«Ορμητικό λένε το ποτάμι που παρασέρνει τα πάντα. Μα κανένας δεν λέει ορμητικές τις όχθες που το περιορίζουν.»
Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Για τη βία»
Του Γιώργη Γιαννακέλλη
Οι δρόμοι του Παρισιού, της Μασσαλίας και της Λυών θύμισαν ξανά πεδίο μάχης. Το γαλλικό προλεταριάτο, με τη νεολαία στην πρώτη γραμμή, έσπασαν στην πράξη την κρατική τρομοκρατία και τις απαγορεύσεις. Η οργή, γεννημένη από τις άμεσες υλικές ανάγκες, την ακρίβεια και την εργασιακή λεηλασία, μετατρέπεται σε μια γενικευμένη πολιτική αμφισβήτηση.
Η Γαλλία φλέγεται και το κράτος απαντά με καταστολή, συλλήψεις και ωμή αστυνομική βία. Ένας νεκρός, 1.200 συλλήψεις και ο ακρωτηριασμός ενός 20χρονου είναι ο αιματηρός απολογισμός μιας κοινωνικής έκρηξης που δεν προήλθε τυχαία. Πίσω από τα «κίτρινα γιλέκα» δεν βρίσκονται απλώς οργισμένοι διαδηλωτές, αλλά μια ολόκληρη κοινωνία που ασφυκτιά: εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, αγρότες και νεολαία, άνθρωποι που βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται, τη ζωή τους να γίνεται ολοένα δυσκολότερη και τις κοινωνικές ανισότητες να θεριεύουν. Όταν η φτώχεια και η ανασφάλεια βαθαίνουν, ενώ η εξουσία επιμένει να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των ισχυρών, η οργή ξεχειλίζει στους δρόμους. Και τότε το κράτος αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο: αντί να ακούσει τις κοινωνικές διεκδικήσεις, επιστρατεύει τις δυνάμεις καταστολής για να επιβάλει τη σιωπή.
Για τους αστούς αναλυτές και τα τηλεοπτικά δελτία, η κατάσταση είναι απλώς «εκτός ελέγχου». Ουρλιάζουν για τη «βία» του ορμητικού ποταμού που ξεχειλίζει, κρύβοντας επιμελώς τη βία των δικών τους κοινωνικών «οχθών» – την κρατική καταστολή, τη φτώχεια και τους αντεργατικούς νόμους του Μακρόν.
Πίσω όμως από τους καπνούς των οδοφραγμάτων και τις μεγαλειώδεις απεργίες, αναδύεται το πιο κρίσιμο ιστορικό ερώτημα: Μπορεί ο αυθορμητισμός των μαζών, από μόνος του, να οδηγήσει σε ουσιαστική νίκη;
Η απάντηση βρίσκεται σταθερά στα θεωρητικά εργαλεία που μας κληροδότησαν οι θεμελιωτές του μαρξισμού – λενινισμού αλλά και η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στο μνημειώδες έργο της «Μαζική Απεργία, Κόμμα και Συνδικάτα», η μεγάλη επαναστάτρια ξεκαθάρισε ότι οι καθημερινοί αγώνες για τις υλικές ανάγκες είναι το μέσο, αλλά ο τελικός σκοπός πρέπει να είναι η κατάληψη της εξουσίας και η καταστροφή του αστικού κράτους.
Αν αναλύσουμε τη σημερινή γαλλική εξέγερση με τα μάτια της Ρόζας, η αποτελεσματικότητά της παραμένει βαθύτατα αμφίβολη. Κι αυτό γιατί, παρά τον συγκλονιστικό ηρωισμό των εργατών, απουσιάζει η συνειδητή, επαναστατική πρωτοπορία.
Το κενό αυτό σπεύδει να το καλύψει ο σύγχρονος ρεφορμισμός. Η γραφειοκρατία των μεγάλων συνδικάτων και η κοινοβουλευτική αριστερά, με τις πρόσφατες καθησυχαστικές δηλώσεις του Ζαν-Λυκ Μελανσόν περί «μη βίαιων μεθόδων» και οικονομικών προγραμμάτων «εμπνευσμένων από τον Σάντσεθ», χρησιμοποιούν την οργή του δρόμου όχι ως μοχλό ανατροπής του καπιταλισμού, αλλά ως διαπραγματευτικό χαρτί. Στόχος τους είναι να αποσπάσουν επιμέρους παραχωρήσεις ή να κερδίσουν μελλοντικές βουλευτικές έδρες, καθησυχάζοντας το σύστημα.
Όπως όμως προειδοποιούσε η Λούξεμπουργκ, αν το κίνημα εγκλωβιστεί στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων, ο αγώνας νομοτελειακά εκφυλίζεται σε απλή «μείωση της εκμετάλλευσης», αφήνοντας άθικτο το σύστημα της μισθωτής σκλαβιάς.
Αυτό ήταν, άλλωστε, και το μεγάλο μάθημα από την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Η Ρόζα, αναλύοντας την πρώτη εκείνη έφοδο στον ουρανό, τόνιζε ότι παρά τον αυθόρμητο ξεσηκωμό, η έλλειψη μιας θεωρητικά εξοπλισμένης πρωτοπορίας οδήγησε τους Κομμουνάρους σε μοιραία τακτικά λάθη: δίστασαν να βαδίσουν κατά των Βερσαλλιών και σεβάστηκαν την αστική «νομιμότητα» της Τράπεζας της Γαλλίας, δίνοντας στον εχθρό τον χρόνο να ανασυνταχθεί και να πνίξει το Παρίσι στο αίμα.
Η νεολαία και οι Γάλλοι προλετάριοι γράφουν σήμερα ιστορία με το αίμα και τον ιδρώτα τους στους δρόμους. Όμως, η ιστορία διδάσκει ότι οι αστοί δεν παραδίδουν την εξουσία επειδή κάηκαν μερικά αυτοκίνητα και κτήρια Το μεγάλο στοίχημα για το γαλλικό κίνημα είναι αν θα καταφέρει, μέσα στη φωτιά της σύγκρουσης, να γεννήσει εκείνη την επαναστατική ηγεσία που θα μετατρέψει την αυθόρμητη εξέγερση σε συνειδητή επανάσταση για την ανατροπή του καπιταλιστικού κράτους.



0 Comments