Γ. Καββαδίας, Αυτοαξιολόγηση και δημόσιο σχολείο

1269812_10202012446854292_765174931_oΤου Γιώργου Κ. Καββαδία*

Άρον- άρον το Υπουργείο Παιδείας στη μέση της χρονιάς -παράνομα- επιδιώκει την εφαρμογή της αυτοαξιολόγησης με σκοπό την «εισαγωγή του πνεύματος της «αυτοαξιολόγησης» στο σχολείο», την «ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας και εμπιστοσύνης.». Η αυτοαξιολόγηση δεν είναι «αθώα», αλλά συνδέεται άρρηκτα με την αξιολόγηση. (ν.4024/11 για το μισθολόγιο -βαθμολόγιο, ν.4142/13 για την «Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας στην Εκπαίδευση», ΠΔ 152/13 για την «Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών», ν.3848/10, ν. 3679/10).

Πίσω από χίλιες δυο «αθώες» έννοιες κρύβεται μια «εκπαιδευτική έρημος». Αυτό δείχνει η διεθνής εμπειρία. Καθυστερημένα οι μαθητευόμενοι μάγοι της παιδείας αντιγράφουν αποτυχημένες συνταγές που αμφισβητούνται ακόμα και στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία της Νταϊάν Ράβιτς, θεωρητικού της εκπαίδευσης, συγγραφέα και υφυπουργού Παιδείας του Τζορτζ Μπους: «.η αξιολόγηση μετατράπηκε σε εφιάλτη για τα αμερικανικά σχολεία .Η τρέχουσα έμφαση στην αξιολόγηση έχει δημιουργήσει στα σχολεία μια τιμωρητική ατμόσφαιρα. Η κυβέρνηση Ομπάμα φαίνεται πως πιστεύει πως τα σχολεία θα βελτιωθούν αν απολύουμε εκπαιδευτικούς και κλείνουμε σχολεία . Η εκπαιδευτική πολιτική που ακολουθούμε αναστατώνει τις κοινότητες, κατεδαφίζει σχολεία, χωρίς να τα βελτιώνει. Το σημαντικότερο όμως είναι πως δεν παράγουμε μια γενιά μαθητών με περισσότερες γνώσεις.».. Οι εκπαιδευτικοί δείκτες αποτυπώνουν το φαινόμενο της πρόωρης σχολικής εγκατάλειψης δείχνοντας το βαθύ χάσμα ανάμεσα σε αυτούς που διαβαίνουν επιτυχώς τα σκαλοπάτια της εκπαιδευτικής σταδιοδρομίας και εκείνους για τους οποίους οι πόρτες του εκπαιδευτικού συστήματος κλείνουν οριστικά. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος της πρόωρης σχολικής εγκατάλειψης βρίσκεται στο 14,8%.

Η ιστορία της εκπαίδευσης και η συγκριτική παιδαγωγική καταδεικνύουν ότι όπου εφαρμόστηκε η αξιολόγηση οδήγησε στην εξωτερική αξιολόγηση των μαθητών, δηλαδή σε εξετάσεις. Η γενίκευση της και η μετατροπή της σε βασική πηγή αξιολόγησης για τον εκπαιδευτικό (όπως συμβαίνει στις παραπάνω χώρες) θα μετατρέψει τα σχολεία σε φροντιστήρια εκγύμνασης εν όψει εξετάσεων και θα καταστρέψει όποια μορφωτική αξία έχει διατηρήσει το σχολείο.

Επιστρέφοντας στην ελληνική πραγματικότητα διαπιστώνουμε ότι οι δαπάνες στα σχολεία έχουν μειωθεί κατά 33% (2009 – 2013) και κατά 47% μέχρι το 2016, όπου το σύνολο των δαπανών για τη δημόσια εκπαίδευση θα συρρικνωθεί στο 2,15% του ΑΕΠ. Σχολεία κλείνουν, το σχολικό δίκτυο συρρικνώνεται στο όνομα του «μνημονιακού εξορθολογισμού» και η υλικοτεχνική υποδομή υποβαθμίζεται. Την ίδια στιγμή ζητείται στα πλαίσια της αυτοαξιολόγησης, η αναζήτηση πόρων και αποτιμάται η χορηγία των γονέων και άλλων φορέων.

Στην Ελλάδα η . ευφροσύνη της αξιολόγησης οδηγεί σε απόλυση εκπαιδευτικού, ακόμα και γιατί αφαιρεί το σκονάκι από τους βλαστούς των πολιτικών μας ταγών που λιπαίνουν τις μηχανές του κράτους της ρεμούλας, της διαφθοράς, της κομματικοκρατίας και της φελλο- κρατίας. Σε συνθήκες «αξιολογικής δικτατορίας» το παιδαγωγικό και διδακτικό έργο των εκπαιδευτικών μετατρέπεται σε ένα στεγνό διεκπεραιωτικό έργο επικύρωσης βαθμολογικών επιδόσεων. Η σχολική κοινότητα από χώρος συνεργασίας και συμβιωτικής προσπάθειας θα γίνει βαθμιαία χώρος απόκρυψης, προσωπικής προβολής και διαρκούς ανταγωνισμού.

και η βελτίωση των σχέσεων με το σύλλογο γονέων και την μαθητική κοινότητα.»

Το «αδειανό» πουκάμισο της συμμετοχής και ο νεοεπιθεωρητισμός

Από το όλο εγχείρημα της μοντέρνας αξιολόγησης – αυτοαξιολόγησης απουσιάζουν δύο βασικά στοιχεία προβληματισμού: ότι το σχολείο δε λειτουργεί για το «κοινό καλό», αλλά στον καπιταλισμό έχει μια έντονη επιλεκτική λειτουργία, άρα εκ των προτέρων γνωρίζουμε ότι δεν μπορούν «να πάνε όλοι καλά στο σχολείο» και ότι η σχολική γνώση δεν είναι «ουδέτερη», καθώς εγγράφει συγκεκριμένες ιδεολογικές επιλογές των πολιτικά κυριάρχων ομάδων και τάξεων. Από τη συζήτηση της αυτοαξιολόγησης εξοβελίζεται το ερώτημα «ποιος έχει την εξουσία» στην εκπαίδευση και την κοινωνία, ποιος καθορίζει τα αναλυτικά προγράμματα και τα βιβλία, ποιος οργανώνει τις εξετάσεις, ποιος φτιάχνει την εκπαιδευτική νομοθεσία, ποια είναι η συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε όλα αυτά. Ουσιαστικά η αυτοαξιολόγηση δημιουργεί την εντύπωση ότι η κυβέρνηση δε γνωρίζει τα προβλήματα της εκπαίδευσης και οι καθηγητές θα τις τα γνωστοποιήσουν μέσα από τις φόρμες που θα συμπληρώσουν.

Η ψευδαίσθηση πολλών εκπαιδευτικών, ότι η αυτοαξιολόγηση θα αναδείξει όψεις της δουλειάς τους και θα τις επιβραβεύσει (με τι άραγε σε μια εποχή άγριων περικοπών;), δηλαδή το πόσα προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης κάνουν στο σχολείο, πόσα θεατρικά έργα, τι εκδηλώσεις, αν βγάζουν ή όχι εφημερίδα, χωρίς να υπολογίζεται η επίδοση των μαθητών τους σε εθνικές εξετάσεις ή σταθμισμένα τεστ, διαλύεται από τους ίδιους τους θεωρητικούς της αυτοαξιολόγησης. Όλη αυτή η ρητορική περί αποτίμησης και ανάδειξης της προσπάθειας των εκπαιδευτικών και πώς μπορούν να τα πάνε καλύτερα ήταν μέχρι να γίνει αποδεκτή στη συνείδηση τους η ανάγκη της αυτοαξιολόγησης.
Πώς θα κινηθεί η αυτοαξιολόγηση με ανθρώπους που διαφωνούν με τους κεντρικούς αξιακούς προσανατολισμούς του αναλυτικού προγράμματος και επιδιώκουν την ανατροπή του;
Η απάντηση του δείχνει με σαφήνεια που πάνε τα πράγματα στο «ανοικτό» και «μεταμοντέρνο» σχολείο: στην πειθάρχηση του εκπαιδευτικού που διαφωνεί με την κυρίαρχη ιδεολογία και στη συμμόρφωσή του, όχι αυτή τη φορά από τον επιθεωρητή, αλλά από. το σύλλογο διδασκόντων που «αυτοαξιαλογείται» εκτελώντας χρέη «συλλογικού επιθεωρητή». Έτσι, λοιπόν, η «αυτοαξιολόγηση» της σχολικής μονάδας είναι μια καρικατούρα συμμετοχής των εκπαιδευτικών και των άλλων φορέων στη λειτουργία του ταξικού σχολείου και των μηχανισμών αξιολόγησης. Ένα «αδειανό πουκάμισο», μια ψευδαίσθηση συμμετοχής που νομιμοποιεί την κρατική εξουσία και τον έλεγχο. H κλασική συνταγή της σοσιαλδημοκρατίας για τη συνδιοίκηση των κοινωνικών και εκπαιδευτικών θεσμών, που συμπυκνώνουν την κυριαρχία των κυρίαρχων τάξεων και στρωμάτων, χρησιμοποιείται και αξιοποιείται απ’ τη νεοφιλελεύθερη πολιτική και τους «αριστερούς» εκσυγχρονιστές – υποστηρικτές της στην κοινωνία και την εκπαίδευση.
Μέσα πόροι – υλικοτεχνική υποδομή

Οι δαπάνες στα σχολεία έχουν μειωθεί κατά 33% (2009 – 2013) και κατά 47% μέχρι το 2016, όπου το σύνολο των δαπανών για τη δημόσια εκαπαίδευση θα συρρικνωθεί στο 2,15% του ΑΕΠ. Σχολεία κλείνουν, το σχολικό δίκτυο συρρικνώνεται στο όνομα του «μνημονιακού εξορθολογισμού» και η υλικοτεχνική υποδομή υποβαθμίζεται. Την ίδια στιγμή ζητείται στα πλαίσια της αυτοαξιολόγησης, η αναζήτηση πόρων και αποτιμάται η χορηγία των γονέων και άλλων φορέων.

Άμεσος στόχος, που αποκρύπτεται επιμελώς, είναι καταρχήν η εξεύρεση πόρων για την εκπαίδευση έξω από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτό οδηγεί στην προσαρμογή του επιπέδου της παρεχόμενης εκπαίδευσης, στις οικονομικές δυνατότητες της τοπικής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα μειώνει ακόμη πιο πολύ την κρατική επιχορήγηση και καταργεί σταδιακά τον όποιο ενιαίο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Δηλαδή, ανοίγει διάπλατα τις πόρτες για ένα πιο φτωχό και διαφοροποιημένο περιεχόμενο σπουδών και αναλυτικό πρόγραμμα (ιδιωτικοποίηση – κατηγοριοποίηση σχολείων και εκπαιδευτικών).

Η «αξιολόγηση» της σχολικής μονάδας, η οποία στην πιο ακραία έκφραση της θα συνδέεται με τις εξεταστικές επιδόσεις των μαθητών εκτός του ισοπεδωτικού της χαρακτήρα, θα χωρίζει τα σχολεία σε κατηγορίες, θα οξύνει τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, δηλητηριάζοντας εκπαιδευτικές και κοινωνικές σχέσεις, διαφοροποιώντας τους τρόπους χρηματοδότησης, βάζοντας τους χορηγούς από το παράθυρο και τους γονείς να στηρίζουν οικονομικά τη λειτουργία, οδηγώντας πολλά σχολεία στο μαρασμό και τελικά στο κλείσιμο.
Οι επιδόσεις των μαθητών θα συνυπολογίζονται για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αλλά και την παραμονή τους στο σχολείο!

Διαπιστώνεται, λοιπόν, ότι η αυτοαξιολόγηση δεν είναι μόνο «ένα πουκάμισο άδειανό», αλλά ο προθάλαμος του Λαβύρινθου, ενός πολυδαίδαλου αυταρχικού συστήματος αξιολόγησης που οδηγεί στον Μινώταυρο δηλαδή στον εξανδραποδισμό των εκπαιδευτικών και στη διάλυση του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης.

Οι εκπαιδευτικοί έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να αντισταθούν στον ασφυκτικό έλεγχο της αξιολόγησης. Γιατί «ο δάσκαλος που θα υποχρεωθεί να καταπνίξει τη σκέψη του θα γίνει διπλά σκλάβος ή θα καταντήσει ένας ψυχικά ανάπηρος άνθρωπος, ανίκανος να μορφώσει άλλους» (Δ.Γληνός). Καμιά συμμετοχή σε διαβουλεύσεις και άλλες διαδικασίες που εξωραΐζουν το αυταρχικό πρόσωπο μιας αδίστακτης εξουσίας που δια πυρός και σιδήρου υλοποιεί μια πολιτική εξαθλίωσης του λαού και κονιορτοποίησης δικαιωμάτων και κατακτήσεων ολόκληρου αιώνα. Η μάχη δεν μπορεί να αποφευχθεί.

* O Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι φιλόλογος, αντιπρόεδρος της ΕΛΜΕ Πειραιά, μέλος της Σ.Ε. του περιοδικού«Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», αρθρογράφος στο «ΕΘΝΟΣ».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *