Από τα δαφνοστολισμένα βάθρα των «επισήμων» μέχρι την πολτοποίηση του αρχείου του Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου, για κάποιους η ιστορική μνήμη γίνεται πεδίο πολιτικής υποκρισίας.
Θα παρακολουθήσουμε και πάλι φιέστες και παράτες, δαφνοστολισμένες εξέδρες «επισήμων», παρελάσεις, τυμπανοκρουσίες και επετειακά λογύδρια για το μεγαλείο του έθνους και τους αγώνες του λαού μας. Θα δούμε πολιτικούς και κρατικούς αξιωματούχους να καταθέτουν στεφάνια, να επικαλούνται τους ήρωες της Αντίστασης και να μιλούν για την ελευθερία, τη δημοκρατία και την εθνική αξιοπρέπεια. Θα ακούσουμε μεγαλόστομες διακηρύξεις για την ιστορική μνήμη από εκείνους που, όταν έρχεται η ώρα να αντιμετωπίσουν την πραγματική ιστορία, προτιμούν τις βολικές σιωπές, τις παραλείψεις και τις παραχαράξεις. Γιατί η ιστορία δεν είναι ακίνδυνο διακοσμητικό στοιχείο των κρατικών τελετών. Δεν είναι μια συλλογή από εθνικά σύμβολα, σχολικές γιορτές και πανηγυρικούς λόγους. Είναι πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων, ταξικών αντιπαραθέσεων και πολιτικών επιλογών. Και, κυρίως, είναι η μνήμη των ανθρώπων που αγωνίστηκαν, βασανίστηκαν και θυσιάστηκαν για να απαλλαγούν από την καταπίεση και την εκμετάλλευση.
Η πολτοποίηση ενός αρχείου και η προσβολή της ιστορικής μνήμης
Υπάρχει, όμως, ένα ιστορικό ζήτημα που κάνει τις σημερινές διακηρύξεις περί εθνικής μνήμης και ιστορικής αλήθειας να ηχούν ακόμη πιο προκλητικά. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, το 1975, με υπουργική απόφαση, της κυβέρνησης του “εθνάρχη” Καραμανλή, πολτοποιήθηκε το τεράστιο αρχείο του Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου, ενός φορέα που είχε ιδρυθεί το 1945 για τη συγκέντρωση και επεξεργασία στοιχείων σχετικά με τα εγκλήματα πολέμου.
Ένα αρχείο που θα μπορούσε να αποτελεί πολύτιμη πηγή ιστορικής γνώσης και τεκμηρίωσης για τα εγκλήματα της ναζιστικής Κατοχής από τα ντόπια καθάρματα που εγκλημάτησαν σε βάρος του ελληνικού λαού, συνεργαζόμενα με τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής, οδηγήθηκε στην καταστροφή με μια διοικητική απόφαση.
Δεν πρόκειται για μια ασήμαντη γραφειοκρατική υπόθεση. Πρόκειται για ένα γεγονός που γεννά σοβαρά ερωτήματα για τη στάση του ελληνικού κράτους απέναντι στη διατήρηση των αποδεικτικών στοιχείων, στη διεκδίκηση δικαιοσύνης και στην ιστορική μνήμη των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας. Η καταστροφή ιστορικών τεκμηρίων, δεν εξαφανίζει τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν. Μπορεί, όμως, να δυσκολέψει την έρευνα, να στερήσει από τους ιστορικούς πολύτιμες πηγές και να αποδυναμώσει τη δυνατότητα τεκμηρίωσης συγκεκριμένων ευθυνών. Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν μιλάμε για μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα γνώρισε την πείνα, τις εκτελέσεις, τα ολοκαυτώματα χωριών, τις μαζικές σφαγές και τη λεηλασία του πλούτου της από τους ναζί κατακτητές και τους συνεργάτες τους.
Ποιοι μιλούν για πατριωτισμό και ποιοι θέλουν να ξεχάσουμε;
Η ελληνική ιστορία της Κατοχής δεν χωράει στα εθνικά παραμύθια περί ενός λαού που δήθεν αγωνίστηκε σύσσωμος, χωρίς αντιθέσεις και συγκρούσεις, εναντίον του κατακτητή. Ο λαός που αντιστάθηκε ήταν ο ίδιος λαός που είδε τμήματα των κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων να συμβιβάζονται με τη νέα κατάσταση, άλλους να συνεργάζονται με τους κατακτητές και άλλους να επιλέγουν την αναμονή, προσδοκώντας την επόμενη μέρα. Υπήρξαν οι μαχητές και οι μαχήτριες της Αντίστασης, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, οι οργανωμένοι αγωνιστές, οι εργάτες και οι εργάτριες που συμμετείχαν στις απεργίες και στις διαδηλώσεις, οι άνθρωποι που έκρυβαν καταδιωκόμενους, που μοίραζαν τρόφιμα, που έδιναν το αίμα τους στον αγώνα για την απελευθέρωση. Υπήρξαν, όμως, και οι συνεργάτες των ναζί, οι δωσίλογοι, τα Τάγματα Ασφαλείας και οι μηχανισμοί καταστολής που στράφηκαν εναντίον του αντιστασιακού κινήματος.
Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα. Και η αποσιώπησή της δεν αποτελεί υπεράσπιση της εθνικής μνήμης. Αποτελεί παραχάραξή της.
Η μνήμη των θυμάτων της Κατοχής δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να ξεπλένονται οι συνεργάτες του κατακτητή. Ούτε μπορεί ο αντιφασιστικός αγώνας να μετατρέπεται σε μια ακίνδυνη εθνική αφήγηση, αποκομμένη από τις κοινωνικές δυνάμεις που τον συγκρότησαν και τους πολιτικούς στόχους που τον ενέπνευσαν.



0 Comments