

Από τον παππού που πουλούσε λάδι στην Ομόνοια το ’44 … στον εγγονό που ζητάει αποζημίωση για 50 ελιές!
Φωτογραφία-ντοκουμέντο από τον Νοέμβρη του ’44: ένας πωλητής λαδιού στην οδό Αθηνάς, περιστοιχισμένος από πλήθος που μοιάζει να παζαρεύει με λαχτάρα το χρυσάφι της εποχής. Λάδι, τυρί, ελιές· τα ιερά τρίπτυχα της ελληνικής κουζίνας, αλλά και το άτυπο νόμισμα σε εποχές που η δραχμή άξιζε λιγότερο κι από το χαρτί που τυπωνόταν.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα κεφάλια των πεινασμένων, ξεπροβάλλει κι ένας κύριος με καλοσιδερωμένο σακάκι, παχύ μουστάκι και βλέμμα γνωστό. «Παππούς κάποιου νεοδημοκράτη θα είναι», θα πεις, και δεν θα έχεις κι άδικο. Γιατί μόνο αυτοί είχαν το ταλέντο να κάνουν το λάδι… προεκλογικό λάφυρο. Από τότε μέχρι σήμερα, μια ζωή στο ίδιο μαγαζί: «Ολίγον λάδι, πολύ αέρα και καθόλου ψωμί».
Αν το δεις καλά, η αρχική φωτογραφία μοιάζει με το πρώτο booth της ΝΔ:
➤ Στο τραπέζι το λάδι (οι χορηγοί).
➤ Στην άκρη οι στοίβες με χαρτονομίσματα (τα θαλασσοδάνεια).
➤ Και γύρω γύρω οι πολίτες, να κοιτάνε με λαχτάρα πώς θα τους μοιράσουν το προϊόν «με το σταγονόμετρο».
Η ιστορία, λένε, επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Μόνο που στη σημερινή εκδοχή, αντί για πωλητή λαδιού έχουμε υπουργούς που πουλάνε αέρα κοπανιστό στις τιμές της ΔΕΗ και στο «καλάθι του νοικοκυριού». Και αντί για δραχμές, έχουμε το ευρώ που εξαφανίζεται από το πορτοφόλι πιο γρήγορα κι από το πενηντάρικο σε φοιτητική εστία.
Κι όμως, υπάρχει και κάτι αισιόδοξο στη σκηνή: ο λαός είναι πάντα εκεί. Πεινασμένος, θυμωμένος, έτοιμος να περιμένει στην ουρά – αλλά και ικανός, όταν το αποφασίσει, να ρίξει το τραπέζι ανάποδα. Γιατί το λάδι μπορεί να λερώνει, αλλά καθαρίζει και τις σκουριές της Ιστορίας.
Καλή εβδομάδα, λοιπόν, και μη ξεχνάτε: η Ελλάδα αλλάζει μόνο όταν οι «λαδάδες» της εξουσίας πάρουν πόδι από το παζάρι.

Πεινασμένος, θυμωμένος, αλλά όταν έρχεται η ώρα της κάλπης κατά 60% απέχει πίνοντας freddoccino στο καφενείο…Φυσικά την επόμενη μέρα πρώτος κλαίγεται στο facebook, tik-tok, τίκι-τάκα και λοιπά μέσα μαζικής λοβοτομής…