Με την Πάολα Ρεβενιώτη κλείνει ένας ιστορικός κύκλος για τα κινήματα χειραφέτησης στην Ελλάδα.
Έφυγε από τη ζωή ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο μια από τις πιο εμβληματικές, αμφιλεγόμενες και ταυτόχρονα πιο αυθεντικές μορφές του ελληνικού ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος. Δεν υπήρξε απλώς μια τρανς ακτιβίστρια. Υπήρξε μια γυναίκα που, σε εποχές σκοτεινές, όταν η κοινωνία αντιμετώπιζε τη διαφορετικότητα με χλεύη, αστυνομική καταστολή και κοινωνικό αποκλεισμό, τόλμησε να υπάρχει δημόσια, χωρίς να απολογείται σε κανέναν.
Η ιστορία της είναι ταυτόχρονα και η ιστορία των ανθρώπων που το ελληνικό κράτος και η αστική κοινωνία ήθελαν να κρατούν αόρατους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι τρανς γυναίκες δεν αποκλείονταν μόνο από την εργασία. Διώκονταν από την αστυνομία, εξευτελίζονταν καθημερινά, οδηγούνταν αναγκαστικά στο περιθώριο και συχνά στη σεξεργασία ως μοναδικό μέσο επιβίωσης. Η Πάολα δεν έκρυψε ποτέ αυτή την πραγματικότητα. Αντίθετα, τη μετέτρεψε σε πολιτική μαρτυρία.
Το 1986 δημιούργησε το θρυλικό περιοδικό «Κράξιμο», μια έκδοση μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα. Δεν ήταν απλώς ένα έντυπο της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Ήταν ένα περιοδικό αντισυμβατικό, ανατρεπτικό, γεμάτο μαρτυρίες, πολιτικές παρεμβάσεις, τέχνη, φωτογραφία και κοινωνική κριτική. Μέσα από τις σελίδες του μίλησαν άνθρωποι που μέχρι τότε δεν είχαν φωνή. Το «Κράξιμο» έγραψε ιστορία, γιατί κατέγραψε μια Ελλάδα που τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης είτε γελοιοποιούσαν είτε προσποιούνταν ότι δεν υπήρχε.
Η Πάολα δεν ήταν μόνο εκδότρια. Υπήρξε φωτογράφος, δημιουργός ντοκιμαντέρ, συγγραφέας και μια σπουδαία λαϊκή αφηγήτρια. Με τα έργα της διέσωσε πρόσωπα, γειτονιές και ιστορίες που διαφορετικά θα χάνονταν. Οι «Πικροδάφνες», το ντοκιμαντέρ της για τις τρανς γυναίκες της Συγγρού, δεν είναι απλώς μια κινηματογραφική δουλειά. Είναι ιστορικό τεκμήριο για έναν κόσμο που έζησε κυνηγημένος αλλά δεν λύγισε.
Δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος της πολιτικής ορθότητας. Συγκρούστηκε με κυβερνήσεις, με την Εκκλησία, με τον συντηρητισμό, αλλά και με τμήματα του ίδιου του κινήματος όταν θεωρούσε ότι εγκαταλείπει τις πιο φτωχές και περιθωριοποιημένες φωνές. Για την Πάολα, η ταξική καταπίεση και ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν μπορούσαν να διαχωριστούν από τον αγώνα για τα δικαιώματα. Η ίδια επαναλάμβανε πως δεν έχουν όλες και όλοι την ίδια δυνατότητα να ζήσουν ελεύθερα, όταν η φτώχεια, ο αποκλεισμός και η κρατική βία καθορίζουν την καθημερινότητά τους.
Στη διαδρομή της γνώρισε την αστυνομική αυθαιρεσία, τον δημόσιο διασυρμό, τη λογοκρισία και τη χλεύη. Κι όμως δεν σιώπησε ποτέ. Έμεινε μέχρι το τέλος μια ανυπότακτη μορφή, που δεν ζήτησε συγγνώμη για την ύπαρξή της και δεν συμβιβάστηκε με την εικόνα που οι άλλοι ήθελαν να της επιβάλουν.
Η Αριστερά, ιδιαίτερα η ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική, έχει κάθε λόγο να τη θυμάται όχι αγιογραφικά, αλλά ιστορικά. Γιατί οι αγώνες ενάντια στις διακρίσεις δεν είναι ξένοι προς τον ταξικό αγώνα. Αντίθετα, είναι κομμάτι της ίδιας μάχης απέναντι σε ένα σύστημα που παράγει εκμετάλλευση, αποκλεισμό και ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας.
Η Πάολα Ρεβενιώτη έζησε όπως επέλεξε: ελεύθερη, αθυρόστομη, προκλητική, αντισυμβατική και βαθιά ανθρώπινη. Άφησε πίσω της μια πολύτιμη ιστορική παρακαταθήκη. Γιατί οι κοινωνίες δεν προχωρούν μόνο χάρη στους μεγάλους πολιτικούς ή τους διάσημους διανοούμενους. Προχωρούν χάρη σε ανθρώπους που, όταν όλοι τους ζητούσαν να σκύψουν το κεφάλι, εκείνοι επέλεγαν να το κρατούν όρθιο.
Καλό ταξίδι, Πάολα.
Η θέση σου στην ιστορία των κοινωνικών αγώνων είναι πλέον κατοχυρωμένη.



0 Comments