Μόλις στα 45 του, έφυγε απ’ την ζωή, σαν σήμερα τo 1982 ο στρατευμένος αγωνιστής και υπέροχος καλλιτέχνης Μάνος Λοϊζος.
Μέλος του ΚΚΕ, αγωνίστηκε για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης. Τα τραγούδια του λιτά και έντεχνα, συνδέθηκαν άμεσα με τις λαϊκές μάζες. Πολιτικά στρατευμένος καλλιτέχνης στα χρόνια της Χούντας και της μεταπολίτευσης, ακολούθησε την ποιότητα στο ελληνικό τραγούδι που χάραξαν ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις.
Ήταν μια λέξη μοναχά….
Έφυγε νωρίς πριν.. Πρόλαβε όμως να μας αφήσει για κληρονομιά ένα τεράστιο μουσικό πλούτο που θα ταξιδεύει στο χρόνο απαλύνοντας τον πόνο απ’ τις ψυχές και γλυκαίνοντας την αβάσταχτη καταπιεσμένη ζωή μας.
Για τον Μάνο Λοΐζο μιλάμε που χάραξε και «μεταβόλισε» το γονίδιο της αισθητικής μας με αριστουργήματα που μας καθόρισαν στο να επιλέξουμε την πλευρά που θα πορευτούμε.
Διαλέξαμε τις χίλιες σημαίες, τις κόκκινες και τις μαύρες και τραγουδώντας όλοι μαζί γράφαμε συνθήματα στους τοίχους πως δεν θα περάσει ο φασισμός και ορκιστήκαμε με σιγουριά, έχοντας δίπλα μας την μορφή του γέρου Τζιμ από το Χάρλεμ πως δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα του κόσμου οι εργάτες.
Θυμηθήκαμε από πράγματα καθημερινά που μας τριγυρίζανε τις καθοριστικές για τη ζωή μας απώλειες. ψιθυρίζοντας για την αγάπη που πλημμύριζε την άδεια μας κάμαρα ή τις άλλες που μας σεργιάνισαν στα μακρινά ταξίδια των ερώτων μας μέχρι την Τζαμάικα πεισμένοι πως τίποτα δεν πάει χαμένο.
Χορέψαμε λεβέντικους χορούς και τραγουδήσαμε τη θάλασσα, κι αφήναμε σ΄ αυτόν για να μας λέει όπως ρομαντικά κι ανεπανάληπτα τραγούδησε τον αγαπημένο του Σεβαχ. Και τα παιδιά μας παρέα με τον μέρμηγκα κάτω από ένα κουνουπίδι μεγαλώσανε.
Μεθυσμένοι τότε για της ουτοπίας μας το βέβαιο το μέλλον είπαμε σίγουρα ναι! Και μας πήραν τον ήλιο το δικό του, τον δικό μας, να τον σκοτεινιάσουνε. Eμείς τον κρύψαμε μες στην καρδιά ώσπου ήρθε η μονάκριβη του κληρονομία και μίλησε όπως κι αυτός θα έκανε στους βέβηλους και στους επιδρομείς και χαρήκαμε σαν να πήραμε εκδίκηση…!
Για αυτό σε αγαπήσαμε και σε αγαπάμε Μάνο Λοΐζο! Γιατί μπήκες στις καρδιές και τη ζωή μας και μας καθόρισες για πάντα..
________________________________________________________________________________________________________
Μάνος Λοΐζος: Ο μελωδός των αγώνων και της καθημερινότητας
Η μελωδία που έγινε όπλο, η ευαισθησία που έγινε ιστορία
Υπάρχουν δημιουργοί που περνούν από την τέχνη αφήνοντας πίσω τους όμορφα έργα, και υπάρχουν και εκείνοι που η ίδια τους η ύπαρξη, η στάση ζωής και το έργο τους γίνονται ένα με την ανάσα ενός ολόκληρου λαού. Ο Μάνος Λοΐζος ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη, τη σπάνια κατηγορία.
Σαράντα και πλέον χρόνια από τη μέρα που σίγησε η φυσική του φωνή, οι μελωδίες του παραμένουν το ίδιο ζωντανές, το ίδιο αναγκαίες, το ίδιο βαθιά κόκκινες.
Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια, μπολιασμένος με τον κοσμοπολιτισμό αλλά και τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις της εποχής, ο Λοΐζος κουβαλούσε πάντα μια έμφυτη, βαθιά ευαισθησία. Δεν υπήρξε ποτέ ένας στρατευμένος καλλιτέχνης με την έννοια της στεγνής, κομματικής διεκπεραίωσης. Ήταν στρατευμένος στην ίδια τη ζωή, στον έρωτα, στην ελευθερία και στην κοινωνική δικαιοσύνη.
Η δισκογραφική διαδρομή του Μάνου Λοΐζου αποτελεί ένα διαρκές ημερολόγιο των αγώνων και των καημών του λαού μας. Από το ντεμπούτο του με τον «Σταθμό» (1968), έδειξε ότι το λαϊκό τραγούδι στα χέρια του αποκτά μια νέα, αστική αλλά βαθιά προοδευτική ταυτότητα. Ακολούθησαν οι «Θαλασσογραφίες» (1970), όπου η μελαγχολία της ξενιτιάς και ο μόχθος των ανθρώπων της θάλασσας ενώθηκαν με την ποίηση της καθημερινότητας.
Η κορυφαία, ίσως, στιγμή της διεθνιστικής και αντιρατσιστικής του συνείδησης καταγράφεται στα «Νέγρικα» (1975) σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. Ένα έργο-μανιφέστο ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις και την καταπίεση, που συνέδεσε τους αγώνες των Αφροαμερικανών με την παγκόσμια πάλη για χειραφέτηση.
Την ίδια χρονιά, ο Λοΐζος παραδίδει «Τα Τραγούδια μας» (1975) σε στίχους του Φώντα Λάδη. Δίσκος-ορόσημο της μεταπολίτευσης, που μπήκε κατευθείαν στα εργοστάσια, στα συνδικάτα και στα πανεπιστήμια, δίνοντας φωνή στην εργατική τάξη με κομμάτια όπως το «Λιώσαν τα νιάτα μας στη βιοπάλη» και το «Πάγωσε η τσιμινιέρα».
Δεν πρέπει να ξεχνάμε τα «Γράμματα στην Αγαπημένη» (1976), όπου μελοποιεί συγκλονιστικά τον μεγάλο κομμουνιστή ποιητή Ναζίμ Χικμέτ (σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου), αποδεικνύοντας ότι η επαναστατική τέχνη δεν γνωρίζει σύνορα. Ακόμα και προς το τέλος της ζωής του, με τα «Για μια μέρα ζωής» (1980) και τα «Γράμματα στον Μανώλη» (1981), ο Λοΐζος συνέχισε να αναζητά νέους μουσικούς δρόμους, χωρίς ποτέ να προδώσει την κοινωνική του πυξίδα.
Σε μια Ελλάδα που έβγαινε από τα πέτρινα χρόνια των διώξεων και έμπαινε στο σκοτάδι της Χούντας, ο Λοΐζος κατάφερε το ακατόρθωτο: να εκφράσει το συλλογικό ασυνείδητο της εργατικής τάξης και της νεολαίας χωρίς ίχνος διδακτισμού.
Όταν ακούμε το «Ακορντεόν», δεν ακούμε απλώς ένα τραγούδι για τη γερμανική κατοχή· ακούμε τον διαχρονικό όρκο της αντιφασιστικής πάλης: «Δε θα περάσει ο φασισμός». Όταν τραγουδάμε τον «Τρίτο Παγκόσμιο», την «Κουτσή κιθάρα» ή το «Τσε», νιώθουμε τον διεθνιστικό παλμό μιας γενιάς που πίστεψε ότι ο κόσμος μπορεί και πρέπει να αλλάξει.
Η μεγαλοφυΐα του Λοΐζου, όμως, κρύβεται στο ότι δεν διαχώρισε ποτέ το πολιτικό από το προσωπικό. Για τον Μάνο, ο εργάτης που παλεύει στο εργοστάσιο είναι ο ίδιος άνθρωπος που το βράδυ θα ερωτευτεί, θα πονέσει, θα πιει για να ξεχάσει, θα αναζητήσει την τρυφερότητα.
Τραγούδια όπως το «Δελφίνι δελφινάκι», «Η δουλειά κάνει τους άντρες», «Ο Κουταλιανός» ή ο «Στρατιώτης» αποδεικνύουν την ικανότητά του να αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της λαϊκής ψυχής. Με απλές, αλλά ποτέ απλοϊκές μελωδίες, έντυσε τις χαρές και τις λύπες του καθημερινού ανθρώπου, δίνοντας αξιοπρέπεια στον μόχθο του.
Ο Μάνος Λοΐζος έφυγε νωρίς, μόλις στα 45 του χρόνια, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό. Όμως, το έργο του αποδείχθηκε ανθεκτικό στον χρόνο και στις μόδες των καιρών. Σε μια εποχή πνευματικής ξηρασίας, εμπορευματοποίησης των πάντων και προσπάθειας αποπολιτικοποίησης της τέχνης, η επιστροφή στον Λοΐζο δεν είναι μια πράξη στείρας νοσταλγίας. Είναι μια πράξη πολιτικής και πολιτιστικής επιβίωσης.
Τα τραγούδια του συνεχίζουν να ακούγονται στις πορείες, στις απεργίες, στις παρέες των νέων, στα κοινωνικά στέκια. Γιατί ο Μάνος κατάφερε να αποτυπώσει το πιο καθαρό, το πιο αυθεντικό κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης.
Για την ιστοσελίδα μας, για κάθε άνθρωπο που οραματίζεται έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, ο Μάνος Λοΐζος θα είναι πάντα εδώ. Να μας θυμίζει με την κιθάρα του ότι ο δρόμος για τη λευτεριά περνά μέσα από την ομορφιά, την αλληλεγγύη και τον ασυμβίβαστο αγώνα.
Διαβάστε ακόμα
Μάνος Λοΐζος. Ο συνδυασμός αγωνιστικής συνέπειας, ταλέντου και τρυφερότητας
Η ιστορία του ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας. Γιατί έμεινε χωρίς στίχους


0 Comments