Σαν σήμερα, στις 31 Μάη 1921, ξεκινούσε στην πόλη Τούλσα της Οκλαχόμα ένα από τα πιο φρικτά και ταυτόχρονα πιο συστηματικά αποσιωπημένα εγκλήματα στην ιστορία των ΗΠΑ. Ένα οργανωμένο πογκρόμ λευκής ρατσιστικής βίας που κατέληξε στη σφαγή εκατοντάδων Αφροαμερικανών και στην ολοκληρωτική καταστροφή της συνοικίας Γκρίνγουντ, της περίφημης «Black Wall Street».
Η αφορμή δόθηκε όταν ο 19χρονος μαύρος λούστρος Ντικ Ρόουλαντ κατηγορήθηκε ότι επιτέθηκε σε μια λευκή νεαρή σε ανελκυστήρα. Η κατηγορία δεν αποδείχθηκε ποτέ. Όμως, σε μια Αμερική βουτηγμένη στον φυλετικό διαχωρισμό, στους νόμους Τζιμ Κρόου και στην τρομοκρατία της Κου Κλουξ Κλαν, η είδηση ήταν αρκετή για να ξεσηκώσει τα πιο σκοτεινά αντανακλαστικά του λευκού όχλου.
Η συνοικία Γκρίνγουντ δεν ήταν μια φτωχή γειτονιά. Ήταν το ακριβώς αντίθετο. Εκατοντάδες μαύρες επιχειρήσεις, τράπεζες, ξενοδοχεία, ιατρεία, εφημερίδες και καταστήματα είχαν δημιουργήσει έναν πρωτοφανή για την εποχή θύλακα οικονομικής ανάπτυξης των Αφροαμερικανών. Η επιτυχία αυτή προκαλούσε φθόνο και μίσος στους λευκούς ρατσιστές, που δεν μπορούσαν να ανεχτούν την εικόνα μιας μαύρης κοινότητας να προοδεύει και να ευημερεί.
Το βράδυ της 31ης Μάη και τις πρώτες ώρες της 1ης Ιούνη, χιλιάδες οπλισμένοι λευκοί εξαπέλυσαν πραγματική στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των κατοίκων του Γκρίνγουντ. Σπίτια λεηλατήθηκαν και παραδόθηκαν στις φλόγες. Επιχειρήσεις καταστράφηκαν ολοσχερώς. Άνθρωποι εκτελέστηκαν εν ψυχρώ στους δρόμους. Σύμφωνα με μαρτυρίες και ιστορικές έρευνες, χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και αεροπλάνα για επιτήρηση και βομβαρδισμό της περιοχής, γεγονός που κάνει πολλούς ιστορικούς να μιλούν για την πρώτη αεροπορική επίθεση εναντίον αμερικανικής πόλης.
Οι επίσημοι αριθμοί μιλούσαν για 36 νεκρούς. Οι ιστορικές έρευνες όμως ανεβάζουν τον αριθμό από 100 έως και 300 δολοφονημένους ανθρώπους. Πάνω από 1.200 σπίτια καταστράφηκαν, δεκάδες οικοδομικά τετράγωνα ισοπεδώθηκαν και χιλιάδες Αφροαμερικανοί έμειναν άστεγοι μέσα σε λίγες ώρες.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το έγκλημα δεν σταμάτησε με τη σφαγή. Για δεκαετίες ολόκληρες ακολούθησε μια συνειδητή επιχείρηση συγκάλυψης. Έγγραφα εξαφανίστηκαν, αρχεία χάθηκαν, οι νεκροί θάφτηκαν σε ανώνυμους τάφους και η ιστορία εξαφανίστηκε από τα σχολικά βιβλία. Η κυρίαρχη Αμερική προσπάθησε να σβήσει από τη συλλογική μνήμη το γεγονός ότι μια ευημερούσα μαύρη κοινότητα αφανίστηκε επειδή ακριβώς ήταν ευημερούσα και μαύρη.
Μόνο τις τελευταίες δεκαετίες άρχισε να αναγνωρίζεται η πραγματική διάσταση του εγκλήματος. Επιτροπές έρευνας, ιστορικοί και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατέδειξαν ότι δεν επρόκειτο για «φυλετικές ταραχές», όπως επί χρόνια παρουσιαζόταν, αλλά για μια οργανωμένη ρατσιστική σφαγή με την ανοχή — και σε πολλές περιπτώσεις τη συνεργασία — κρατικών και τοπικών αρχών. Το ίδιο το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης χαρακτήρισε πρόσφατα το γεγονός μοναδικό ως προς τη βαρβαρότητα, τον ρατσιστικό του χαρακτήρα και την ολοκληρωτική καταστροφή μιας ακμάζουσας μαύρης κοινότητας.
Η Τούλσα δεν είναι ένα «παλιό λάθος» της αμερικανικής ιστορίας. Είναι η απόδειξη ότι ο ρατσισμός δεν υπήρξε απλώς κοινωνική προκατάληψη αλλά εργαλείο εξουσίας, καταστολής και οικονομικής λεηλασίας. Είναι μια από τις πιο αιματηρές σελίδες της ιστορίας του αμερικανικού καπιταλισμού, γραμμένη με φωτιά, αίμα και σιωπή.
Σήμερα, 105 χρόνια μετά, η μνήμη της Τούλσα παραμένει μια υπενθύμιση ότι τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα της «φυλετικής ανωτερότητας» δεν ανήκουν στο παρελθόν. Ανήκουν σε ένα σύστημα που γεννά διαρκώς διακρίσεις, αποκλεισμούς και βία. Και γι’ αυτό η ιστορική μνήμη δεν είναι απλώς φόρος τιμής στα θύματα. Είναι πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη.


0 Comments