Υπάρχουν ειδήσεις που δεν πρέπει να διαβάζονται σαν απλά αστυνομικά δελτία. Ειδήσεις που είναι κατηγορητήρια. Που αποκαλύπτουν, με τον πιο ωμό τρόπο, τη βαρβαρότητα ενός συστήματος που έχει μάθει να θεωρεί φυσιολογικό το αφύσικο.
Τέσσερα ηλικιωμένα αδέλφια, από 69 έως 85 ετών, βρέθηκαν απανθρακωμένα μέσα σε ένα κοντέινερ στην Κόνιτσα. Σε ένα κοντέινερ που τους είχε παραχωρηθεί μετά τον σεισμό πριν από τριάντα χρόνια και το οποίο, τρεις δεκαετίες αργότερα, παρέμενε ο τόπος κατοικίας τους.
Τριάντα χρόνια.
Μια ολόκληρη ζωή μέσα σε ένα μεταλλικό κουτί.
Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Με προβλήματα υγείας. Με περιστασιακές παρεμβάσεις κοινωνικών υπηρεσιών για λίγη τροφή και έναν στοιχειώδη καθαρισμό. Μέχρι που ήρθε η φωτιά και έβαλε την τελεία σε μια τραγωδία που στην πραγματικότητα εξελισσόταν αργά και αθόρυβα επί δεκαετίες.
Και τώρα θα αρχίσουν οι γνωστές δικαιολογίες.
Θα μας πουν ότι οι ηλικιωμένοι δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τον χώρο τους. Ότι έγιναν προσπάθειες. Ότι η Πρόνοια ενδιαφέρθηκε. Ότι το κράτος έκανε ό,τι μπορούσε.
Όχι.
Σε μια κοινωνία που παράγει αμύθητο πλούτο, τέσσερις άνθρωποι δεν μπορεί να ζουν επί τριάντα χρόνια σε κοντέινερ χωρίς ρεύμα και να πεθαίνουν καμένοι από ένα κερί ή ένα καντήλι που χρησιμοποιούσαν για φωτισμό.
Αυτό δεν είναι ατομική επιλογή.
Είναι κοινωνική εγκατάλειψη.
Είναι η εικόνα ενός κράτους που μπορεί να βρει δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς, επιδοτήσεις επιχειρηματικών ομίλων και φοροαπαλλαγές στους ισχυρούς, αλλά αδυνατεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπή στέγη, φροντίδα και προστασία σε τέσσερις ηλικιωμένους ανθρώπους.
Κι ας μη βιαστεί κανείς να μιλήσει για «μεμονωμένο περιστατικό».
Η Κόνιτσα απλώς έφερε στην επιφάνεια μια πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τους πανηγυρισμούς για τους δείκτες ανάπτυξης και τις κυβερνητικές θριαμβολογίες. Μια πραγματικότητα όπου χιλιάδες ηλικιωμένοι ζουν μόνοι, ξεχασμένοι, φτωχοί και αβοήθητοι. Μια πραγματικότητα όπου η ανθρώπινη ζωή μετριέται με όρους κόστους και όχι αξιοπρέπειας.
Οι τέσσερις άνθρωποι που κάηκαν ζωντανοί στην Κόνιτσα δεν είναι θύματα μιας τυχαίας φωτιάς.
Είναι θύματα μιας κοινωνικής πυρκαγιάς που σιγοκαίει εδώ και χρόνια.
Και όσο η ανθρώπινη ανάγκη θα υποτάσσεται στο κέρδος, όσο η κοινωνική προστασία θα αντιμετωπίζεται ως «δαπάνη» και όχι ως δικαίωμα, τόσο θα πολλαπλασιάζονται οι τραγωδίες που κάποιοι θα βαφτίζουν ατυχήματα.
Δεν ήταν ατύχημα.
Ήταν ένα ακόμη έγκλημα της κοινωνικής εγκατάλειψης που δημιουργούν οι καπιταλιστικές κοινωνίες.


0 Comments