
Του Γιώργη Γιαννακέλλη
Τη δίψα του για το αίμα αθώων πολιτών ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος την είχε δείξει από πολύ νωρίς. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου είχε διατάξει την εκκένωση ολόκληρων χωριών που θεωρούσε ότι βοηθούσαν τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Όπως καταγράφει ο συγγραφέας Φοίβος Γρηγοριάδης, ο Τσακαλώτος είχε φτάσει στο σημείο να διατάξει τη με συνοπτικές διαδικασίες εκτέλεση χωρικών –τους οποίους αποκαλούσε «ληστοτρόφους»– επειδή αρνούνταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τη γη τους.
Η ίδια εγκληματική λογική εκδηλώθηκε απροκάλυπτα και στα Δεκεμβριανά. Σαν σήμερα, 14 Δεκέμβρη 1944, ο διοικητής της ελληνικής 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας, Θρασύβουλος Τσακαλώτος, ζήτησε εγγράφως από τον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι «να βομβαρδίζωνται σφοδρώς αι περιοχαί (α) Αγίας Παρασκευής, (β) Αγίου Ιωάννη Κυνηγού και Γέρακα, (γ) Καισαριανής».
Πέρα από τους όποιους στρατιωτικούς ισχυρισμούς, ο ίδιος εξήγησε προφορικά στους Βρετανούς ότι η προσβολή της Καισαριανής –και της Κοκκινιάς– «όπου ήσαν συγκεντρωμέναι αι οικογένειαι των κομμουνιστών», υπαγορευόταν από την ανάγκη να πληγεί «το ηθικόν των συμμοριτών». Για πρώτη φορά, όπως κυνικά σημείωνε, «θα πονέσουν δι’ απώλειαν περιουσιών και προσφιλών προσώπων».
Η στοχοποίηση δηλαδή άμαχων πληθυσμών, γυναικών και παιδιών, αντιμετωπιζόταν συνειδητά ως μέσο ψυχολογικού πολέμου.
Ο ίδιος αυτός καραβανάς, που έβλεπε τους κομμουνιστές ως εσωτερικό εχθρό προς εξόντωση, έτρεφε απεριόριστο θαυμασμό για τους ταγματασφαλίτες —τους ένοπλους συνεργάτες των ναζί. Σε βιβλίο του έγραφε χωρίς περιστροφές:
«Δυνάμεθα αδιστάκτως να κατατάξωμεν τα Τάγματα Ασφαλείας εις την πλευράν του Εθνικού αγώνος… αι υπηρεσίαι των παραμένουσι ιστορικαί».
Η ωμή αυτή απολογία των δωσίλογων δεν ήταν προσωπική παραφωνία. Αντικατόπτριζε τη στρατηγική επιλογή του μεταπολεμικού κράτους και των Βρετανών συμμάχων του: την αξιοποίηση των συνεργατών των κατακτητών και την ταυτόχρονη συντριβή του λαϊκού κινήματος που πρωτοστάτησε στην Αντίσταση.
Η ιστορία του Θρασύβουλου Τσακαλώτου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η «εθνικοφροσύνη» οικοδομήθηκε πάνω σε εγκλήματα πολέμου, μαζική καταστολή και αίμα αθώων.

0 Comments