Γράφει ο mitsos175

Δεκαπενταύγουστος και οι φωτιές μας καίνε
μα το κοπάδι προχωράει να προσκυνήσει
το παραμύθι των παπάδων σαν ακούνε
το χρήμα ρέει κι οι αγύρτες το μαζεύουν.
Δεκαπενταύγουστο σαν έρθουν μετανάστες
«θα αλλοιώσουν τη μεγάλη μας κουλτούρα»
μα ίσως τότε στα δυο πόδια σηκωθούμε
και το μυαλό μας να αρχίσει να δουλεύει.
Δεκαπενταύγουστο πάμε για το χωριό μας
λίγες οι μέρες που δεν θα ’μαστε οι σκλάβοι
μα πάλι πίσω θα γυρίσουν οι εργάτες
στ’ αφεντικά να κάνουνε τους τεμενάδες.
Δεκαπενταύγουστο η χώρα είναι στάχτη
αλλά τουρίστες μας ζητάνε κόκα κόλα
και οι ραγιάδες συνεχίσουν τη ζωή τους
το γίδι βόσκει μέχρι να βρει το χασάπη.
Δεκαπενταύγουστε γαμώ το κέρατό σου
να το ανοίξω τ’ αιρκοντίσιον ή να σκάσω
ακρίβυνε το παγωτό που μου αρέσει
και κάνω αέρα με βεντάλια το τετράδιο.
Δεκαπενταύγουστος αλλά όχι για όλους.
Για τους περισσότερους είναι Μεγάλη Παρασκευή.
Για τους πλούσιους κάθε μέρα είναι Πάσχα και Χριστούγεννα μαζί.
Για το παπαδαριό είναι περίοδος που μαζεύουν το παραδάκι από την Τήνο.
Να ρε άθεοι το θαύμα. Κάθε χρόνο κορόιδα, χιλιάδες κορόιδα, ξηλώνονται για να γεμίσουν την κοιλάρα τους οι ρασοφόροι. Αλληλούια!
Εμείς με την Καλλιόπη κάνουμε αέρα εναλλάξ. Μια φορά ο ένας, μια ο άλλος. Το καλό είναι πως βγάλαμε τα ρούχα μας. Το κακό είναι πως δεν μπορείς να κάνεις σεξ με τέτοια ζέστη.
Φτιάξαμε δικό μας παγωτό – γρανίτα, γιατί αν πάρεις απ’ έξω μια φορά δε θα έχεις να φας μετά.
Φυσικά κάνουμε μπάνιο. Στη μπανιέρα. Έχω ρίξει και μελάνι, την περνάμε για θάλασσα. Η Καλλιόπη δε θέλει να μπει, θα λερωθεί, λέει. Αμ περισσότερο θα λερωθείς στην κανονική θάλασσα μ’ αυτά που ρίχνουν.
Και δάσος έχουμε. Στο μπαλκόνι. Τα μόνα φυτά που θα μείνουν…

0 Comments