Αν κάποιος πίστευε ότι το καπιταλιστικό real estate της αμερικανικής διπλωματίας έχει πάτο, η υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και του Έρικ Ντίτερς έρχεται να τον διαψεύσει. Οι αποκαλύψεις για τις μεταξύ τους συναλλαγές και τις αλληλοκατηγορίες που ακολούθησαν φωτίζουν τις σκοτεινές διαδρομές όπου η πολιτική επιρροή, το χρήμα και η πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας διαπλέκονται με άγνωστες διαστάσεις.
Και συγχρόνως είναι μια υπόθεση που γεννά σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι μηχανισμοί εξουσίας στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, επιλογή της κυβέρνησης Τραμπ για τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Αθήνα, βρέθηκε στο επίκεντρο αποκαλύψεων για μηνύματα που αντάλλαξε μέσω της εφαρμογής Signal με τον Έρικ Ντίτερς, μεγαλοδότη των Ρεπουμπλικάνων. Στα μηνύματα φέρεται να ζητούσε από εκείνον 100.000 δολάρια για την κάλυψη οφειλής της στην American Express, με τρόπο που, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, θα απέφευγε τη δημιουργία επίσημου ίχνους της συναλλαγής.
Η υπόθεση φέρεται να εκτυλίχθηκε λίγο πριν από την ακρόαση για την επικύρωση του διορισμού της. Αυτό που αποκαλύπτεται δεν αφορά μόνο το ποσό, αλλά και τη σχέση ανάμεσα στο πολιτικό χρήμα, τις προσωπικές εξυπηρετήσεις και την πρόσβαση στους διαδρόμους της εξουσίας.
Η υπόθεση δεν σταμάτησε στις αρχικές αποκαλύψεις. Ο Ντίτερς κατέθεσε αγωγή για συκοφαντική δυσφήμηση κατά της Γκίλφοϊλ και των δικηγόρων της, ενώ ο ίδιος επικαλείται ότι έχει στην κατοχή του ηχητικό διάρκειας 16 λεπτών, το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει νέους τριγμούς στους κύκλους της αμερικανικής πολιτικής εξουσίας.
Από την άλλη πλευρά, δημοσιεύματα αποδίδουν στη Γκίλφοϊλ πρόθεση να αξιοποιήσει πληροφορίες που φέρεται να γνωρίζει από την πολυετή παρουσία της δίπλα στον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και στο περιβάλλον της οικογένειας Τραμπ. Οι αναφορές περί «burn book», ενός προσωπικού αρχείου επιβαρυντικών πληροφοριών, προσδοκά να την απαλλάξει από ποινικές διαδικασίες. (Ο βουλευτής των Δημοκρατικών, Ρόμπερτ Γκαρσία δήλωσε χαρακτηριστικά ότι η δράση της αποτελεί μια «θρασύτατη κατάχρηση εξουσίας και μια εντυπωσιακή προσθήκη στο υπάρχον ιστορικό σκανδάλων και διαφθοράς της Γκίλφοϊλ»).
Το σκηνικό που διαμορφώνεται θυμίζει έναν κόσμο όπου οι άλλοτε σύμμαχοι μετατρέπονται σε αντιπάλους, οι προσωπικές διασυνδέσεις γίνονται όπλα και οι απειλές για αποκαλύψεις χρησιμοποιούνται ως μοχλός πίεσης.
Πίσω από τις προσωπικές αντιπαραθέσεις βρίσκεται το ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα: η στενή διαπλοκή πολιτικής εξουσίας, μεγάλων χρηματοδοτών και επιχειρηματικών συμφερόντων.
Στο σύστημα της αμερικανικής πολιτικής, οι μεγάλες χρηματοδοτήσεις προεκλογικών εκστρατειών, οι προσωπικές σχέσεις με ισχυρά πολιτικά πρόσωπα και η πρόσβαση στους κρατικούς μηχανισμούς αποτελούν κρίσιμα στοιχεία ενός πλέγματος επιρροής. Όταν αυτές οι σχέσεις συνοδεύονται από καταγγελίες για αδιαφανείς οικονομικές συναλλαγές και προσωπικές εξυπηρετήσεις, το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια ενός κουτσομπολίστικου σκανδάλου.
Η υπόθεση Γκίλφοϊλ – Ντίτερς, ανεξάρτητα από την τελική δικαστική και πολιτική της έκβαση, αναδεικνύει τις αντιφάσεις ενός συστήματος όπου η πολιτική εκπροσώπηση συνυπάρχει με την εξάρτηση από μεγάλους χρηματοδότες και όπου οι σχέσεις ισχύος λειτουργούν μακριά από το δημόσιο βλέμμα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος πιάστηκε στα δίχτυα του σκανδάλου. Είναι το ίδιο το σύστημα που μετατρέπει την πολιτική σε επένδυση και την εξουσία σε προνομιακό πεδίο συναλλαγών.


0 Comments