Η αισχρή αποϊστοροποίηση της Ιστορίας
Πηγή: Θανάσης Καραμπάτσος – Documento
Επίσκεψη στην πηγάδα του Μελιγαλά πραγματοποίησε προ ημερών η Ομάδα Αλήθειας, λίγο αργότερα βγήκε και ο Κασιδιάρης από την πολυετή φυλάκιση και ακολούθως ο ευρωβουλευτής της ΝΔ Μπελέρης τον ξέπλυνε κανονικά. Ένας κύκλος εθνικοφροσύνης γίνεται κύκλωμα εργαλειοποίησης και πολιτικής εκμετάλλευσης βγάζοντας από τον πυρήνα της δημόσιας συζήτησης την ίδια την Ιστορία. Κανονικοποιείται ένας εσμός προδοτών και δολοφόνων βαφτίζοντας τα πάντα «εμφύλιο».
Τον εμφύλιο όλοι θέλουν να τον αποφύγουμε, να μην τον μνημονεύουμε, είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει έναν 16άρη, όπως είπε για τη δολοφονία Λαμπράκη ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά εντέχνως ακροδεξιοί υπουργοί του και «γαλάζιοι» βουλευτές επιστρέφουν σε αυτόν, εξασκούν φτηνό αντικομμουνισμό της δεκαετίας του ’50. Έχουν διαμορφώσει περίτεχνα ένα περιβάλλον που δεν χωρά συζήτηση ότι τα όπλα τα είχαν πάρει οι αριστεροί όχι για να διώξουν τους ναζί αλλά για να σκοτώσουν «φιλήσυχους» νοικοκυραίους.
Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ας ανατρέξουμε στην ιστορία, στις πηγές από ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των ημερών. Καθώς έψαχνα στο αρχείο μου να βρω το ψύχραιμο άρθρο που είχε γράψει ο μεσσήνιος δημοσιογράφος Ηλίας Μπιτσάνης για την έκδοση της σειράς των «Αιρετικών» για την Κατοχή και την αντίσταση που είχε κυκλοφορήσει με το Documento το 2018, δυσκολεύτηκα και αμέσως σκέφτηκα να ζητήσω από τον συγγραφέα βοήθεια. Τότε έπεσα πάνω σε μια ανάρτησή του που είχε ακριβώς την ίδια στόχευση με αυτή που αναζητούσα. Αξιοποιώ λοιπόν τα στοιχεία μιας σπάνιας πηγής που παρέθεσε.
Ας ξεκινήσουμε όμως από τα βασικά. Στον Μελιγαλά δεν πολέμησαν έλληνες εναντίον ελλήνων. Επειδή ήγγικεν το πλήρωμα του χρόνου για να έρθει το φως στην γερμανοκατακτημένη χώρα, στον Μελιγαλά κατέφυγαν μετά τη μάχη στην Καλαμάτα οι συνεργάτες των κατακτητών, αυτοί που ντύθηκαν γερμανικά σύμβολα και πήραν τα γερμανικά όπλα για να πολεμήσουν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ που μάχονταν για την απελευθέρωση της πατρίδας τους. Στον Μελιγαλά βρέθηκαν ο νομάρχης Μεσσηνίας, γιατρός Δημήτρης (Μίμης) Περρωτής, ο αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου Διονύσιος Παπαδόγγονας από το Πεταλίδι, ενώ έλειπαν ο έτερος διαβόητος των Ταγμάτων Ασφαλείας Ευάγγελος Μαγγανάς από τα Κρεμμύδια, ο οποίος πολύ βολικά νοσηλευόταν, και ο Παναγιώτης Στούπας από τη Λεύκη που διέφυγε επίσης πολύ βολικά προς τους Γαργαλιάνους για να συγκροτήσει εκεί Τάγματα Ασφαλείας. Όλοι τους ήταν υπεύθυνοι για διωγμούς και δολοφονίες εκατοντάδων πατριωτών, ανταρτών κι πολιτών, στην περιοχή της Μεσσηνίας.
Ας βάλουμε καλά στο μυαλό μας ότι η μάχη του Μελιγαλά δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1944 ενώ οι ναζί κατακτητές ήταν έτοιμοι να αποχωρήσουν από τη χώρα και το επίδικο ήταν τι θα επακολουθήσει, ποιος θα πάρει την εξουσία. Υπήρχαν βρετανοί στην περιοχή και μάλιστα ζήτησαν τη διάλυση των Ταγμάτων Ασφαλείας και την παράδοση των όπλων τους. Με τόσο αίμα πάνω τους οι δοσίλογοι δεν παραδόθηκαν και αφού καταδιώχτηκαν από την Καλαμάτα ανασυγκροτήθηκαν στον Μελιγαλά. Επομένως, άλλη μια φορά επαναλαμβάνουμε, δεν ήταν μάχη μεταξύ ελλήνων αλλά μάχη μεταξύ πατριωτών αντιστασιακών από τη μία και ελλήνων ντυμένων με γερμανική στολή που έφεραν γερμανικά όπλα και που πολύ θα ήθελαν να ακολουθήσουν τον Έκτορα Τσιρονίκο στο Ράιχ που κατέρρεε. Να θυμίσουμε το τηλεγράφημα του Παπαδόγγονα στον Αδόλφο έναν μήνα νωρίτερα για να του δώσει συγχαρητήρια μόλις έμαθε για την απόπειρα δολοφονίας του.
Οι βαρβαρότητες των δοσίλογων ήταν γνωστές στους κατοίκους όλης της Μεσσηνίας: συλλήψεις, βασανισμοί, εκτελέσεις, δολοφονίες, εμπρησμοί, λεηλασίες και βιασμοί. Τα θύματα πάρα πολλά.
Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχα ζητήσει την παράδοσή τους και στην Καλαμάτα και στον Μελιγαλά, οι δε βρετανοί εγγυούνταν την ασφάλειά τους (όπως αργότερα μάθαμε με βίαιο τρόπο, έντυσαν τους γερμανοτσολιάδες με ελληνική στολή και βρετανικά όπλα και τους ενέταξαν στον «εθνικό κορμό»).
Ακολουθούν αποσπάσματα από το βιβλίο «Η αλήθεια για το Μελιγαλά» του Σπύρου Ξιάρχου, η μαρτυρία του οποίου είναι πολύτιμη ως αυτόπτη και αυτήκοου των όσων διαδραματίστηκαν.
«Το απόγευμα της παραμονής της επίθεσης φθάνει στον Μελιγαλά ο αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος (αδελφός του συνταγματάρχη διοικητή του Εθνικού Στρατού) μαζί με τον Βρετανό ταγματάρχη Ουίλκις, αργότερα βουλευτή του Εργατικού Κόμματος, και τον λοχαγό Γκίμπσον και προτείνουν στους ταγματασφαλίτες να παραδώσουν την πόλη και να μεταφερθούν με εγγύηση των Άγγλων αξιωματικών σε στρατόπεδο για να παραδοθούν στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος η οποία θ’ αποφάσιζε για την τύχη τους.
Δυστυχώς οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν με πρωταγωνιστές τους περί τον νομάρχη Δ. Περρωτή και το λοχαγό Θεφάνους, οι οποίοι είχαν φθάσει εκεί μετά τη μάχη της Καλαμάτας, διά της σιδηροδρομικής γραμμής. Αργότερα γυναίκες από τα γύρω χωριά Ανθούσα, Σολάκι, Ζευγολατιό, στάλθηκαν στον Μελιγαλά να πείσουν τους άνδρες και τους συγγενείς τους να εγκαταλείψουν την πόλη και τους δόθηκαν εγγυήσεις για τη ζωή τους, τονίζοντας ότι σε λίγες ημέρες θ’ αρχίσει η επίθεση και ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Η απάντηση ήταν αρνητική».
Η μάχη ήταν αναπόφευκτη λοιπόν με ευθύνη του Περρωτή και της συμμορίας του. Ήταν ξημέρωμα 13 Σεπτεμβρίου 1944 και ολοκληρώθηκε δύο μέρες μετά. Πολλά συνέβησαν και ο Σπ. Ξιάρχος τα παραθέτει χωρίς φόβο, όπως τα εξιστορεί ο Ηλ. Μπιτσάνης:
Κατά λάθος σκοτώθηκε ο Θανάσης Σμυρνής τον οποίο οι αντάρτες νόμισαν ότι ήταν ο ταγματάρχης Σμυρλής. Θύματα της έξαψης των παθών που αποκορυφώθηκαν κατά την τριήμερη μάχη οι δύο αδερφές Ρόη και Μαρία Γ. Μπένου. Σκοτώθηκαν στο Νιχώρι μετά τη μάχη από γυναίκα που εκδικήθηκε το σκοτωμό πρωτοξαδέρφου της τον οποίο είχε σκοτώσει (όπως ισχυρίστηκε) ο αδελφός τους Π. Μπένος ως διοικητής ταγματασφαλίτικου λόχου Κοπανακίου. Πρόκειται καθαρά για περίπτωση αντεκδίκησης γιατί τα δύο κορίτσια δεν είχαν καμία σχέση με τα Τάγματα Ασφαλείας.
Μέσα στον Μελιγαλά επίσης σκοτώθηκε από Ιθωμήτες η Βασίλω Πανούση από τα Ζερμπίσια γιατί είχε προβεί σε καταδόσεις.
Θύματα αδέσποτων σφαιρών η γυναίκα του Γρηγόρη Σπανάκου, η Θεοδώρα θυγατ. Στ. Μπέστα, ο έμπορος Γ. Κανελλόπουλος ή Κουτσαβίτης.
Πέρα από μερικά σπίτια (δεν ξεπερνούν τα 5-6) που κάηκαν στην Κάτω Ρούγα και γύρω από τον Αγιοταξιάρχη και τα Ρεκέικα αλλα τόσα σπίτια μεταξύ των οποίων και της Σούλας Τζαβάρα (που ο γιος της λοχίας του αντάρτικου σφάχτηκε τραυματισμένος την πρώτη μέρα της μάχης) στη Νιφορούγα κάηκαν από μια ομάδα ανταρτών του 8ου Συντάγματος που την καθοδηγούσε ο κουρέας Γιάννης Παναγόπουλος, ταγματασφαλίτης από τον Μελιγαλά. Ο Παναγόπουλος πιάστηκε και αργότερα εκτελέστηκε.
Μια διμοιρία του 8ου Συντάγματος που κινείται στον κεντρικό δρόμο […] σκοτώνουν 5-6 περίπου μετά την πτώση του Μελιγαλά. Οι χιλιάδες άμαχων χωρικών που έχουν συγκεντρωθεί γύρω από τον Μελιγαλά και με κραυγές καλούν τους ταγματασφαλίτες να παραδοθούν, μπαίνουν στον Μελιγαλά και αρχίζουν άγρια λεηλασία.
Πολλά έχουν γραφτεί και γράφονται και πολλά θα γραφτούν ακόμη για τα γεγονότα που ακολούθησαν τη μάχη. Ούτε μέσα στον Μελιγαλά, ούτε στον ομαδικό τάφο της Πηγάδας υπάρχουν κατακρεουργημένοι. Ιατροδικαστική έκθεση η οποία συνετάγη το 1945 από συνεργείο Βρετανών γιατρών που έστειλαν τα βρετανικά εργατικά συνδικάτα και την οποία προσυπογράφει ο τότε πρωτοδίκης Πρινόπουλος αναφέρει ότι όλοι οι εντός του ομαδικού τάφου της Πηγάδας έχουν φονευθεί διά πυροβόλου όπλου.
«Οι περίπολοι (σ.σ. του ΕΛΑΣ) προσπαθούσαν να σταματήσουν την αιματοχυσία αλλά το έργο τους ήταν πολύ δύσκολο γιατί οι πολίτες που είχαν μπει αφηνιασμένοι στον Μελιγαλά ήταν συγγενείς εκτελεσμένων από τα τάγματα και τους Γερμανούς, συγγενείς ή γνωστοί ανταρτών και δεν φοβόντουσαν τους αντάρτες. Μια γυναίκα ακούστηκε να λέει εκεί δίπλα στο καφενείο του Πάνια: “Οι ταγματασφαλίτες σκοτώσανε τον άντρα μου, σκοτώστε κι εσείς εμένα να πάω κοντά του”. Τελικά γύρω στις 4 το απόγευμα αποκαταστάθηκε η τάξη στον Μελιγαλά. Εκείνη ακριβώς την ώρα έφθασε στον Μελιγαλά και ο Άρης Βελουχιώτης με τους μαυροσκούφηδες.
Πολίτες και ένοπλοι, η πλειoνότητα του πληθυσμού που βρέθηκε στον Μελιγαλά, συγκεντρώθηκε στα ισόγεια του παλιού Γυμνασίου, στο Ειρηνοδικείο, στα Δρουτσέικα σπίτια, τα Δορκοφικαίικα, τα Καραβιτέικα και το παράστημα του γυμνασίου που βρισκόταν απέναντι από το μπεζεστένι.
Εκεί από αυτούς τους χώρους έγινε ένα πρώτο ξεκαθάρισμα από το οποίο 1.200 περίπου στρατιώτες και πολίτες κλείστηκαν στο μπεζεστένι μέχρι το απόγευμα της πρώτης ημέρας και άρχισε η εγγραφή τους σε καταλόγους. Οι άλλοι 8-9 χιλιάδες περίπου αφέθηκαν ελεύθεροι να πάνε στα σπίτια τους ή τα χωριά τους.
[…] Λίγο μετά την κηδεία των ανταρτών άρχισαν οι εκτελέσεις ταγματασφαλιτών. Μια επιτροπή εγκαταστάθηκε σε σπίτι κοντά στα Νιφορέικα και άρχισε να εξετάζει τους καταλόγους με τα ονόματα των κρατουμένων. Κανείς δεν μπόρεσε να μάθει πώς συγκροτήθηκε αυτή η επιτροπή, ούτε τίνος εντολή.
[…] σε μια από τις πρώτες συνοδείες που πήγαιναν για εκτέλεση ήταν και ο γερο-Γιάννης Λατζούνης, πατέρας του πρώην βουλευτή Μίμη Λατζούνη. Ο Άρης Βελουχιώτης βρέθηκε στη συμβολή ακριβώς του κεντρικού δρόμου που διασχίζει τον Μελιγαλά και του δρόμου Ζευγολατιό – Μελιγαλά – Σκάλα. Καθώς είδε τον γέρο δεμένο στη γραμμή διέταξε να τον λύσουν και να τον αφήσουν να πάει σπίτι του. Ο Άρης ούτε γνώριζε ποιος είναι αυτός που ελευθέρωνε ούτε ρώτησε τ’ όνομά του.
[…] Ο αριθμός των εκτελεσθέντων δεν είναι γνωστός, πάντως οι έρευνες που κάμαμε και που κράτησαν ολόκληρα χρόνια οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι σκοτωμένοι στη μάχη, εκείνοι που σκοτώθηκαν από αδέσποτες, όπως κι εκείνοι που σκοτώθηκαν αμέσως μετά την κατάληψη του Μελιγαλά καθώς και οι εκτελεσθέντες πρέπει να προσεγγίζουν τους 400. Από αυτούς 120 περίπου πρέπει να είναι οι φονευθέντες κατά τη μάχη ή αμέσως μετά την κατάληψη του Μελιγαλά ή από αδέσποτες. Οι εκτελεσθέντες στην Πηγάδα δεν ξεπερνούν τους 280 με 350».
Εν κατακλείδι, ποιος μπορούσε να συγκρατήσει –αν και θα έπρεπε– τους εξαγριωμένους χωρικούς από τα γύρω και λίγο μακρύτερα χωριά που έχασαν τους δικούς τους από τον Περρωτή, τον Παπαδόγγονα, τον Μαγγανά, τον Στούπα, τον Βρεττάκο; Το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει… Ήταν ζεστό ακόμη και έσπευσαν να αντεκδικηθούν.
Κακώς θα πούμε σήμερα ψυχραιμότερα. Όπως επισημαίνει ο Ηλ. Μπιτσάνης, η κατάσταση θύμιζε την προσταγή του γέρου του Μοριά όταν στην κόψη του τότε εμφυλίου τού ζήτησαν να κόψει την ορμή του Ιμπραήμ. «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» πρόσταξε ο Κολοκοτρώνης γνωρίζοντας ότι ο Ιμπραήμ εδραίωνε κατάκτηση έχοντας καλύψει τα νώτα του με ντόπιους πιστούς. Οι δοσίλογοι και στην Κατοχή σε όλη την Ελλάδα ήταν οι προσκυνημένοι, οι προδότες.




0 Comments