Διαβάζοντας την ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ένωσης Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Δ.Ε. (5/6/2026), στην οποία εκφράζεται «έντονος προβληματισμός» για «τη συνεχή και αυξανόμενη τάση διενέργειας προκαταρκτικών εξετάσεων, Ενόρκων Διοικητικών Εξετάσεων (ΕΔΕ) και λοιπών πειθαρχικών ή διερευνητικών διαδικασιών στον χώρο της εκπαίδευσης», καθώς και ανησυχία για την καλλιέργεια «κουλτούρας φόβου» στα σχολεία λόγω του μπαράζ πειθαρχικών ελέγχων και της «βιομηχανίας» ΕΔΕ, εύλογα θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η τοποθέτηση αυτή αφορά και τις χιλιάδες διώξεις εκπαιδευτικών που βρίσκονται σε εξέλιξη. Θα περίμενε δηλαδή να αφορά και τους περίπου 2.500 εκπαιδευτικούς που διώκονται είτε για τη συμμετοχή τους στην απεργία–αποχή από την αξιολόγηση είτε για την έκφραση άποψης και τη συνδικαλιστική ή πολιτική τους δράση.
Όμως όχι.
Η Ένωση επιλέγει να περιορίσει την ανησυχία της αποκλειστικά στις ΕΔΕ που προκύπτουν από καταγγελίες γονέων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει:
«Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η διαπίστωση ότι σε αρκετές περιπτώσεις απλές αναφορές, ανώνυμες καταγγελίες ή ζητήματα περιορισμένης βαρύτητας οδηγούν σχεδόν αυτοματοποιημένα σε διαδικασίες διερεύνησης, χωρίς να έχει προηγηθεί επαρκής διοικητική αξιολόγηση της σοβαρότητας, της αξιοπιστίας και της αναγκαιότητας περαιτέρω ενεργειών».
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει μια εμφανή αντίφαση: όταν η διοικητική αυστηρότητα στρέφεται προς τα στελέχη, γεννά ανησυχία· όταν όμως αφορά τους μάχιμους εκπαιδευτικούς, η ίδια ευαισθησία φαίνεται να απουσιάζει.



0 Comments