Ρεαλιστική διακυβέρνηση και αριστερό πένθος

12196147_443393Πηγή: Αυγουστίνος Ζενέκος – “Unfollow”

Η μνημονική πολιτική του ΣΥΣΡΙΖΑ προσλαμβάνεται με συγκλονισμό διότι μόνο έτσι, μέσω του πένθους, μπορεί κανείς να καταλάβει πως έστω και με μνημόνιο υπάρχει λόγος να στηρίξει αυτή την κυβέρνηση.

Από την υπογραφή της «συμφωνίας» της 13ης Ιουλίου και μετά -αν όχι νωρίτερα-, έχει κάνει την εμφάνισή του στον δημόσιο λόγο ένα ιδιαίτερο είδος: το πένθος, η συντριβή, το μοιρολόι, η στεναχώρια, ως πολιτική στάση.

Πολλοί άνθρωποι που είτε συγκαταλέγονται στη βάση του ΣΥΡΙΖΑ είτε ανέλαβαν ενεργό ρόλο στα κινήματα είτε από πολύ νωρίς εργάστηκαν ως μικρά και μεσαία στελέχη για την άνοδο του κόμματος και την ανάδειξή του ως μεγαλύτερης πολιτικής δύναμης της χώρας -κάποιοι, μάλιστα, έχουν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μαζί- αντιμετώπισαν την πραγματικότητα του συριζαϊκού μνημονίου μιλώντας για ήττα. Ήττα της προηγούμενης ανάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τις δυνατότητες μετασχηματισμού της ευρωζώνης και των πολιτικών της αλλά και ήττα της στρατηγικής της κυβέρνησης στη διαπραγμάτευση.

Δεν πρόκειται, όμως, για μια οποιαδήποτε ήττα. Η ήττα αυτή γίνεται αντιληπτή ως εάν η αντιπαράθεση πou προηγήθηκε να μην είχε δώσει καμία προειδοποίηση για την ολοκληρωτική κατίσχυση του αντιπάλου (δεν έχει σημασία αν είχε δώσει – η αντίληψη τούτη είναι τυφλή στις προειδοποιήσεις), έχει δηλαδή κάτι από θάνατο, με την έννοια του ότι ένας θάνατος πάντοτε συγκλονίζει. Οι άνθρωποι εδώ βιώνουν τεράστια ταραχή στην ιδέα ότι αντιμετωπίστηκαν με τέτοια βία, μια ταραχή που υπερβαίνει οποιαδήποτε γνώση αυτής της βίας είχαν προηγουμένως.

Όμως, πρέπει κανείς να προσέξει τη λειτουργία αυτής της συγκεκριμένης αντίληψης της ήττας. Μόνο μια τέτοια αντίληψη -που είναι κατά κάποιον τρόπο το αντίθετο μιας στρατηγικής αντίληψης, με την έννοια του ότι δεν μπορείς να έχεις στρατηγική απέναντι στην ολοκληρωτική ισχύ του θανάτου- κάνει την ήττα να γεννά πένθος και συντριβή. Το πένθος, με τη σειρά του, αποτελεί την προϋπόθεση για να οδηγηθεί κάποιος στην απόφαση να «αντέξει», να μην τον καταβάλει το βάρος του συγκλονισμού, να σταθεί όρθιος και να συνεχίσει έστω να ζει την όποια ζωή τού απομένει.

Μ’ άλλα λόγια, η μνημονιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ προσλαμβάνεται εδώ με συγκλονισμό, διότι μόνον έτσι, μέσω του πένθους, μπορεί κανείς να καταλήξει πως έστω και με μνημόνιο υπάρχει λόγος να στηρίζει αυτή την κυβέρνηση, επειδή υπάρχουν πράγματα να γίνουν και εκτός της ατζέντας που καθορίζει η τρόικα και αυτά τα πράγματα θέλουμε να τα κάνει μια αριστερή κυβέρνηση. Διότι αυτή είναι εντέλει η ωφελιμότητα του πένθους και αυτή είναι η κατάληξη του λόγου-για-πένθος που έχει κατακλύσει τη δημόσια σφαίρα της Αριστερός εδώ και κάποιους μήνες: η στήριξη, ίσως όχι σε όλα τα σημεία της, συχνά με υποσημειώσεις κι ενστάσεις, με κινηματικές ελπίδες και κομματικές προτάσεις, με κάμποση μελαγχολία, αλλά πάντως η στήριξη της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.

Υπάρχουν εδώ δύο ερωτήματα που τίθενται: πρώτον, τι μας νοιάζει; Δηλαδή, ποιοι είναι όλοι αυτοί και, κυρίως πόσοι είναι; Γιατί να μας απασχολήσει η αντίληψη που έχουν για την ήττα και η λειτουργία του πένθους τους; Η απάντηση είναι πως, εκτός από τον ευρύτερο «κόσμο» του ΣΥΡΙΖΑ, οι άνθρωποι αυτοί αποτέλεσαν κατά τα προηγούμενα χρόνια και τη δεξαμενή παραγωγής ενός λόγου χειραφετητικού -σχετικά με το πολιτικό σύστημα, τα δικαιώματα, το μεταναστευτικό, τα ζητήματα φύλου, την άνοδο του νεοναζισμού, την Ευρωπαϊκή Ένωση-, ο οποίος ακολουθούσε την πορεία ανόδου και διάχυσης της Αριστεράς.

Το γεγονός ότι μέσω αυτής της αντίληψης της ήττας και της λειτουργίας του πένθους όλη αυτή η διανοητική δυναμική τίθεται στην υπηρεσία υπεράσπισης μιας τέτοιας διακυβέρνησης οφείλει να μας ανησυχεί. Το γεγονός, μάλιστα, ότι κάποιοι από αυτούς μπορεί να αισθάνονται ότι έτσι διασώζουν την παρακαταθήκη αυτού του λόγου αντί να την εξαλείφουν, θα αποτελέσει για καιρό ένα ζήτημα σύγκρουσης.
(Εδώ θα πρέπει να μη δοθεί η εντύπωση ότι η διαδικασία αυτή συντελείται δίχως αντιστάσεις. Όμως, το πένθος λειτουργεί ακριβώς ως το σημείο όπου τελικά κάμπτονται οι αντιστάσεις.)

Δεύτερον, πόσο ειλικρινείς είναι; Μήπως απλώς πρόκειται για μια στάση που αποσκοπεί στον προσπορισμό οφελών από ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης, μια και, όπως γίνεται πάντα, αυτό θα στηριχθεί -στηρίζεται ήδη!- ακριβώς σε ένα τέτοιο πλέγμα ανθρώπων; Η απάντηση είναι πως η ειλικρίνειά τους, με την έννοια της αυθεντικότητας της συντριβής τους, δεν έχει την παραμικρή σημασία. Σημασία έχει η αντικειμενική εικόνα: αφενός, το πένθος ως πολιτική στάση αποτελεί αντικειμενικό στήριγμα της διακυβέρνησης· αφετέρου, δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό το πλέγμα ανθρώπων θα στελεχώσει το νέο σύστημα και συνεπώς αντικειμενικά θα προσποριστεί οφέλη – λιγότερο ή περισσότερο δίκαια, μικρά ή μεγάλα.

Αλλά υπάρχει κι ένας ακόμη λόγος για τον οποίον η ειλικρίνεια δεν έχει σημασία – ή, μάλλον, είναι ολωσδιόλου εκτός θέματος. Βρισκόμαστε εδώ στην επικράτεια της ιδεολογίας, μιας ιδεολογίας που γεννήθηκε από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, κι έχει τόσο νόημα να αντιπαρατεθούμε μ’ αυτήν με όρους «ειλικρίνειας», όσο νόημα θα είχε να προσπαθήσουμε να αντιπαρατεθούμε μ’ έναν πιστό στη βάση του ότι οι άνθρωποι δεν περπατούν στο νερό.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, όμως, δεν έχει νόημα και η «κατανόησή» μας για το πένθος τους – σαν να επρόκειτο εδώ όχι για ιδεολογία αλλά για ένα προσωπικό δράμα διάψευσης του καθενός. Διότι όταν το πένθος αυτό εμφανίζεται όχι πια στον «κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ» αλλά στα δάκρυα του Αλέξη Τσίπρα ή στο «χάσαμε τη μάχη» του Ευκλείδη Τσακαλώτου, τότε η λειτουργία της ιδεολογίας αποκαλύπτεται εν πλήρει δόξει ως συσκότιση των υλικών συνθηκών της νέας διακυβέρνησης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *