Ιδιωτικά τζετ, πολυτελή ξενοδοχεία, χριστουγεννιάτικες διακοπές σε ελβετικά θέρετρα και στενές επαφές με Έλληνες μεγιστάνες. Η υπόθεση της Αμερικανίδας πρέσβειρας φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις σχέσεις ανάμεσα στη διπλωματία, το μεγάλο κεφάλαιο και τα ενεργειακά συμφέροντα.
Η αποχώρηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, πριν καν συμπληρώσει έναν χρόνο θητείας, δεν είναι απλώς μια διπλωματική αλλαγή προσώπου. Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις της Wall Street Journal, πίσω από τη δημόσια εικόνα της Αμερικανίδας αξιωματούχου αναδύεται ένα πλέγμα πολυτελών μετακινήσεων, προσωπικών σχέσεων και επαφών με ισχυρούς παράγοντες του ελληνικού εφοπλιστικού και επιχειρηματικού κόσμου.
Το ερώτημα δεν αφορά το αν μια πρέσβειρα δικαιούται να έχει κοινωνικές σχέσεις. Αφορά το πού τελειώνει η προσωπική φιλοξενία και πού αρχίζουν τα ζητήματα δεοντολογίας, πολιτικής επιρροής και σύγκρουσης συμφερόντων, όταν στο τραπέζι βρίσκονται ενεργειακές συμφωνίες και οικονομικά projects δισεκατομμυρίων.
Ιδιωτικά τζετ και πολυτελή σαλόνια
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Wall Street Journal, που βασίστηκαν σε ηχογραφήσεις και πληροφορίες, η Γκιλφόιλ φέρεται να καυχιόταν για τις στενές σχέσεις της με δύο ισχυρούς Έλληνες επιχειρηματίες: τον εφοπλιστή Νίκο Τσάκο, επικεφαλής της Tsakos Energy Navigation, -σε ηχογράφηση από το Νταβός, η ίδια φέρεται να δηλώνει ότι «βλέπει τον Νίκο κάθε μέρα»-, περιγράφοντάς τον ως άνθρωπο του στενού της περιβάλλοντος και τον Αλέξανδρο Εξάρχου, επικεφαλής του ομίλου AKTOR με δραστηριότητες και στον ενεργειακό τομέα.
Στο επίκεντρο των αποκαλύψεων βρίσκονται μετακινήσεις με ιδιωτικά αεροσκάφη προς το Νταβός και το Παρίσι, διαμονές σε πολυτελή ξενοδοχεία, όπως το Four Seasons George V, οι οποίες φέρεται να καλύπτονταν από επιχειρηματίες, αλλά και χριστουγεννιάτικες διακοπές στο Γκστάαντ της Ελβετίας.
Εύλογα λοιπόν, δημιουργούνται ερωτήματα για τη φύση των σχέσεων μιας διπλωματικής εκπροσώπου με επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε τομείς άμεσα συνδεδεμένους με τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.
LNG, Κάθετος Διάδρομος και επιχειρηματικά συμφέροντα
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα επειδή η Γκιλφόιλ δεν περιοριζόταν στις εθιμοτυπικές συναντήσεις και στις δημόσιες δηλώσεις φιλίας μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ. Προωθούσε ενεργά την αμερικανική ενεργειακή στρατηγική, με αιχμή τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και τον λεγόμενο Κάθετο Διάδρομο.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, διατηρούσε στενές επαφές με επιχειρηματικούς παράγοντες που δραστηριοποιούνται στον ίδιο ευρύτερο χώρο και μπορούν να επωφεληθούν από την ανάπτυξη τέτοιων υποδομών και εμπορικών διαδρομών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του ζητήματος. Όταν ένας διπλωματικός εκπρόσωπος προωθεί συγκεκριμένες ενεργειακές επιλογές και ταυτόχρονα διατηρεί σχέσεις φιλοξενίας με επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε αυτούς τους τομείς, η διαφάνεια και οι κανόνες δεοντολογίας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Δεν χρειάζονται αυθαίρετα συμπεράσματα για να τεθούν τα ερωτήματα. Αρκεί να εξεταστούν οι σχέσεις, οι παροχές φιλοξενίας και τα συμφέροντα που διασταυρώνονται.
Η φωτογραφία και το εφοπλιστικό κατεστημένο
Η φωτογραφία της Γκιλφόιλ μαζί με άνδρα της οικογένειας Τσάκου έρχεται να προστεθεί σε αυτή τη δημόσια συζήτηση. Δεν αποδεικνύει από μόνη της κάποια συναλλαγή, φωτίζει όμως το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνταν η Αμερικανίδα πρέσβειρα.
Η παρουσία της στην Ελλάδα δεν περιορίστηκε στις επίσημες δεξιώσεις, στις συναντήσεις με τον πρωθυπουργό και τους κυβερνητικούς παράγοντες ή στις δημόσιες διπλωματικές εμφανίσεις. Σύμφωνα με τις καταγγελίες και τα δημοσιεύματα, περιλάμβανε και πολυτελείς, ιδιωτικές επαφές με ανθρώπους του μεγάλου επιχειρηματικού κεφαλαίου … και τον Αργυρό ο οποίος κατά δήλωσή του την συμβούλευε για «τις ανάγκες που υπάρχουν στην Ελλάδα».
Ο πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ, Αντώνης Νταλακογεώργος, χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, χαρακτηρίζοντάς την «αρπακτικό» και υποστηρίζοντας ότι πρόλαβε να συνδεθεί ποικιλοτρόπως με το «εφοπλιστικό παρασιτικό κατεστημένο».
Η διατύπωση είναι καταγγελτική και πολιτικά φορτισμένη. Αποτυπώνει, ωστόσο, την αντίδραση ενός τμήματος του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος απέναντι σε ένα μοντέλο εξουσίας όπου οι ισχυροί επιχειρηματίες απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση σε πολιτικούς και διπλωματικούς παράγοντες.
Όταν η διπλωματία συναντά το μεγάλο κεφάλαιο
Δεν πρόκειται για ένα φαινόμενο που γεννήθηκε με την Κίμπερλι Γκιλφόιλ. Εδώ και δεκαετίες, οι μεγάλοι εφοπλιστικοί όμιλοι και οι ισχυροί επιχειρηματικοί παίκτες στους τομείς των κατασκευών και της ενέργειας διαθέτουν πρόσβαση στα κέντρα πολιτικής εξουσίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.
Το μεγάλο κεφάλαιο δεν χρειάζεται να καταλαμβάνει κυβερνητικά αξιώματα για να επηρεάζει τις πολιτικές αποφάσεις. Διαθέτει οικονομική ισχύ, δίκτυα επαφών, δυνατότητα πρόσβασης σε κέντρα λήψης αποφάσεων και συμφέροντα που συχνά συνδέονται άμεσα με κρατικές στρατηγικές.
Η υπόθεση Γκιλφόιλ αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη διασταύρωση. Από τη μία, η αμερικανική πολιτική για την ενέργεια και τη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας. Από την άλλη, επιχειρηματικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται σε τομείς τους οποίους επηρεάζουν οι συγκεκριμένες πολιτικές.
Η Γκιλφόιλ μπορεί να αποχωρεί από την Αθήνα. Οι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι μηχανισμοί επιρροής και οι σχέσεις ανάμεσα στην οικονομική ισχύ και την πολιτική εξουσία δεν αποχωρούν μαζί της.
Το πρόσωπο φεύγει. Το σύστημα των προνομιακών σχέσεων παραμένει. Και αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό ζήτημα.




0 Comments