Η ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν είναι απλώς μια κοινοβουλευτική ανατροπή. Είναι και ένα ηχηρό μήνυμα κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στην οικονομική πολιτική και τις επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ. Το ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει.
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ έφεραν μια σημαντική πολιτική ανατροπή. Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, στερώντας από τον Ντόναλντ Τραμπ την κοινοβουλευτική ασυλία που απολάμβανε μέχρι σήμερα και δημιουργώντας νέα δεδομένα στην Ουάσιγκτον.
Το αποτέλεσμα ανοίγει πλέον τον δρόμο για κοινοβουλευτικές έρευνες, ακροάσεις, κλήσεις μαρτύρων και διερεύνηση μιας σειράς υποθέσεων και σκανδάλων που βαραίνουν τον Αμερικανό πρόεδρο και την κυβέρνησή του. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι κατά πόσο η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα θελήσει και θα μπορέσει να φτάσει μέχρι τέλους. Και κυρίως, ποια περιθώρια θα της αφήσουν οι ισχυροί οικονομικοί και στρατιωτικοί μηχανισμοί του αμερικανικού κατεστημένου.
Γιατί η αμερικανική πολιτική εξουσία δεν εξαντλείται στους ενοίκους του Λευκού Οίκου ούτε στις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Πίσω από την εναλλαγή Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών εξακολουθούν να βρίσκονται ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, πολυεθνικοί όμιλοι και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, που διαθέτουν διαχρονική επιρροή στην πολιτική ζωή της χώρας.
Ο ίδιος ο Τραμπ, παρά το γεγονός ότι συνεχάρη τους Δημοκρατικούς για τη νίκη τους, φρόντισε να στείλει και το δικό του μήνυμα. Δημοσίευσε στα κοινωνικά δίκτυα εικόνα ενός κόκκινου καπέλου με τη λέξη «VETO», παραπέμποντας στο προεδρικό δικαίωμα αρνησικυρίας. Μια κίνηση που προμηνύει μια περίοδο έντονης θεσμικής αντιπαράθεσης και πιθανής παράλυσης της νομοθετικής διαδικασίας.
Ωστόσο, το σημαντικότερο μήνυμα αυτών των εκλογών βρίσκεται αλλού: στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα των ΗΠΑ.
Η ακρίβεια, το κόστος ζωής, η ανασφάλεια των νοικοκυριών και η τεράστια ανισότητα στην κατανομή του πλούτου διαμόρφωσαν ένα εκρηκτικό κοινωνικό υπόβαθρο. Τα εκλογικά αποτελέσματα καταγράφουν τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για την οικονομική τους κατάσταση, με την οικονομία και το κόστος διαβίωσης να βρίσκονται στην κορυφή των προβληματισμών τους.
Αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Μπορεί ο Τραμπ να επένδυσε στην εθνικιστική ρητορική, στον αυταρχισμό και στην υπόσχεση μιας ισχυρής Αμερικής, όμως η καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων όχι απλώς δεν βελτιώθηκε αλλά χειροτέρευσε.
Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική αντίφαση του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Αλέξης Παπαχελάς, «Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί βάζουν από το ίδιο βενζινάδικο βενζίνη». Η φράση συμπυκνώνει μια πραγματικότητα: Παρά τις υπαρκτές πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές τους, τα δύο μεγάλα κόμματα κινούνται μέσα σε ένα κοινό οικονομικό και θεσμικό πλαίσιο, το οποίο δεν αμφισβητούν στον πυρήνα του. Η εναλλαγή τους στην εξουσία δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανατροπή των κοινωνικών ανισοτήτων ούτε αλλαγή των σχέσεων οικονομικής ισχύος.
Κάτι ανάλογο, τηρουμένων των αναλογιών, παρατηρούμε και στην Ελλάδα. Η κοινωνική δυσαρέσκεια, η ακρίβεια, η διεύρυνση των ανισοτήτων και η απαξίωση του πολιτικού συστήματος δημιουργούν ένα περιβάλλον που δεν αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις.
Και όπως στις ΗΠΑ οι δημοσκοπικές εκτιμήσεις δεν αποτύπωσαν πλήρως το μέγεθος της εκλογικής υποχώρησης των Ρεπουμπλικανών, έτσι κι εδώ υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο η πραγματική κοινωνική δυσαρέσκεια να είναι μεγαλύτερη από εκείνη που καταγράφουν οι μετρήσεις.
Το αμερικανικό εκλογικό αποτέλεσμα, επομένως, δεν είναι απλώς μια ήττα του Τραμπ. Είναι μια ακόμη ένδειξη ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να ανατρέψει πολιτικούς συσχετισμούς, ακόμη κι όταν οι δημοσκοπήσεις και οι μηχανισμοί εξουσίας εμφανίζουν μια διαφορετική εικόνα.
Το τι θα κάνει η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι μια άλλη ιστορία. Γιατί άλλο πράγμα να τιμωρείς εκλογικά έναν κυβερνητικό σχηματισμό και άλλο να αμφισβητείς τις οικονομικές και κοινωνικές δομές που παράγουν τις ίδιες ανισότητες, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται κάθε φορά στο τιμόνι της εξουσίας.
Β.



0 Comments