
Επαναστατική Οργάνωση 17ΝΟΕΜΒΡΗ
Αθήνα 16-8-88
Την Κυριακή 14 Αυγούστου κομάντος ανταρτών της οργάνωσης μας επιτέθηκαν στο Ιθ’ αστυνομικό τμήμα του Βύρωνα, το κατέλαβε και απαλλοτρίωσε τον οπλισμό του, όπως και ορισμένα άλλα αντικείμενα χρήσιμα στον επαναστατικό αγώνα.
Η όλη επιχείρηση έγινε με τρόπο άψογο και υποδειγματικό. Δεν χύθηκε ούτε μια σταγόνα αίματος, δεν έπεσε ούτε μια σφαλιάρα, δεν έπεσε ούτε ένας πυροβολισμός. Όλοι οι μπάτσοι αφοπλίστηκαν χωρίς να προβάλλουν την παραμικρή αντίσταση.
Η εισαγωγή της προκήρυξης της 17 Νοέμβρη για την εισβολή μελών της στο Α.Τ Βύρωνα
Ενα από τα μεγαλύτερα φιάσκα της Ελληνικής Αστυνομίας συνέβη σαν σήμερα πριν από 37 χρόνια. Ηταν η πρώτη φορά μετά το εμφύλιο πόλεμο που αντάρτες -πόλης αυτή την φορά- καταλαμβάνουν αστυνομικό τμήμα και συγκεκριμένα το Α.Τ. Βύρωνα.
Καλύτερα όμως να αφήσουμε τον Δημήτρη Κουφοντίνα να μας περιγράψει με γλαφυρό τρόπο όλο το σκηνικό μέσα από το βιβλίο «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη»:

Παραμονή Δεκαπενταύγουστου του 1988, μπήκαμε στο ΙΘ’ αστυνομικό τμήμα στον Βύρωνα. Χρειαζόμασταν οπλισμό, στολές και πηλήκια, σφραγίδες και προπαντός άγραφα δελτία ταυτότητας. Από καιρό ψάχναμε να βρούμε το κατάλληλο Τμήμα. Στην τελική επιλογή βάρυναν η κατάλληλη θέση του, ότι ξέραμε καλά την περιοχή και ότι είχαμε ήδη ένα παράνομο σπίτι κοντά. Ίσως αυτό που βάρυνε, στο βάθος, να ήταν ότι το ίδιο Τμήμα το είχε χτυπήσει ο ΕΛΑΣ. Ότι ήταν μια γειτονιά πλούσια σε αγωνιστική ιστορία, σε επαναστατική παράδοση.
Αρχίσαμε συστηματικές παρατηρήσεις: Να μάθουμε τη δύναμη του Τμήματος, την κίνησή του, τις συνήθειες του προσωπικού του, την κίνηση των περιπολικών. Το εστιατόριο δίπλα του απέκτησε σταθερή πελατεία. Οικοδόμοι από κάποιο απροσδιόριστο κοντινό γιαπί, υπάλληλοι, φοιτητές και άλλοι ανακάλυψαν όλοι το νόστιμο φαγητό του. Και συνήθιζαν όλοι να κάθονται στο ίδιο τραπέζι, με τη μοναδική θέα.
Και ο δρόμος μπροστά στο Τμήμα απέκτησε αρκετούς περαστικούς. Που αραίωναν όσο πλησίαζε ο Δεκαπενταύγουστος. Τις τελικές παρατηρήσεις τις κάναμε μέσα από μια καμιονέτα. Την παρκάραμε μπροστά, ακριβώς απέναντι από την κεντρική είσοδο. Με «νόμιμες» πινακίδες και χαρτιά ιδιοκτησίας και οδήγησης. Δεν ήθελα να μπει άλλος μέσα. Κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο, μέσα στην πυρωμένη λαμαρίνα παθαίνεις αφυδάτωση, διάφορους βαθμούς θερμοπληξίας. Απέκτησα την πρώτη κρίση έλκους εκεί μέσα.
Θα ήταν δύσκολη και περίπλοκη ενέργεια. Απέναντι μας ήταν άνθρωποι οπλισμένοι και εμείς θα μπαίναμε στο σπίτι τους. Επιπλέον, οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να ερχόταν κάποιο περιπολικό.
Υπολογίζαμε ότι θα μέναμε μέσα αρκετή ώρα. Παρακολουθούσαμε συνεχώς τις ασύρματες επικοινωνίες της αστυνομίας και της Ασφάλειας. Ξέραμε καλά τους κώδικες, τα συνθηματικά. Εκτιμήσαμε και πάλι το χωροφυλακίστικο χιούμορ: «Τον αστυνόμο τον πήραν στην τηλεόραση λόγω του μετάλλου που περιέχει η φωνή του». Καλά ήταν με εκείνη τη ζέστη.
Στην ενέργεια πήραμε μέρος πολλοί. Καλοντυμένοι, με κοστούμια ή καλό σπορ ντύσιμο. Από κάτω, οι περισσότεροι φορούσαν βερμούδες και καλοκαιρινά φανελάκια. Στα αυτοκίνητα διαφυγής είχαν προβλεφθεί τσάντες από τις οποίες εξείχαν ψάθες παραλίας, πετσέτες, αναπνευστήρες, που θα τους μετέτρεπαν σε λουσμένους οι οποίοι περιμένουν το λεωφορείο για την πλαζ. Νοικιάσαμε και ένα σπίτι εκεί κοντά. «Μιας χρήσης», προσωρινός σταθμός για τα ογκώδη τουφέκια G3 που θα παίρναμε. Ένα μαγαζάκι. Αρχίσαμε να το βάφουμε, να το σουλουπώνουμε, καλύψαμε με εφημερίδες την τζαμαρία. Αργότερα το αφήσαμε: «Η κρίση, ξέρετε…». Ήξερε.
Πρώτοι μπήκαν στο Τμήμα ένας δικός μας, ντυμένος αστυνομικός που συνόδευε έναν κρατούμενο. Ο κρατούμενος είχε ριγμένο μόρτικα στον έναν ώμο το σακάκι που έκρυβε το αυτόματο. Ο φρουρός, από τη ζέστη, είχε αφήσει το εξωτερικό φυλάκιο, στεκόταν μέσα, στον προθάλαμο. Όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια του εικονικού αστυνομικού, γκρίνιαξε: «Άσ’ τις μαλακίες, συνάδελφε. Όρεξη έχεις μεσημεριάτικα;». Χρειάστηκε να προστεθεί στο περίστροφο και το αυτόματο του κρατούμενου. Ούτε αυτό το επιχείρημα τον έπεισε. Ούτε τα όπλα των επόμενων δύο δικών μας. Το μυαλό του δεν μπορούσε να το δεχτεί. Δεν έδινε με τίποτα το όπλο του. Καθυστερούσαμε. Του το πήραμε με το ζόρι κι ακόμα μας κοίταζε σαν χαμένος, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει.
Εκείνος που δεν μπορούσε να το πιστέψει με τίποτα ήταν ο ασφαλίτης. Μέσα στο βασίλειό του, στο άντρο του, όπου έμπαιναν οι πολίτες περιδεείς, τώρα έπρεπε να υπακούει στις κοφτές διαταγές, να γίνει αυτός ο κρατούμενος. Τα μάτια του έβγαζαν τόσο δολοφονικό μίσος που δεν είχα ξαναδεί. «Ταπεινώθηκε το Τμήμα», θα πει αργότερα.
Οι υπόλοιποι ήταν σοκαρισμένοι αλλά συνεργάσιμοι. Η αρχιφύλακας παρουσίασε απότομη μετάπτωση. Από την αυταρχική πόζα της εξουσίας και το τουπέ της υπεροχής αναδύθηκε η ανασφαλής φοβισμένη κυριούλα που έτρεμε. Ο Σάββας που τη συνόδευε, προσπάθησε να την ηρεμήσει, να την παρηγορήσει. Αργότερα, για να καλύψει αυτή την κατάρρευσή της. άρχισε να ψεύδεται ότι τη χαστουκίσαμε. Δεν ασχοληθήκαμε με τα ψεύδη της.
Αλλος ασφαλίτης διάλεξε τον τρόπο αντίδρασης στην εισβολή που ταίριαζε στο χαρακτήρα του: Προσπάθησε, ακροπατώντας, να την κοπανίσει, να κρυφτεί πίσω από κάτι έπιπλα. Ενας δικός μας τον πρόλαβε: «Επ, για πού το ‘βαλές; Για έλα εδώ». Και ήρθε, ήσυχα ήσυχα. Γενικά. όλοι ήταν συνεργάσιμοι. Υπάκουσαν πρόθυμα στις διαταγές, μπήκαν ήρεμα στο κρατητήριο. Όταν φεύγαμε, ακούγονταν ήδη οι πρώτες φωνές τους. «Βοήθεια!», «Τρεχάτε, γειτόνοι!», φώναζαν. Ύστερα κατάλαβαν ότι γίνονται ρεζίλι, σταμάτησαν. Έπειτα από μισή ώρα ήρθε ένα περιπολικό. Τους έψαχναν. Ήταν κλειδωμένοι στο κρατητήριο με λουκέτο. Δεν μπορούσαν να τους ανοίξουν. «Βρες μια πέτρα να το σπάσεις», τους φώναζαν οι έγκλειστοι.
Αργότερα στείλαμε μια φωτογραφία με όσα πήραμε. Τα λάφυρα πολέμου, όπλα, στολές, χαρτιά, σφραγίδες κ.λπ. κάτω από το κόκκινο αστέρι και το βλέμμα του Μαρξ. του Τσε και του Άρη. Ήταν η πρώτη ένοπλη εισβολή σε αστυνομικό τμήμα από τα χρόνια του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Ακούσαμε πολλά θετικά σχόλια από αστυνομικούς. Το ότι δεν πειράξαμε κανέναν, το ότι κάναμε επιθεώρηση στο Τμήμα και δημοσιοποιήσαμε ότι ήταν ένα βρόμικο ερείπιο, ένα αχούρι. Το ότι αποσιωπήσαμε κάποιες μειωτικές, ανθρώπινες όμως, αντιδράσεις των αστυνομικών μέτρησε στα μάτια τους. Εμπεδώθηκε πια στην κρίση τους ότι αν δεν αντιδράσουν, αν δεν μας χτυπήσουν, δεν θα τους χτυπήσουμε.
Τα όπλα από το Τμήμα ενίσχυσαν το οπλοστάσιο της 17Ν. Ιδιαίτερα τα G3. Από τότε τα ελικόπτερα της αστυνομίας πήραν ύψος, πετούσαν ψηλότερα, έξω από το βεληνεκές των μακρύκαννων τουφεκιών. Οι σφραγίδες και τα άγραφα δελτία αστυνομικής ταυτότητας έδωσαν ώθηση στη δουλειά που γινόταν στο εργαστήρι πλαστογραφίας.

0 Comments