Γνώρισα κάποιον Βαμβακάρη…

image002Του Γ. Γ. 

Μ’ έχει μαγέψει στην κυριολεξία το βιβλίο του Νέαρχου Γεωργιάδη «Ο Μάρκος όπως τον γνώρισα. Ο Βαμβακάρης από το Α ως το Ω» (Σύγχρονη Εποχή 2006). Ο Ν. Γεωργιάδης ήταν –μας «άφησε» πριν 3 χρόνια- ο καλύτερος ερευνητής και μελετητής του ρεμπέτικου τραγουδιού και τα βιβλία του («Ρεμπέτικο και πολιτική» , «Ο Ακρίτας που έγινε ρεμπέτης», «Το φαινόμενο Τσιτσάνης», «Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μετεμφυλιακό τραγούδι») «διαμάντια», όπως και ο καταπληκτικός τρόπος γραφείς του.

Σε όλα τα αναγνώσματα μου δεν έχω δει να «ξεπετάγονται» τόσο «ζωντανές εικόνες» όπως αυτές που συναντά κανείς μέσα από τις σελίδες του Ν.Γ.
Θα ‘θελα να μοιραστώ κάποιες απ’ αυτές μαζί σας. Απ’ το βιβλίο που ανέφερα αρχικά παραθέτω ένα κεφάλαιο (αν βρω χρόνο –γιατί λόγω όγκου του βιβλίου δεν σκανάρετε οπότε είναι χρονοβόρα η δακτυλογράφηση- θα «ανεβάσω» και άλλη ενότητα απ’ το βιβλίο).

Γνώρισα κάποιον Βαμβακάρη…

Εκείνη την εποχή η οδός Αθηνάς προσέφερε μια μεγάλη ποικιλία από λαϊκά θεάματα του δρόμου. Παλαιστές, όπως ο Σαμψών και ο Τζίμης ο Τίγρης, σκίζανε τράπουλες, τρυπούσαν χοντρά σανίδια με τεράστιες βελόνες, λυγίζανε σίδερα, τραβούσαν αυτοκίνητα με τα δόντια τους. Γύφτοι, παίζοντας ντέφι, βάζανε μισή ντουζίνα σκυλιά να χορεύουν όρθια στα δυο τους πόδια. Αλλοι γύφτοι αναγκάζανε μια αρκούδα να χορεύει. Τσιγγάνες σε καλούσανε να σου πουν τη μοίρα σου, με μια ή δυο δραχμές ή να τους χαϊδέψεις τα βυζάκια τους με είκοσι δραχμές. Παπατζήδες, αβανταδόροι και τσιλιαδόροι σε βοηθούσανε να ξαλαφρώσεις από μερικά «περιττά» εκατοστάρικα.

Γυναίκες της «αμαρτίας» έξω από ξενοδοχεία σε καλούσανε να τις ακολουθήσεις στους χώρους της ηδονής. Πλανόδιοι μικροπωλητές, μικρής και μεγάλης ηλικίας, διαλαλούσανε τραγουδιστά το εμπόρευμά τους κι όταν έπεφτε σύρμα ότι έρχονται οι μπάτσοι, εξαφανίζονταν τρέχοντας πίσω απ’ τις γωνιές του δρόμου. Όσοι όμως δεν προλάβαιναν, ρίχνονταν στην κλούβα και τους βλέπαμε να κοιτάζουν λυπημένα πίσω απ’ τα κάγκελα της κλούβας, καθώς οι μπάτσοι τους οδηγούσανε στο πλησιέστερο τμήμα για τα περαιτέρω. Σωστή αυλή των θαυμάτων, ανάλογη με αυτήν που περιγράφει κι ο Ουγκό στην Παναγία των Παρισίων.

ImageHandlerΚαι στο τέρμα της οδού Αθηνάς, στο Μοναστηράκι, άλλα θαύματα: παλαιοβιβλιοπωλεία με ληστρικά μυθιστορήματα του Αριστείδη Κυριακού και άλλων, με λιθογραφίες του Χρηστίδη και άλλων λαϊκών ζωγράφων, ξακουστά εξωτικά βιβλία, όπως το Γκιουλιστάν, το Χίλιες και μια νύχτες και πολλά άλλα σε τιμές εξευτελιστικά χαμηλές. Κι ακόμα στοίβες ολόκληρες από δίσκους γραμμοφώνου, τους οποίους πουλούσε στο πεζοδρόμιο και στην υπόγεια αποθήκη που ήταν απέναντι, ο Σμυρνιός μπάρμπα-Θόδωρος, ένας χαμογελαστός καλοστεκούμενος γέρος, μέτριου αναστήματος, με το χοντρό, καφέ παλτό του, τη ρεπούμπλικα και τις ιστορίες που έλεγε για τα ζεϊμπέκια στα περίχωρα της Σμύρνης, όπως τα είχε γνωρίσει προσωπικά. Πιο πέρα, είχε το μαγαζί του ο μικρότερος αδερφός του, ο Αποστολής, που πούλαγε δισκάκια 45 στροφών.

Στη Σμύρνη ο μπάρμπα Θόδωρος ασχολιόταν με το εμπόριο. Φόρτωνε το γαϊδουράκι του ή το μουλάρι του με σακιά γεμάτα ζάχαρη, κι ανηφόριζε προς τα γύρω βουνά, όπου ζούσαν τα ζεϊμπέκια. Η συναλλαγή δε γινόταν με χρήματα, αλλά σε είδος: τους έδινε τη ζάχαρη και σε αντάλλαγμα του δίνανε τσουβάλια κάρβουνο που φτιάχνανε στα ορεινά καμίνια τους. Μια μέρα που διαφωνήσανε στο αλισβερίσι τους, ο Θόδωρος πήρε το γαϊδουράκι του, όπως ήταν φορτωμένο, και κίνησε να φύγει. Όμως κάθε λίγα βήματα, γύριζε πίσω το κεφάλι του και κοιτούσε με ανησυχία, μήπως τα ζεϊμπέκια του ρίξουνε καμιά ντουφεκιά στην πλάτη. Τότε ένας ζεϊμπέκος του έβαλε μια φωνή: «Τι κοιτάς πίσω σου, μωρέ; Μη φοβάσαι! Εμείς είμαστε ζεϊμπέκια, και δε χτυπάμε πισώπλατα.»

Όσο για τους δίσκους γραμμοφώνου, ο μπάρμπα-Θόδωρος μου είπε ότι το 1960 που είχαν επικρατήσει το πικ-απ, οι δίσκοι γραμμοφώνου ήταν άχρηστοι. Κάποιος τους μάζεψε, γέμισε δυο φορτηγά και τους πήγαινε για λιώσιμο. Με το υλικό τους θα φτιάχνανε τσατσάρες… Τότε ο μπάρμπα-Θόδωρος, με λίγα λεφτά, αγόρασε το ένα φορτίο με δίσκους και τους κατέβασε στην αποθήκη του. Από εκεί τους έβγαζε λίγους λίγους έξω στο πεζοδρόμιο και τους πουλούσε προς δέκα δραχμές τον έναν, όσο κι ένα πιάτο κρέας εκείνη την εποχή. Κάποιους δίσκους όμως, που θεωρούνταν σπάνιοι, τους πουλούσε σαράντα δραχμές τον έναν. Κι αυτοί ήταν οι δίσκοι του Βαμβακάρη, του Μπάτη, του Δελιά, του Στράτου Παγιουμτζή, του Χατζηχρήστου

Αυτοί οι σπάνιοι δίσκοι είχανε τους αγοραστές τους – δυο μανιώδεις συλλέκτες: ο ένας ήταν ο Βαγγέλης ο Καλαματιανός, οικοδόμος, μέτριου αναστήματος, με γαμψή μύτη και κόκκινο πρόσωπο, που έλεγε ότι μόνο πάνω από το πτώμα του μπορούσε να βγούνε οι δίσκοι της συλλογής του, έξω απ’ το σπίτι του. Ο άλλος ήταν ο Βαγγέλης ο Σμυρνιός, μικρότερος συλλέκτης από τον πρώτο, ψηλός και λεπτός, με κρεμαστά άσπρα μουστάκια, καλοσυνάτος, χαμογελαστός και γλυκομίλητος. Πολλές φορές τον έβλεπα στην πλατεία Δημαρχείου, με την μπατανόβουρτσά του στο χέρι, να περιμένει την πελατεία του, γιατί ήτανε ασπριτζής. Κι οι δυο φορούσανε τραγιάσκες, κι οι δυο είχανε μανία με τους δίσκους του Βαμβακάρη, τους οποίους μάλιστα προπληρώνανε.

Βαδίζοντας, λοιπόν, στην οδό Αθηνάς, καλοκαίρι του 1965, και οδεύοντας προς τα βιβλία και τους δίσκους γραμμοφώνου της οδού Ηφαίστου, τραγουδούσα μεγαλόφωνα, όπως συνήθιζα τότε και όπως συνηθίζω ακόμη, κάποιο τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη. Ένας άνθρωπος της εργατικής τάξης, γεροδεμένος, καμιά σαρανταριά χρονών, που ερχόταν από απέναντι, με σταμάτησε και με απροσδόκητη οικειότητα, μου λέει:

-Αυτό που τραγουδάς είναι του Μάρκου Βαμβακάρη… Μου αρέσουν κι εμένα πάρα πολύ τα τραγούδια του… Έχει γράψει κι αρκετά που μιλούν για το παζάρι, για χασάπηδες, μανάβηδες, ψαράδες…

– Αλήθεια; του λέω. Εγώ ξέρω πολύ λίγα τραγούδια του… Και δεν ξέρω αυτός ο άνθρωπος αν ζει ή αν πέθανε.

– Ζει! Και είναι γείτονας μου… Κάθεται στην Κοκκινιά, στην περιοχή Άσπρα Χώματα, στην οδό Οφρυνίου...

Χωρίς να χάνω καιρό (δε θυμάμαι αν ήταν την ίδια ή την άλλη μέρα), παίρνω το λεωφορείο της Νίκαιας (Κοκκινιάς) και ξεκινώ για να συναντήσω τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον άνθρωπο που δεν είχα δει ποτέ, ούτε μια φωτογραφία του. Και κανείς από όσους γνώριζα μέχρι τότε δεν τον είχε ακουστά, ούτε είχε δει τη φωτογραφία ή τη φάτσα του…

Θυμάμαι ακόμα τις ονομασίες που είχαν οι στάσεις του λεωφορείου, προτού φτάσω στον προορισμό μου, δηλαδή, στη στάση, που εκείνος ο άγνωστος γεροδεμένος, εργατικός άνθρωπος μου είχε πει να κατέβω. Αυτές οι ονομασίες είχαν μια περίεργη διαδοχή μεταξύ τους: Ζαχαροπλαστείο – Φαρμακείο – Νοσοκομείο – Νεκροταφείο – Παράδεισος…

Στο μυαλό μου δημιουργήθηκε ο εξής συνειρμός: Κάποιος τρώει γλυκά στο ζαχαροπλαστείο, παθαίνει δηλητηρίαση, πηγαίνει στο φαρμακείο, αγοράζει φάρμακα, αλλά δε γιατρεύεται… Τον πηγαίνουν στο νοσοκομείο και μετά στο νεκροταφείο… Τελικά φεύγει απ ’ το μάταιο τούτο κόσμο και πηγαίνει στον Παράδεισο. Κι έτσι γλίτωσε ο άνθρωπος από τα βάσανα.

Κατέβηκα στη στάση Άσπρα Χώματα κι άρχισα να ρωτάω πού είναι η οδός Οφρυνίου και το σπίτι του Μάρκου Βαμβακάρη. Μου είπανε, εκείνη είναι η οδός Οφρυνίου, εκεί στη γωνία υπάρχει ένα καφενείο κι απέναντι απ ’ το καφενείο είναι το σπίτι του Βαμβακάρη. Πολλές φορές μάλιστα κάθεται στο καφενείο και περνά την ώρα του.

Πάω στη γωνία και βλέπω ένα μεγαλόσωμο άντρα, με καλοκαιρινά πέδιλα, πανταλόνι και κοντομάνικη άσπρη φανέλα, να κάθεται έξω από το καφενείο και να κοιτάζει απέναντι. Είχε αραιά άσπρα μαλλιά, βαθιές ρυτίδες στο μεγάλο μέτωπο και όλο το πρόσωπό του έδειχνε σοφία και πίκρα. Το βλέμμα του φαινόταν να διαπερνά τους τοίχους του απέναντι σπιτιού και να καρφώνεται ρεμβαστικά στο άπειρο. Παρόλο που δεν είχα δει ποτέ ούτε μια φωτογραφία του, ο άνθρωπος αυτός φάνταζε τόσο ξεχωριστός, ώστε σκέφτηκα πως δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον Μάρκο Βαμβακάρη. Στην ήρεμη μεγαλοπρέπειά του μου φάνηκε σαν ένας βράχος στη μέση του Αιγαίου Πελάγους που ατενίζει τα απέναντι νησιά. Αλλά ένας βράχος διαβρωμένος από τα ανελέητα κύματα της ζωής.
Και πραγματικά, αργότερα, όταν ανακάλυψα περισσότερα τραγούδια του, διαπίστωσα πως και ο ίδιος παρομοίαζε τον εαυτό του με φαγωμένο βράχο:

Βάσανα, πίκρες, φαρμάκια, καραβοτσακίσματα
σαν το βράχο που τον δέρνουν της θάλασσας τα κύματα.

60dfbb35d8f9cd45cc74dbeea7fe93d4Μάλιστα στο τραγούδι του Φραγκοσυριανή, στην πρώτη εκτέλεση του 1935, ακούγεται μια φωνή να λέει: «Γεια σου, βράχο!». Ακόμα, όπως έμαθα αργότερα, το όνομα της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Σύρας, στα φοινικικά, απ’ όπου προήλθε η λέξη, σημαίνει βράχος. Άρα, μπορούμε να πούμε ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης προσωποποιούσε την ίδια την πατρίδα του, τη Σύρα, που το όνομά της, αλλά και η όψη της παραπέμπουνε σε ένα θαλασσόδαρτο βράχο.

– Είσαι ο Μάρκος Βαμβακάρης;

Ναι, εγώ είμαι.

– Τι κάνεις; του είπα, σφίγγοντάς του το χέρι.

Κάθομαι εδώ πέρα και κοιτάω τον κόσμο που περνάει κι όποιος μου πει, «γεια σου, Μάρκο», του λέω κι εγώ, «γεια σου». Αλλά, αν περάσει κανένας καριόλης, καμιά κουφάλα, κανένας παλιάνθρωπος, του λέω, φύγε από εδώ, ρε, και δε σου πρέπει εσένα το «γεια σου»!

Του είπα το όνομά μου, ότι είμαι ένας φοιτητής που θαυμάζει τα τραγούδια του κι ότι θέλω να του πάρω συνέντευξη και να τη δημοσιεύσω στο περιοδικό Πανσπουδαστική. Με κάλεσε να πάμε απέναντι, που ήταν το σπίτι του, ένα μικρό σπιτάκι, με δυο ελιές απέξω και γλάστρες στη χαμηλή ταράτσα. Καθώς διασχίζαμε αργά το χωματόδρομο, τα μάτια του κοιτούσαν χαμηλά το χώμα, σαν να ήταν πολύ στενοχωρημένος,

-Τι έχεις, Μάρκο; τον ρώτησα, με ανησυχία

Γιατί ρωτάς; μου είπε.

– Σε βλέπω που κοιτάς το χώμα…

Αντί για άλλη κουβέντα, μου απάντησε με στίχους:

Πάντα με σκέψη περπατώ, πάντα τη γη κοιτάζω γιατί το έχει η μοίρα μου καρδούλες να διαβάζω.

Μπήκαμε στο σπιτάκι που είχε ένα μικρό χολ, δυο δωμάτια, μια κουζινίτσα και μια τουαλέτα κι από το χολ κατεβήκαμε μερικά σκαλιά και βρεθήκαμε σ’ ένα υπόγειο. Μόνο τα στενά, μικρά παραθυράκια αυτού του υπογείου ήτανε πάνω από το ύψος του εδάφους, βλέπανε στο δρόμο και φέρνανε μέσα το φως της ημέρας. Αυτό το υπόγειο ήταν ο βιότοπός του. Στα περβάζια των παραθύρων, που βρίσκονταν γύρω γύρω, γιατί το σπίτι ήταν γωνιακό, ήταν τοποθετημένες πολλές γλάστρες, με μαντζουράνα, βασιλικό, γαριφαλιές, και άλλα μυριστικά, που πολύ τα αγαπούσε ο Μάρκος. Τα περιποιόταν και τα πότιζε αυτοπροσώπως, όπως μου εξήγησε. Από τους τοίχους της μικρής, υπόγειας κάμαρης κρέμονταν κλουβιά με καναρίνια και καρδερίνες. Υπήρχε ακόμα μια ψάθινη καρέκλα κι ένας καναπές πάνω στον οποίο στηρίζονταν δυο μπουζούκια κι ένας-δυο μπαγλαμάδες.

854387_a_LIFO_Markos_3_1Καθίσαμε και σε λίγο μου σύστησε το μικρότερο γιο του, τον Δομένικο, έναν ψηλόλιγνο, ντροπαλό έφηβο, που κοκκίνιζε σαν του μιλούσες, και τη γυναίκα του, την κυρα-Βαγγελιώ, που ήρθε, φέρνοντας ένα δίσκο με γλυκό κουταλιού και νερό. Ήταν μια όμορφη, γλυκιά γυναίκα, με άσπρο πρόσωπο και σκαλωτά μαύρα ή καστανά μαλλιά, αλλά κάπως τσακισμένη κι αυτή από τα βάσανα και τις στερήσεις. Μια νοικοκυρά που τον αποζημίωνε για όλες τις ταλαιπωρίες και τους εξευτελισμούς, στους οποίους τον είχε υποβάλει η πρώτη του γυναίκα. Ο Μάρκος μου είπε ότι ο μεγάλος του γιος, ο Βασίλης, έλειπε στη θάλασσα, γιατί ήταν ναυτικός. Ο δεύτερός του γιος, ο Στέλιος, έκανε τη θητεία του στο Μεγάλο Πεύκο.

Μείναμε μόνοι κι άρχισε να μου μιλά με βραχνή ραγισμένη φωνή και βαθιά πίκρα για τον εαυτό του και τα βάσανά του, παίζοντας πότε πότε το μπουζούκι του, με δάχτυλα παραμορφωμένα από την αρθρίτιδα.

-Έχω πολλές αρρώστιες και υποφέρω, μου είπε, κι άρχισε να τις απαριθμεί, μετρώντας με τα δάχτυλά του. Έχω αρθριτικά, καρδιά, άσθμα, ζάχαρο, ουρία, βρογχικά… Τις νύχτες βήχω πολύ και στεναχωριέμαι…

Μ’ έχουν φάει τα ξενύχτια και αυτή η ρεμπέτικη ζωή
εκεί που περπατώ θα σβήσω και θα με φάει η μαύρη γη.

Επειδή ήμουνα στην πρώτη μου νιότη, δεν πήρα και πολύ στα σοβαρά αυτή την απαρίθμηση των ασθενειών, αλλά την αντιμετώπισα σαν κάτι το γραφικό. Δεν υποπτεύθηκα ότι σε λιγότερο από εφτά χρόνια αυτές οι αρρώστιες θα τον έστελναν στον τάφο.

– Στενοχωριέμαι και για τον αδελφό μου, τον Αχάριστο, έτσι τον λέω, συνέχισε. Δε θέλω να τον λέω με τ’ όνομά του… Εγώ τον μεγάλωσα, τον στήριξα, του έμαθα μπουζούκι και τον έστειλα να μάθει και πιάνο… Κι αυτός ο αχάριστος δουλεύει σε μαγαζιά και δεν τους λέει να πάρουνε κι εμένα, τον Μάρκο τον αδερφό τ ου. Του έκανα μάλιστα και τραγούδι, η εταιρία το ηχογράφησε, αλλά δε θέλει να το κυκλοφορήσει.. Είναι, λένε, πολύ σκληρό:

Δεν θέλω να σε ξέρω πια, δεν σου ’χω εμπιστοσύνη φαίνεται απ’ τις φλέβες σου, αχάριστε, έλειψε η αδερφοσύνη!
Για μένα είσαι ένα μηδέν, για μένα είσαι ένας ξένος δεν θέλω να σε ξέρω πια, αχάριστε, γιατί είσαι τιποτένιος!

Μιλούσε για τον κατά δεκαπέντε χρόνια μικρότερο αδερφό του, τον Αργύρη Βαμβακάρη, μεγάλο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού και συνθέτη, ο οποίος εκείνο τον καιρό βρισκόταν στην Αμερική. Οι λέξεις βγαίνανε τραχιές από τα βάθη της βραχνής φωνής του και με ορμή από το πολύ άχτι, με το οποίο τις απάγγειλε, κι έμοιαζε σαν ομηρικός πολεμιστής που εκτοξεύει μεγάλα κοτρόνια εναντίον του αντιπάλου του. Όμως, όπως υποπτεύθηκα, όλο αυτό το άχτι εναντίον του μικρότερου αδερφού του δεν ήταν τίποτε άλλο από αγάπη, μεταμφιεσμένη σε μίσος.

Ο Μάρκος ανήκε σ’ αυτόν τον ψυχολογικό τύπο που έχει μεγάλες απαιτήσεις από τα πιο κοντινά ή συγγενικά του πρόσωπα και που όταν δεν ικανοποιούνται, τότε η απογοήτευσή του μετατρέπεται σε παράπονο και οργή.

Πάνω στον τοίχο κρεμότανε κορνιζαρισμένη μια σελίδα περιοδικού, που περιείχε μια φωτογραφία και μια συνέντευξη του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ο γνωστός τραγουδιστής μιλούσε με πολύ επαινετικά λόγια για το δάσκαλό του, τον Μάρκο Βαμβακάρη.

– Ο Μπιθικώτσης, είπα, τραγούδησε πολύ ωραία τα τραγούδια σου.

vamvakaris02– Αυτή η κουφάλα ο Μπιθικώτσης ερχότανε εδώ πέρα και με ρώταγε, γεμάτος αγωνία: «Θα γίνω, δάσκαλε, θα γίνω;» κι εγώ του έλεγα: «Θα γίνεις, Γρηγόρη. Υπομονή και θα γίνεις!» Και τώρα που έγινε και είναι με τον Θεοδωράκη, τον ξέχασε τον Μάρκο το δάσκαλό του αυτή η κουφάλα ο Μπιθικώτσης!

Ωστόσο αυτά τα λόγια τα έλεγε με ένα ήρεμο παράπονο και με μια τρυφερότητα, που είχε κάτι το χαϊδευτικό. Στη συνέχεια μου είπε ότι κάτω απ’ το μαξιλάρι του, εκεί στο υπόγειο που κοιμόταν, είχε πάντα τετράδιο και μολύβι. Στον ύπνο του συχνά του ερχόντουσαν στίχοι και μουσική και τότε ξυπνούσε, έγραφε τους στίχους στο τετράδιο κι έπαιζε τη μουσική στο μπουζούκι, για να τη θυμάται.

Μου είπε ότι ο Στέλιος και ο Δομένικος παίζανε μπουζούκι κι ότι ο Στέλιος έγραφε κι αυτός πολύ ωραίους στίχους, «λόγια όχι τριμμένα». Μου είπε ακόμα ότι έχει δυο τετράδια με σημειώσεις για τη ζωή του, και τότε μου ήρθε μια ιδέα να εκδώσουμε τη βιογραφία του, συμπληρώνοντας τις ιδιόχειρες σημειώσεις του με συνεντεύξεις. Του υποσχέθηκα ακόμα ότι εμείς οι φοιτητές θα διοργανώναμε μια συναυλία με τραγούδια του που θα τον έκανε πάρα πολύ γνωστό, γιατί τότε ήταν τελείως ξεχασμένος και παραγνωρισμένος.

Σε μια δυο μέρες πήγα στη Νεολαία Λαμπράκη, βρήκα τον Γιάννη Καούνη, τον Μπάμπη Γιωργούλα και άλλους συναγωνιστές και τους είπα:

– Βρε, παιδιά, βρήκα κάποιο Μάρκο Βαμβακάρη, που έγραψε σπουδαία τραγούδια και πρέπει να του κάνουμε μια συναυλία.

Την επόμενη φορά και τη μεθεπόμενη πήγα στα Άσπρα Χώματα μαζί με τον Γιάννη Καούνη, βρήκαμε από κάπου ένα βαρύ μαγνητόφωνο εκείνης της εποχής και πήρα από τον Μάρκο συνεντεύξεις πέντε περίπου ωρών.

3 απαντήσεις στο “Γνώρισα κάποιον Βαμβακάρη…”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *