράφει στις κομματικές εφημερίδες “Ζβέζντα” και Πράβντα”, του απαγορεύεται η έξοδος από την χώρα μέχρι το 1917.

Ο Μαξίμ Γκόρκι βρίσκεται στις επάλξεις με τα γεγονότα του Φλεβάρη του 17′ και την εκδίωξη του τσάρου μα αμφιταλαντεύεται πάνω στις “θέσεις του Απρίλη” του Λένιν. Εκφράζει έντονα τις ανησυχίες του πάνω στην σοσιαλιστική επανάσταση και τον άμεσο μετασχηματισμό λόγω της “καθυστέρησης” των εργατικών και αγροτικών μαζών κυρίως στην ρωσική ύπαιθρο, φοβάται πως η επανάσταση των μπολσεβίκων θα πνιγεί στο αίμα και πως ένα ακόμα πιο πυκνό, ακόμα πιο βάρβαρο σκοτάδι θα καταπλακώσει τον λαό της Ρωσίας, προειδοποιεί γι αυτό τον μπολσεβίκο γιο του Μαξίμ Αλεξέγιεβιτς. Ο Λένιν, οι μπολσεβίκοι και ο Μεγάλος προλεταριακός Οκτώβρης διαψεύδουν τους φόβους του Γκόρκι.

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας το 20′ παραδέχεται ο Γκόρκι πάνω σε σχετική ερώτηση από τον δοκιμιογράφο Ιλία Τσάπκα : “Εγώ δεν είμαι πολιτικός άνθρωπος. Μόνο ο Λένιν μπορούσε να τα βλέπει και να τα καταλαβαίνει όλα που ήταν πολιτική μεγαλοφυΐα, δημιουργός γεγονότων. Εγώ φοβόμουν την αναρχία που θα έριχνε την επανάσταση στο βάλτο του χαμού της. Δεν είμαι ο μόνος που έκανε λάθος…Τώρα όλος ο κόσμος έχει καταλάβει, ότι ο Λένιν και το Κόμμα του είχαν δίκιο σε όλα τα στάδια της μάχης τους”.

Το 1921 ο Μαξίμ Γκόρκι αναχωρεί για λόγους υγείας για το Βερολίνο. Τα έξοδα της διαμονής εκεί, τόσο του ιδίου όσο της συζύγου και του γιου του καλύπτονται από τον Σοβιετικό λαό με υποτροφίες από την Επιτροπή Εμπορίου της ΕΣΣΔ. Ο Γκόρκι στο Βερολίνο δημιουργεί επιτροπές αλληλεγγύης για την βοήθεια των πεινασμένων καλλιτεχνών. Στα τέλη του 23′ φεύγει από την Γερμανία για να εγκατασταθεί στο Σορέντο της Ιταλίας μέχρι το 1927, εκεί γράφει τις “Αναμνήσεις για τον Λένιν”, το “Αρταμάνωφ” και το “Η ζωή του Κλιμ Σάμγκιν” ενώ ολοκληρώνει και την τριλογία της αυτοβιογραφίας του με “Τα πανεπιστήμιά μου”.

Το 1929 ο 60χρονος πια Γκόρκι επιστρέφει οριστικά στην Ρωσία και το ΚΚΣΕ του παρέχει έπαυλη έξω από την Μόσχα, ο Σοβιετικός λαός τον υποδέχεται με αγάπη και καθολική αναγνώριση, οι τιμές του εργατικού κράτους προς το πρόσωπό του διαδέχονται η μία την άλλη. Μια κεντρική λεωφόρος και το γνωστό πάρκο στο κέντρο της Μόσχας παίρνουν το όνομά του, το ίδιο και ένα από τα μεγαλύτερα αεροπλάνα της εποχής, το Τουρπόλεφ 20. Τέλος, η γενέτειρά πόλη του, το Νίζνι Νόβγκοροντ μετονομάζεται το 1932 σε Γκόρκι κρατώντας αυτή την ονομασία μέχρι την νίκη της αντεπανάστασης και των πρακτόρων του ιμπεριαλισμού με την διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991.

Η Κομμουνιστική ακαδημία τέχνης ανακηρύσσει τον Μαξίμ Γκορκι “προλετάριο λογοτέχνη”, κερδίζει το βραβείο Λένιν, γίνεται μέλος της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΣΕ και το 1932 εκλέγεται πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών της ΕΣΣΔ. Με δική του πρόταση στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ διαλύονται όλες οι ανταγωνιστικές ενώσεις καλλιτεχνών και δημιουργείται ένας ενιαίος, ισχυρός σύνδεσμος. Εκεί ο Μαξίμ Γκόρκι επιβάλλει τον “Σοσιαλιστικό Ρεαλισμό” ως επίσημο δόγμα της Σοβιετικής τέχνης.

Ο Γκόρκι μέχρι τον θάνατό του επέδειξε ακλόνητη εμπιστοσύνη στον Ι.Β. Στάλιν, στο ΚΚΣΕ και στα μεγάλα κοινωνικά εγχειρήματα σοσιαλιστικής ανάπτυξης των προγραμμάτων πενταετίας,μια εμπιστοσύνη την οποία δεν του συγχώρεσαν ποτέ οι αστοί διανοούμενοι, γι αυτό και δεν πήρε Νόμπελ λογοτεχνίας παρά τις πέντε υποψηφιότητες του από το 1918 έως το 1933, γι αυτό προσπάθησαν να σκυλέψουν την μνήμη του με ανιστόρητες θεωρίες συνωμοσίας και αντικομμουνιστικά παραμύθια της χαλιμάς μισό αιώνα μετά τον θάνατό του.

Ο Μαξίμ Γκόρκι εκθείασε το προλεταριάτο της ΕΣΣΔ “τον νέο Ρώσο άνθρωπο, τον χτίστη την νέας χώρας” για το “ξωπέταγμα της παλιάς ατομικίστικης και δουλικής ψυχολογίας”, εξύμνησε την νέα χειραφετημένη Γυναίκα που “από νοικοκυρά του σπιτιού έγινε η αφέντρα του σοβιετικού κράτους”. “Για μένα δεν πρόκειται μόνο για τον εξηλεκτρισμό, για την εκβιομηχάνιση, την ανάπτυξη της γεωργίας και των όσων απαξιώνει ο Τύπος των καπιταλιστών” γράφει σε μια αλληλογραφία του ο Γκόρκι … “Για μένα το σημαντικό είναι ένας εργάτης ενός διυλιστηρίου ζάχαρης να διαβάζει τον Σέλλεϋ στο πρωτότυπο. Σημαντικό για μένα είναι ο άνθρωπος, που νοιώθει για τη ζωή ένα μεγάλο και υγιές ενδιαφέρον, που καταλαβαίνει, ότι χτίζει ένα καινούργιο κράτος, ο άνθρωπος που δεν ζει από λόγια, αλλά από το πάθος του για την εργασία και τη δραστηριότητα”.

Στις 18 Ιουνίου του 1936, με την υγεία του επιβαρυμένη από την φυματίωση και τις χρόνιες πνευμονικές παθήσεις, αφήνει την τελευταία του πνοή έξω από την Μόσχα ο τεράστιος Σοβιετικός συγγραφέας Μαξίμ Γκορκι σε ηλικία 68 ετών. Λίγες ώρες μετά τον θάνατό του οι γιατροί αφαίρεσαν τον εγκέφαλό του και τον τοποθέτησαν δίπλα σε αυτούς των Λένιν, Μαγιακόφσκι και άλλων διανοουμένων και καλλιτεχνών στο ινστιτούτο νευρολογίας της Μόσχας.

Η σωρός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, εκατοντάδες χιλιάδες Μοσχοβίτες πέρασαν για να τιμήσουν τον κορυφαίο λογοτέχνη τους. Το σώμα του Μαξίμ Γκόρκι αποτεφρώθηκε και η στάχτη του τοποθετήθηκε σε λήκυθο για να μεταφερθεί με τιμές στην νεκρόπολη της κόκκινης πλατείας, δίπλα στο μαυσωλείο του Λένιν. Ο πρωθυπουργός Βιάτσεσλαβ Μολότωφ και ο ίδιος ο Ι.Β. Στάλιν κουβάλησαν τις στάχτες του.

 Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουνίου της μηνιαίας εφημερίδας μας «Από τη σπίθα στη φλόγα»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *