Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα ξεπερνά ακόμα και την πιο αιχμηρή πολιτική σάτιρα. Και η αποκάλυψη που έφερε στη δημοσιότητα ο δημοσιογράφος της Εφημερίδας των Συντακτών μέσω του λογαριασμού του στο Χ είναι μία από αυτές.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η πλατφόρμα PosoKaneis κόστισε στο ελληνικό δημόσιο περίπου 370.000 ευρώ. Την ίδια στιγμή, η ίδια η εταιρεία που υποστηρίζει τεχνικά την πλατφόρμα δηλώνει ότι θα μπορούσε να κατασκευάσει ακριβώς το ίδιο έργο με μόλις 15.000 ευρώ.
Αν τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται, δεν μιλάμε απλώς για μια ακόμα περίπτωση κρατικής σπατάλης. Μιλάμε για μια πρόκληση απέναντι σε μια κοινωνία που στενάζει από την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς και τη διαρκή φορολογική αφαίμαξη.
Το πιο εξοργιστικό, όμως, δεν είναι μόνο η πιθανή υπερκοστολόγηση. Είναι η αίσθηση ατιμωρησίας που αποπνέει η υπόθεση. Σαν κάποιοι να πιστεύουν ότι μπορούν να μοιράζουν δημόσιο χρήμα κατά βούληση χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Σαν να θεωρούν δεδομένο ότι η αποκάλυψη ενός ακόμη σκανδάλου δεν θα έχει καμία συνέπεια.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο επικίνδυνο στοιχείο της εποχής μας. Δεν πρόκειται πλέον για «λάθη», για «αστοχίες» ή για «κακή διαχείριση». Πρόκειται για μια πολιτική κουλτούρα που αντιμετωπίζει το δημόσιο ταμείο ως λάφυρο και τους πολίτες ως θεατές που οφείλουν απλώς να πληρώνουν τον λογαριασμό.
Η κυβέρνηση και οι αρμόδιοι υπουργοί οφείλουν άμεσα να δώσουν απαντήσεις. Ποιος αποφάσισε το κόστος; Με ποια κριτήρια; Ποια ήταν τα παραδοτέα; Υπήρξε διαγωνισμός και ποια ήταν τα συγκριτικά στοιχεία των προσφορών;
Γιατί όταν μια πλατφόρμα που –σύμφωνα με τους ίδιους τους τεχνικούς που την υποστηρίζουν– μπορεί να κατασκευαστεί με 15.000 ευρώ κοστίζει τελικά 370.000, τότε δεν μιλάμε για μια απλή λογιστική διαφορά. Μιλάμε για μια υπόθεση που απαιτεί πλήρη διαφάνεια και δημόσιο έλεγχο.
Και όσο οι απαντήσεις δεν δίνονται, τόσο θα ενισχύεται η πεποίθηση ότι κάποιοι έχουν αποθρασυνθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προχωρούν σε ολοφάνερες αρπαχτές αδιαφορώντας ακόμα και για το γεγονός ότι θα γίνουν αντιληπτοί την ίδια κιόλας μέρα.
Γιατί όταν η εξουσία πιστεύει ότι δεν λογοδοτεί, τότε η διαφθορά παύει να είναι εξαίρεση και μετατρέπεται σε κανονικότητα.


Άλλη μια ψηφιακή φενάκη της Ψωροκώσταινας 2.0
Ζούμε στην εποχή όπου η κρατική ανικανότητα αυτοθαυμάζεται στον καθρέφτη της ψηφιακής της ηλιθιότητας. Τελευταίο εύρημα της εγχώριας πολιτικής σημειολογίας, το “PosoKanei”. Μια πλατφόρμα με άγνωστο -προς το παρόν- κόστος για τον ιθαγενή φορολογούμενο, η οποία έρχεται να αντικαταστήσει μετά βαΐων και κλάδων το παλιό e-Καταναλωτής που προ καιρού πάλι μετά βαΐων και κλάδων είχαμε ενστερνιστεί. Το περιτύλιγμα αλλάζει, το λογισμικό εκσυγχρονίζεται, αλλά η ουσία παραμένει πεισματικά η ίδια: η θεσμική μετατροπή του πολίτη σε λογιστή της ίδιας του της εξαθλίωσης.
Διότι, ας μην γελιόμαστε, τι ακριβώς κάνει αυτή η νέα, λαμπερή εφαρμογή; Μειώνει τις τιμές; Όχι βέβαια. Απλώς καταγράφει με μαθηματική ακρίβεια το μέγεθος της ληστείας.
Σε μια χώρα όπου η αγορά, “συντροφία” των λίγων μεγαλομπακάληδων, έχει μετατραπεί σε ένα στυγνό, απροσπέλαστο ολιγοπώλιο τεσσάρων-πέντε παικτών (με πανεπιστημιακές, ενίοτε, “περγαμηνές”), το να προσφέρεις στον καταναλωτή ένα ψηφιακό εργαλείο σύγκρισης είναι ο απόλυτος πολιτικός κυνισμός. Όταν οι ελάχιστοι αυτοί παίκτες εφαρμόζουν με μαεστρία εναρμονισμένες πρακτικές, η σύγκριση καταντά ανέκδοτο. Θα επιλέξεις, σου λένε, το φθηνότερο· λες και έχεις επιλογή ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη -χώρια το κόστος μετακίνησης από τη μία στην άλλη!
Το μεγάλο κόλπο δεν παίζεται στις οθόνες των κινητών μας. Παίζεται στις καμπούρες μας.
Για να φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο της απόλυτης ασυδοσίας, έπρεπε πρώτα να αποδιαρθρωθεί κάθε ελεγκτικός μηχανισμός. Η συστηματική υποβάθμιση και η ουσιαστική κατάργηση της παλιάς, παραδοσιακής Αγορανομίας το 2014 από τους σαμαροβενιζέλους, δεν έγινε κατά λάθος. Ήταν μια συνειδητή, δομική επιλογή των θιασωτών του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, στους οποίους το πολιτικό μας σύστημα στήθηκε στα τέσσερα. Η Αγορανομία, με τους φυσικούς ελέγχους και τα αυστηρά θεσμικά εργαλεία που διέθετε, μπορούσε αν της επιτρεπόταν, να ελέγξει την αισχροκέρδεια στην πηγή της. Όχι στα ράφια, αλλά στα τιμολόγια των χονδρεμπόρων και των μεσαζόντων.
Αντί γι’ αυτό, η πολιτική εξουσία επέλεξε να αποσυρθεί, αφήνοντας την αγορά να «αυτορυθμιστεί», δηλαδή να χώσει το αόρατο χέρι της βαθύτερα στην τσέπη μας και ν’ ασχημονεί ελεύθερα υπό το άγρυπνο βλέμμα των “άριστων” του Μητσοτάκη. Και ως αντιστάθμισμα, μας πετάει ένα ψηφιακό ξόανο για να παίζουμε.
Το “PosoKanei” δεν είναι όπλο κατά της ακρίβειας· είναι το ψηφιακό άλλοθι μιας κυβέρνησης που αρνείται να συγκρουστεί με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα.
Μια εφαρμογή που σου λέει με απόλυτη διαφάνεια πόσο ακριβώς θα πλήρωνες το παντεσπάνι σου, αν είχες τη δυνατότητα να το αγοράσεις.