
Ανασφάλεια, αβεβαιότητα και έντονη απαισιοδοξία για το αύριο συνθέτουν το κοινωνικό τοπίο όπως αποτυπώνεται στη νέα δημοσκόπηση της GPO για το ραδιόφωνο «Παραπολιτικά». Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της κυβέρνησης να εμφανίσει μια εικόνα «σταθερότητας» και «ανάπτυξης», η πραγματικότητα διαψεύδει το αφήγημα.

Η ανησυχία για την πορεία της οικονομίας το 2026 κυριαρχεί, ενώ η πολιτική φθορά της κυβέρνησης αποτυπώνεται πλέον και με αριθμούς. Η Νέα Δημοκρατία καταγράφει νέα πτώση στην πρόθεση ψήφου, από το 25,2% τον προηγούμενο μήνα στο 23,7%, επιβεβαιώνοντας ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν είναι συγκυριακή αλλά βαθιά και δομική.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για την κατεύθυνση της χώρας. Μόλις το 35,3% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η Ελλάδα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ποσοστό μειωμένο κατά περίπου επτά μονάδες σε σχέση με το 2024. Αντίθετα, το 64,6% εκτιμά ότι η χώρα βαδίζει προς τη λάθος κατεύθυνση, όταν το αντίστοιχο ποσοστό πέρσι ήταν 54,4%. Πρόκειται για μια καθαρή μετατόπιση του κοινωνικού κλίματος προς την απογοήτευση και την αμφισβήτηση.
Ωστόσο, το πιο πολιτικά ενδιαφέρον –και για την κυβέρνηση πιο ανησυχητικό– εύρημα της δημοσκόπησης αφορά την πλήρη αποτυχία της επιχείρησης κοινωνικού αυτοματισμού. Παρά τη συστηματική προπαγάνδα περί «ταλαιπωρημένων πολιτών» και «μικρών μειοψηφιών που εκβιάζουν», η κοινωνία δείχνει να κατανοεί ποιος πραγματικά πιέζεται.

Το συντριπτικό 85,1% των ερωτηθέντων θεωρεί δίκαια τα αιτήματα των αγροτών, ενώ το 64,8% χαρακτηρίζει δικαιολογημένες τις μορφές πάλης που περιλαμβάνουν ακόμη και το κλείσιμο δρόμων.
Τα ποσοστά αυτά είναι πολιτικός κόλαφος για μια κυβέρνηση που επένδυσε στην πόλωση «κοινωνικών ομάδων» και στη στοχοποίηση των κινητοποιήσεων.
Το μήνυμα είναι σαφές: η κοινωνία δεν πείθεται πλέον από επικοινωνιακά τεχνάσματα. Αντιλαμβάνεται ότι πίσω από τις αγροτικές κινητοποιήσεις –όπως και πίσω από κάθε εργατικό αγώνα– βρίσκονται πραγματικά αδιέξοδα, αποτέλεσμα μιας πολιτικής που ευνοεί τους λίγους και φορτώνει τα βάρη στους πολλούς.
Η δημοσκόπηση της GPO δεν αποτυπώνει απλώς μια φθορά ποσοστών. Καταγράφει τη διάρρηξη της κοινωνικής συναίνεσης και τη βαθμιαία απονομιμοποίηση μιας πολιτικής που βαθαίνει τις ανισότητες και μετατρέπει την ανασφάλεια σε μόνιμη κατάσταση. Και αυτό, όσο κι αν επιχειρείται να συγκαλυφθεί, δύσκολα θα αναστραφεί.
Αφήστε μια απάντηση