Η παράνομη έκδοση του «Θούριου»

image002Του Δημήτρη Λογοθέτη

Μπήκα από την πρώτη μέρα στον αντιδικτατορικό αγώνα και φυσικά αμέσως στον «Ρήγα». Ημουν στη Γραμματεία της Σπουδάζουσας στη Νεολαία Λαμπράκη, μαζί με τον Μανωλάκο και την Αλέκα Δρόσου (μετέπειτα Παπαρήγα). Τριμελής ήταν η Γραμματεία. Ο Μίμης ήταν γενικός γραμματέας και είχε υπ’ ευθύνη του το Πολυτεχνείο, εγώ τις υπόλοιπες σχολές και η Αλέκα ήταν υπεύθυνη διαφώτισης. Με το που έγινε η δικτατορία, η Αλέκα αρνήθηκε να συνεχίσει να συμμετέχει. Είχα κλεισμένα ραντεβού μαζί της, πρώτη- δεύτερη μέρα της δικτατορίας και δεν ήρθε ποτέ. Κρυβόταν μάλλον. Πάντως, στην αρχή δεν ασχολήθηκε καθόλου με μας. Μάλλον περίμενε τι θα της πουν από το ΚΚΕ στο εξωτερικό.

Στην αρχή, κάποιοι από εμάς είχαν βρει τον Μίκη Θεοδωράκη και ξεκίνησαν ως Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠAM). Ετσι αρχίσαμε. Και λίγους μήνες μετά έγινε ο «Ρήγας».

Στην παρανομία

Ημουν στην παρανομία από νωρίς. Σε αντίθεση με τον Μίμη Μανωλάκο, ήμουν ήδη μέλος του ΚΚΕ. Είχαν έρθει στα γραφεία των Λαμπράκηδων ανώτερα στελέχη του ΚΚΕ, παράνομα φυσικά, οι Φώκος Βέτας και Νίκος Καρράς, και εμένα, την Αλέκα και κάνα δυο άλλους μάς έχρισαν μέλη του ΚΚΕ και μας έκλεισαν κιόλας ραντεβού σε περίπτωση που γίνει πραξικόπημα. Αυτά έγιναν περίπου ένα-δυο μήνες πριν γίνει δικτατορία. Με το που γίνεται το πραξικόπημα, έφυγα κατευθείαν από το σπίτι μου και γύριζα την Αθήνα για να βρω και να ενημερώσω όσο περισσότερους συντρόφους μπορούσα. Βρήκα τον Θ. Αθανασίου την πρώτη μέρα στο σπίτι του, έτοιμο να φύγει να κρυφτεί. Μετά τον Νικόλα Βουλέλη μαζί με τη Φρίντα Λιάππα. Μιλήσαμε και συμφωνήσαμε να συνεχίσουμε τον αγώνα. Είχαν ήδη αρχίσει τις συλλήψεις.

Γυρνούσα παντού με τα πόδια και μάλιστα την πρώτη νύχτα ριψοκινδύνεψα, γιατί γυρνούσα στο σπίτι μου μετά τις 7 το βράδυ, που απαγορευόταν η κυκλοφορία. Με σταματάει ένας αστυνομικός και στρέφει το όπλο του πάνω μου. «Καθάρισε τον, τι περιμένεις;» του λέει ο άλλος. «Ρε παιδιά, εδώ μένω στη γωνία… Ο πατέρας μου είναι αστυνομικός», τους λέω και με άφησαν. Η μητέρα μου έβλεπε από το μπαλκόνι και όταν ανέβηκα ήταν άσπρη σαν το πανί από τον φόβο της.

Ενα συγκεκριμένο συμβάν καθόρισε και την πορεία μου στην αντιδικτατορική δράση και τις σχέσεις μου με τους συντρόφους: Από την δεύτερη μέρα της δικτατορίας, έφυγα από το σπίτι μου και κρυβόμουν στο σπίτι του Χρήστου Βακράκη, ενός συμφοιτητή μου (που ψάχνω από τότε να τον βρω και δεν τα έχω καταφέρει). Εκεί κατέφτασε και ο Γιώργος Μούκας, τότε ήταν στην Ανωτάτη Εμπορική.

Κατά κακή μου τύχη, ο Βακράκης είχε πάει στον πατέρα μου να πάρει τίποτα λεφτά, κάνα ρούχο και τον πίεσε ο πατέρας μου -παλιός αστυνομικός βλέπεις- να του πει τη διεύθυνση που μέναμε. Και ο Χρήστος τού το αποκάλυψε. Ο πατέρας μου, εν τω μεταξύ, εξαφανίζεται από το σπίτι, αφήνοντας ένα σημείωμα στη μητέρα μου πως πρέπει να παραδοθώ γιατί θα μας έπιαναν όλους. Τότε εγώ, με την προτροπή του Μούκα, που είχε φοβηθεί πως θα έρχονταν να μας πιάσουν, αναγκάστηκα να πάω να παραδοθώ στην Ασφάλεια. Ηταν η μεγαλύτερη βλακεία που έχω κάνει στη ζωή μου!

image004Με δέχτηκε ο Καραπαναγιώτης, του είπα ότι έχει εξαφανιστεί ο πατέρας μου και ψάχνω να τον βρω. Ευτυχώς για μένα, μου έδωσε πίσω την ταυτότητά μου, που την παρακρατούσαν τέσσερις μήνες, όταν με είχαν συλλάβει για ρίψη προκηρύξεων υπέρ της Κύπρου, και μου είπε να πηγαίνω δύο φορές στην Ασφάλεια να δίνω το «παρών». Με πήγαν και στο υπόγειο που ήταν και άλλοι αρχιασφαλίτες,Τασιγιώργος, Μάλλιος, Κραβαρίτης και λοιποί, και ήθελαν να μάθουν από μένα ό,τι μπορούσαν. Μου έλεγαν πως μας ήξεραν όλους, πως έχουν τα ονόματα κ.λπ. Πίστευαν ότι είμαι λαβράκι και πως θα τους τα έλεγα όλα. Εγώ δεν μιλούσα και όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι, μου βάζουν το όπλο μπροστά στο πρόσωπο και με έβριζαν απειλώντας. «Τράβα, άμα θες», του λέω. «Καθάρισέ το, το κάθαρμα», λέει ο Κραβαρίτης. «Κάνε ό,τι θες», του λέω.

Να ξέρεις, στην Ασφάλεια δεν έπρεπε να καταλάβουν πως ξέρεις και δεν μιλάς, γιατί τότε θύμωναν πολύ. Οταν μου έδειξαν μια φωτογραφία του Μανωλάκου με τον Λυκούδη-τον σημερινό βουλευτή, που χάθηκε με το που έγινε δικτατορία, όπως και η Αλέκα Παπαρήγα-τους λέω «δεν τους ξέρω, αλλά και να τους ήξερα, δεν θα σας έλεγα». Ε, αυτό ήταν. Τότε με απείλησαν με το πιστόλι…

Μετά μου είπαν να υπογράψω μια δήλωση. Για να κερδίσω χρόνο τους είπα πως θα την ετοιμάσω και θα τους την πάω. Πράγματι, φτιάχνω μια δήλωση που έλεγε ότι είμαι ο τάδε και είμαι φοιτητής στην τάδε σχολή, που ήθελα από μικρός, και τέτοια. Τους την πάω. Μου λέει: «Τι είναι αυτό; Να γράψεις πως αποκηρύσσεις τον κομμουνισμό και τις παραφυάδες αυτού». «Εντάξει», τους λέω, «θα το πάρω και θα το ξαναγράψω». Και το άλλαξα, απλά προσθέτοντας σε ποιο έτος ήμουν και τι μαθήματα χρωστούσα. Και είχα βάλει υπογραφή με κόκκινο στυλό από κάτω. Εκεί αυτός τρελάθηκε και μου ζήτησε δήλωση κανονική. Ε, αυτή ήταν και η τελευταία φορά που πήγα να παρουσιαστώ στην Ασφάλεια. Ακόμη περιμένουν τη δήλωση.

Ο «Θούριος»

Οταν μπήκα στον «Ρήγα», επειδή με ήξεραν στην Ασφάλεια, έπρεπε να δουλεύω κρυφά, γι’ αυτό με έβαλαν να βγάζω την εφημερίδα του «Ρήγα», τον «Θούριο». Ηταν πολύ δύσκολο να βγάζουμε τον «Θούριο», από πολλές απόψεις. Απαγορευόταν να αγοράσεις χαρτί πολυγράφου -για να πάρεις έπρεπε να δηλώσεις ταυτότητα. Γραφομηχανή, το ίδιο. Δεν μιλάω για πολύγραφο -ούτε συζήτηση. Μόνοι μας τούς φτιάχναμε. Πρώτα ήταν χειρόγραφα, μετά χρησιμοποιούσαμε λινόλεουμ με τον Θανάση Σκρουμπέλο, που ήταν εικονογράφος και ήξερε τα κόλπα, και μπορέσαμε να βγάλουμε περισσότερα φύλλα. Το πολύ πολύ να τυπώναμε 500 φύλλα, παραπάνω δεν μπορούσαμε να βρούμε. Αυτά διαδίδονταν στις σχολές χέρι με χέρι. Αργότερα, η εφημερίδα έγινε δίφυλλη. Μας βοηθούσαν τυπογράφοι αριστεροί, που μας προμήθευαν χαρτί.

Με τον Νικόλα Βουλέλη προλάβαμε και βγάλαμε 2-3 φύλλα του «Θούριου» και μετά τον πιάσανε. Εμείς οι τρεις ήμασταν στην πραγματικότητα που βγάζαμε τον «Θούριο»: ο Βουλέλης, ο Σκρουμπέλος (που ήταν νόμιμος και μπορούσε να κινείται πιο άνετα) κι εγώ. Με το που πιάνουν τον Βουλέλη, τον Μάιο του ’69, το σκάμε από το σπίτι που ήμασταν (ήταν χαμηλά στη λεωφ. Αλεξάνδρας) και πηγαίνουμε στα Πατήσια. Εκεί κάναμε δουλειά περίπου για έναν χρόνο, με τον Θανάση Σκρουμπέλο, μέχρι το ’70. Τότε φέραμε από το εξωτερικό και έναν πολύγραφο οινοπνεύματος και ήταν καλύτερα.

image006

Το κυνηγητό, η διαφυγή στο εξωτερικό

Οταν πιάσανε τον Αθανασίου, Οκτώβριο του ’68, εγώ, ο Θανάσης Σκρουμπέλος και η Πόπη Τζεμπελίκου, που μέναμε στο σπίτι του, θορυβηθήκαμε. Και ο Θανάσης δεν άντεχε άλλο -έβλεπε περίεργα όνειρα το βράδυ, φίδια, αγγέλους, διαβόλους και δεν μπορούσε να ησυχάσει-, αποφασίσαμε να μην το ριψοκινδυνέψουμε άλλο και φύγαμε. Εγώ τότε έπαθα οξεία σκωληκοειδίτιδα και πνευμονικό οίδημα. Ημουν έτοιμος να πεθάνω. Πήγα σε κλινική με ψεύτικο όνομα. Πέτυχα μάλιστα έναν γιατρό χουντικό, αλλά ήταν τίμιος άνθρωπος. Να φανταστείς τα εργαλεία τα αποστειρώνανε σε βραστήρα… Τέλος πάντων. Μετά από εκεί, μέναμε με τον Σκρουμπέλο, μέχρι να αναρρώσω τελείως. Είχαν πιάσει και τον Βουλέλη και τον Αθανασίου, είχαμε χάσει τις επαφές μας και με μένα άρρωστο, για τρεις περίπου μήνες δεν βγάλαμε τον «Θούριο».

Μετά ξαναβρεθήκαμε με τον Μανωλάκο, αλλά έφυγε αργότερα για το εξωτερικό και βοήθησε κι εμένα να βρω διαβατήριο. Μου ήρθε από κάποια αριστερή οργάνωση στην Ολλανδία. Το όνομά μου ήταν Κορνέλιος Βαν Μπρούχεν. Το διαβατήριο μου το έδωσε η Μπέτυ Βακαλοπούλου, που είχε κάνει και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία επί Κατοχής.
Τους καταλάβαινες τους μυστικούς αστυνομικούς τότε -από το ύφος, από το βήμα, από το κόψιμο των μαλλιών, από τα ρούχα. Ηταν σαν τυπικοί υπάλληλοι τράπεζας. Και ήταν παντού.

Επί προσωπικού

image008Ο πατέρας μου, πρώην αστυνομικός, δεν ήταν καθόλου σύμφωνος με τη δράση μου. Είχε εξαφανιστεί, όπως προείπα, από το σπίτι εξαιτίας μου και όταν ξαναβρεθήκαμε μου ζήτησε συγγνώμη. «Είμαι 21χρονών και αποφασίζω μόνος μου για την τύχη μου», θυμάμαι του είπα. Ο ίδιος ντρεπόταν φοβερά αργότερα για τον εκβιασμό που μου είχε κάνει τότε.

Τουλάχιστον ο πατέρας μου ντράπηκε για τον εκβιασμό αυτό. Ενώ οι σύντροφοί μου, όχι. Να σου δώσω να καταλάβεις αυτός ο Γιώργος Μούκας, που παραδόθηκα για να μην τον πιάσουν, ποτέ δεν μου ζήτησε συγγνώμη μέχρι σήμερα. Αλλοι είπαν στο κόμμα ότι είχα πάει από μόνος μου στην Ασφάλεια και αυτοί προσπαθούσαν να με απομονώσουν. Αυτό που είχα κάνει τότε ήταν σαν το προπατορικό αμάρτημα, παρότι ήξεραν καλά ότι δεν είχα πει τίποτα. Οτι δεν είχα δώσει ούτε ένα όνομα. Θέλω να πω πως πάντα οι σύντροφοί μου φοβούνταν. Η κατάσταση, βέβαια, ήταν δύσκολη και φυλάγονταν από παντού. Αλλά εγώ νομίζω το ότι με έβαλαν να βγάζω τον «Θούριο» ήταν και για να μην πολυφαίνομαι. Να με έχουν κάπως απομονωμένο. Δεν μου είχαν εμπιστοσύνη για τίποτε άλλο.

Θυμάμαι, όταν ήταν ο Κωσταράκος γραμματέας του «Ρήγα», το ’70 πια, ήρθε μια μέρα σε ένα σπίτι που ήμασταν μαζεμένοι και μας λέει «νομίζω πως με παρακολουθούν». Εγινα έξαλλος, γιατί μας έβαζε όλους σε κίνδυνο. Και τότε γυρίζω και του λέω: «Πες στα αφεντικά σου ότι εγώ ως εδώ! Θα φύγω στο εξωτερικό και δεν με νοιάζει ό,τι και να πούνε». Ηρθε μετά από μια βδομάδα και μου λέει: «Εντάξει, δέχονται να φύγεις στο εξωτερικό, αλλά δεν τους άρεσε ο τρόπος που έθεσες το αίτημά σου. Δεν ήταν κομψός»… Καταλαβαίνεις; Η κομψότητα μας μάρανε. Ευτυχώς ο Μίμης (Μανωλάκος) μου έστειλε διαβατήριο και βγήκα έξω. Και αργότερα ο Αθανασίου μού είπε πως καλά έκανα και έφυγα, γιατί αν με πιάνανε, θα με κόβαν κομματάκια.

image010

Αποτίμηση

Σήμερα όπως το βλέπω, όλα αυτά που έκανα τότε δεν άξιζαν. Γιατί δεν είχα εκτιμήσει σωστά, λογικά και αντικειμενικά τις ιστορικές συνθήκες. Πήγαμε να βαρέσουμε γροθιά στο μαχαίρι. Εμείς τότε ακολουθήσαμε ένα δρόμο που δεν έβγαζε πουθενά. Η δικτατορία του ’67 δεν ήταν παρά υπόλειμμα του εμφυλίου πολέμου. Ηταν η τελευταία πράξη του Εμφυλίου, αυτό ήταν. Το ΚΚΕ τότε, η ΕΔΑ κ.λπ. το ίδιο. Είχαν μείνει πίσω… Εμείς σαν νέα γενιά δεν είχαμε καμία σχέση με όλα αυτά. Μόνο το ότι διατηρήσαμε ένα φρόνημα ψηλά, αυτό, ναι, το κάναμε. Και αυτό είναι η μόνη παρηγοριά που έχω. Αλλά, αν το κρίνεις αντικειμενικά και πολιτικά, έπρεπε η αλλαγή να έρθει από το εξωτερικό και όχι να υποστούν τα νέα παιδιά τόσα βασανιστήρια και φυλακές και πόσα ακόμα.

Ηταν πολύ σκληρά όλα αυτά, όχι που τα λέμε τώρα απλά, σαν ιστορίες. Ηταν αίμα. Τώρα καταλαβαίνω πως δεν χρειάζεται να αλλάζει η Ιστορία μόνο με αίμα. Αυτά βέβαια τα λέω τώρα, μετά 50 χρόνια. Τότε, όμως, με το συναίσθημα κυρίως δρούσαμε. Και ο κύριος σκοπός μας ήταν να μη μας πιάσουνε, ώστε να μπορούμε να. συνεχίσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας, που ήταν ο καθαρός αντιδικτατορικός αγώνας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *