Στις 11 Γενάρη 1945 υπογράφεται ανακωχή ανάμεσα στις Βρετανικές Δυνάμεις και τον ΕΛΑΣ, το τέλος των Δεκεμβριανών

Της Αργυρώ Κραββαρίτη

Στις 11 Γενάρη 1945 υπογράφεται ανακωχή ανάμεσα στις Βρετανικές Δυνάμεις και τον ΕΛΑΣ, που επιβάλλει την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Τη συμφωνία υπέγραψαν ο Σκόμπι και εκ μέρους της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. οι Ζεύγος, Παρτσαλίδης, Μακρίδης, και Αθηνέλλης.

Η ανακωχή σήμανε το τέλος των Δεκεμβριανών, (που θα επισημοποιείτο αργότερα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας),των έξι εβδομάδων συγκρούσεων στην Αθήνα, που ξεκίνησε με το αιματοκύλισμα λαϊκού συλλαλητηρίου από Βρετανικές δυνάμεις στις 3 Δεκέμβρη 1944.   (Αφιέρωμα στα Δεκεμβριανά)
Αλλά ας δούμε τι προηγήθηκε.

Παρασκευή 1 Δεκέμβρη 1944

Διαταγή του Βρετανού αντιστράτηγου Ρόναλντ Σκόμπι «διοικητού των εν Ελλάδι βρετανικών και ελληνικών δυνάμεων» για την αποστράτευση των αξιωματικών και αντρών της «Ελληνικής Αντιστάσεως».

-Το πρωί ο Βρετανός πρεσβευτής Ρέτζιλαντ Ρίππερ δέχθηκε μήνυμα από τον Ελληνα πρωθυπουργό που τον διαβεβαίωνε ότι «δεν θα υποχωρήσει». O Λίπερ «είναι χαρούμενος γιατί η περίοδος του εφησυχασμού» στην Ελλάδα «έχει πια περάσει». Ο Λίπερ υπογραμμίζει στον Παπανδρέου ότι οι Βρετανοί «αντιλαμβάνονται την κατάσταση αρκετά καθαρά» και ο ίδιος είναι «έτοιμος ν΄ αναλάβει την ευθύνη».

– Ο Γ. Παπανδρέου συγκαλεί σύσκεψη όλων των υπουργών «που δεν ανήκουν στην ΕΑΜικήν παράταξην» και υπογράφουν «μια απόφαση του υπουργικού συμβουλίου που διατάσσει» την αριστερή πολιτοφυλακή να παραδώσει τα όπλα στη σχηματιζόμενη εθνοφυλακή.

Οι υπουργοί του ΕΑΜ που δεν έχουν προσκληθεί στη σύσκεψη αρνούνται να υπογράψουν. Το βράδυ παραιτούνται οι τέσσερις ΕΑΜικοί υπουργοί. Σβώλος, Τσιριμώκος, Αγγελόπουλος και Ασκούτσης.

Σάββατο 2 Δεκέμβρη 1944

Παραιτούνται από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου οι εκπρόσωποι του Κ.Κ.Ε. Ζεύγος και Πορφυρογένης μη αποδεχόμενοι τον αφοπλισμό του Ελλάς.

– η Κεντρική Επιτροπή του Ε.Α.Μ. συνεδριάζει και αποφασίζει:

1. Να απευθύνει έκκληση στις κυβερνήσεις των συμμάχων, Βρετανίας, Σοβιετικής Ενωσης κι Αμερικής.

2. Να οργανωθεί παλλαϊκή συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος την επομένη (3 Δεκ.) στις 11 π.μ.

3. Να οργανωθεί και κηρυχθεί παλλαϊκή απεργία για τη Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου.

4. Να ανασυγκροτηθεί η Κ.Ε.του Ε.Λ.Α.Σ. Η επανασύσταση της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ (Σιάντος – Μάντακας, Χατζημιχάλης – επιτελάρχης Κ.Λαγγουράκης) σημαινε ότι η αντάρτικη οργάνωση δεν υπάκουε πάλι στον Σκόμπι, αλλά στη φυσική του ηγεσία.] Φοίβος Οικονομίδης , 33 ματωμένες μέρες

Συνοπτικότερα. Την Παρασκευή 1 Δεκέμβρη 1944, η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου εξέδωσε απόφαση, στην οποία ρητά αναφερόταν: «Η Εθνική Πολιτοφυλακή θα παραδώσει υπηρεσίαν και όπλα, πυρομαχικά και άλλον τυχόν υπάρχοντα οπλισμον».

Το Σάββατο 2 Δεκέμβρη 1944 το πρωί, το ΕΑΜ ζήτησε από την κυβέρνηση άδεια να πραγματοποιήσει συλλαλητήριο Η άδεια δόθηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας η διοίκηση του ΕΑΜ αποφάσισε να γίνει γενική απεργία. Να μην παραδοθεί ο οπλισμός του ΕΑΜ. Και να ανασυγκροτηθεί η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ.

Κατόπιν τούτων, η κυβέρνηση Παπανδρέου εξέδωσε νέα απόφαση, με την οποία απαγορευόταν η πραγματοποίηση του συλλαλητηρίου.

Το πρωί της Κυριακής 3 Δεκέμβρη 1944 στο κύριο άρθρο του «Ριζοσπάστη» αναφέρεται: «Τώρα το λόγο έχουν οι μπαρουτοκαπνισμενοι μαχητές του ΕΛΑΣ, που τους ζητούν να παραδώσουν τα τιμημένα και μπαρουτοκαπνισμενα σε μάχες όπλα τους».

Γύρω στις 10 και 45′ π.μ. η πλατεία Συντάγματος και οι γύρω δρόμοι έχουν πλημμυρίσει από χιλιάδες λαού. Μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη έχουν συγκεντρωθεί λαϊκές επιτροπές, διοικήσεις σωματείων και στελέχη του λαϊκού κινήματος. «Είχε προγραμματιστεί -γράφει ο Θ. Χατζής 1– ν’ αρχίσει η εκδήλωση με κατάθεση στεφάνων στη μνήμη εκείνων που θυσίασαν τη ζωή τους για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία»… Τίποτα απ’ όλα αυτά, όμως δεν έμελλε να γίνει.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου αρχικά είχε δώσει την άδεια να γίνει το συλλαλητήριο, αλλά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου 2 Δεκέμβρη η άδεια ανακλήθηκε με την πρόφαση πως το συλλαλητήριο ήταν η απαρχή «σειράς επαναστατικών πράξεων αι οποίαι απέβλεπαν εις κατάλυσιν του κράτους» 2. Η άρχουσα τάξη έδινε τη μάχη για τη δική της επικράτηση μετά την απελευθέρωση. Επρεπε λοιπόν να υποταχτεί ο λαός με τη βία. Ετσι η ανάκληση της άδειας του συλλαλητηρίου ήταν μια σαφής πρόκληση σε βάρος του ΕΑΜικού κινήματος που εκδηλωνόταν στο παραπέντε για να προκαλέσει, το λιγότερο, όξυνση. Ομως κανείς δεν περίμενε να επακολουθήσει ό,τι επακολούθησε.

Το μακελειό

Η ώρα πλησίαζε 11 π.μ. και το πλήθος στην πλατεία Συντάγματος και τους γύρω δρόμους όλο και πύκνωνε τις γραμμές του, με σημαίες, λάβαρα και πλακάτ, με προκηρύξεις και τα φέιγ – βολάν να πέφτουν βροχή. Τα συνθήματα «όχι άλλη κατοχή», «Παπανδρέου παραιτήσου» κυριαρχούν σ’ όλα τα χείλη.

Οι αστυνομικοί είχαν οχυρωθεί στην είσοδο του κτιρίου, στην ταράτσα και στα παράθυρα της Αστυνομικής Διεύθυνσης που βρισκόταν στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και βασιλίσσης Σοφίας (τότε Κηφισίας), στην ταράτσα των Παλιών Ανακτόρων (Βουλή) και στο απέναντι του κτιρίου πεζοδρόμιο, προς την πλευρά του Αγνώστου Στρατιώτη. Επίσης στους γύρω από την πλατεία δρόμους υπήρχαν αγγλικά άρματα μάχης 3.

Οι πρώτες συγκρούσεις και αψιμαχίες των διαδηλωτών με την Αστυνομία εκδηλώθηκαν όταν το πλήθος έφτανε, από τους γύρω δρόμους, στα σημεία προσέγγισης της πλατείας Συντάγματος κι εμποδιζόταν να εισχωρήσει από τις αστυνομικές δυνάμεις. Ξαφνικά, χωρίς να υπάρχει ορατός λόγος, από τα παράθυρα της Αστυνομικής Διεύθυνσης και από τα άλλα σημεία οχύρωσης των αστυνομικών άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί. Γράφει η Μέλπω Αξιώτη 4:

«Δίπλα απ’ τα ανάκτορα αστυνομικοί και φασίστες εκείνη τη στιγμή μας πυροβολούν στο ψαχνό. Κορίτσια τότε δείχνουν τα στήθια τους και φωνάζουν: βαράτε εδώ! Είμαστε άοπλοι! Και οι φασίστες τα βαρούν… Οι νεκροί πέφτουν τώρα γύρω – τριγύρω μας ένας – ένας χάμω, σα σπουργίτια. Οι ξένοι ανταποκριτές στέκουν εκστατικοί. Ενας Αμερικανός με στολή χιμά κι αρπά πιστόλι αστυνομικού που ήταν έτοιμο ν’ ανάψει. Αλλος Αμερικανός πίσω από τανκ εγγλέζικο φωτογραφίζει το λάβαρο του ΕΑΜ που μούσκεψε σε σκοτωμένου το αίμα… Πολλοί από τους πόλισμαν πετούν τα όπλα τους στους διαδηλωτές και οι διαδηλωτές τους σηκώνουν στα χέρια. Οι Αγγλοι γύρω – γύρω και πάνω στα τανκς, στη »Μεγάλη Βρετάνια» στα πεζοδρόμια, ανάμεσα στο πλήθος, φλεγματικοί παντού και αξιοπρεπείς στέκουν και βλέπουν τη δολοφονία μας, πως θάστεκαν να βλέπουν ταινία κινηματογράφου. Στο τέλος – τέλος παίρνουν μέρος. Μαζεύουν με τα φορτηγά τους, τραυματισμένους και γερούς. Ηταν αυτοί οι πρώτοι όμηροι. Σε λίγες μέρες γίνηκαν χιλιάδες».

Ο απολογισμός της δολοφονικής επίθεσης ήταν 21 νεκροί και 140 τραυματίες 5, γεγονός που δίκαια βάφτισε την 3η Δεκέμβρη 1944 ως «Ματωμένη Κυριακή».

Μαρτυρίες και ομολογίες για τη σφαγή

Στις 7 Δεκέμβρη του 1944, ο Γ. Παπανδρέου υποστήριξε με ανακοινώσεις του προς τους ξένους ανταποκριτές 6 ότι την ευθύνη για το μακελειό την είχε το ΕΑΜ γιατί το συλλαλητήριο ήταν ένοπλο και άρχισε με επίθεση κατά της οικίας του και στη συνέχεια εκδηλώθηκαν επιθέσεις κατά της Αστυνομίας, με αποτέλεσμα αυτή να αναγκαστεί να αμυνθεί.

Βέβαια, δεν υπάρχει κανείς σοβαρός άνθρωπος που να πιστεύει κάτι τέτοιο δεδομένου ότι και τα ιστορικά στοιχεία που έχουν έρθει στο φως αποδεικνύουν κατά τρόπο κατηγορηματικό πως η Ματωμένη Κυριακή της 3ης Δεκέμβρη του 1944 ήταν δημιούργημα της ντόπιας αντίδρασης και των Βρετανών καθοδηγητών της. Εντούτοις, θα σταθούμε περισσότερο στο γεγονός αυτό καθ’ αυτό για να το φωτίσουμε παραθέτοντας ορισμένες μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα, καθώς και ομολογίες πρωταγωνιστών.

Ο Κ. Κουβαράς που ήρθε στην Ελλάδα την Ανοιξη του ’44 με ειδική αποστολή της υπηρεσίας OSS 7 των ΗΠΑ, παρακολούθησε τα γεγονότα της 3ης Δεκέμβρη 1944 από τον εξώστη του ξενοδοχείου «Μ. Βρετάνια». Να τι γράφει μεταξύ άλλων 8: «Είδα τον κόσμο να έρχεται σε παράταξη με τις σημαίες του -ελληνική, αμερικανική, βρετανική και ρωσική- μπροστά. Ηταν μια γιγάντια φάλαγγα, αλλά οι διαδηλωτές προχωρούσαν με τάξη τραγουδώντας αντάρτικα τραγούδια και φωνάζοντας συνθήματα. Ερχονταν δυτικά από την οδό Πανεπιστημίου και προσπάθησαν να μπουν στην πλατεία Συντάγματος στρίβοντας αριστερά στην οδό Οθωνος. Η Αστυνομία τους σταμάτησε. Η πελώρια φάλαγγα άρχισε πάλι να κινείται για να μπει στην πλατεία, κατεβαίνοντας τα σκαλιά που οδηγούν από το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη. Η Αστυνομία και πάλι τους σταμάτησε κι η φάλαγγα άρχισε πάλι να κινείται…

Το μπροστινό τμήμα του συλλαλητηρίου είχε φτάσει στην άκρη της πλατείας όπου βρισκόμασταν, και καθώς παρατηρούσα προσεκτικά, άκουσα τους επικεφαλής να συζητούν με την Αστυνομία, μόλις δέκα μέτρα από κει που στεκόμασταν. Προσπαθήσαμε να παρακολουθήσουμε τη συζήτηση που διεξαγόταν σε υψηλό τόνο, αλλά δεδομένων των περιστάσεων το πράγμα δε φαινόταν εξαιρετικό. Οι διαδηλωτές σπρώχνανε για να μπουν στην πλατεία, αλλά δε γινόταν καμιά συμπλοκή.

Ξαφνικά ένα παράγγελμα »τραβηχτείτε πίσω:» δόθηκε με μια στριγγλή, στρατιωτική φωνή και όλοι οι αστυνομικοί υποχώρησαν κάπου είκοσι μέτρα, γονάτισαν κι άρχισαν να πυροβολούν! Τα πυρά ήταν πυκνά. Διακόσιοι αστυνομικοί έβαλλαν ταυτόχρονα, οι περισσότεροι με αυτόματα…».

Ο δημοσιογράφος Μ. Φόντορ σε μια διαπίστωσή του που δημοσιεύτηκε στη «New York Post», στις 17/2/1945 γράφει 9: «Μέσα σε 25 χρόνια έχω δει σχεδόν όλες τις επαναστάσεις της Ευρώπης. Αυτή εδώ ήταν η πιο ήρεμη και πολιτισμένη επανάσταση που έχω δει ποτέ μέχρι τη στιγμή που η αστυνομία άρχισε να πυροβολεί και οι Αγγλοι επενέβησαν».

Ο Κρις Γουντχάουζ, αρχηγός της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής στην Ελλάδα, που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί για φιλοεαμικά αισθήματα, όσο και να προσπαθεί στα γραπτά του δεν καταφέρνει να κρύψει την αλήθεια που γνώριζε πολύ καλά. «Οταν τα πλήθη των διαδηλωτών -γράφει 10– βρέθηκαν αντιμέτωπα με την Αστυνομία στην πλατεία Συντάγματος, πολλοί αστυνομικοί πυροβόλησαν κατευθείαν πάνω τους, πράγμα που χωρίς αμφιβολία, ήταν ο σκοπός για τον οποίο τα είχε συγκεντρώσει εκεί το ΚΚΕ»!!!

Ας δώσουμε όμως το λόγο και στον άνθρωπο που διέταξε πυρ εκείνο το ματωμένο πρωινό του Δεκέμβρη. Πρόκειται για τον, τότε, διευθυντή της Αστυνομίας Αγγελο Εβερτ, ο οποίος το 1958 σε μία συνέντευξή του, ομολόγησε ότι εκείνος, βάσει κυβερνητικών εντολών, έδωσε τη διαταγή να χτυπήσουν οι αστυνομικοί τους διαδηλωτές. Συγκεκριμένα, αφού αναφέρει -χωρίς βεβαίως να το αποδεικνύει- ότι υπήρχε σχέδιο να καταλάβουν οι διαδηλωτές νευραλγικά σημεία της πρωτεύουσας όπως η Αστυνομική Διεύθυνση, τα Παλαιά Ανάκτορα και τα υπουργεία Εξωτερικών και Στρατιωτικών, καταλήγει: «Εκείνην τη στιγμήν ακριβώς και βάσει των διαταγών τας οποίας είχον, διέταξα υπευθύνως και εγώ τη βιαίαν διάλυσιν των επιτιθέντων διαδηλωτών…» 11.

Αντί επιλόγου

Η 3η Δεκέμβρη του ’44 θεωρείται, δικαίως, η απαρχή της μάχης του Δεκέμβρη. Δεν ήταν ένα τυχαίο αιματηρό γεγονός από τη μεριά της αντίδρασης, ντόπιας και ξένης, αφού το ματοκύλισμα του λαού επαναλήφθηκε την επομένη, 4 Δεκέμβρη, όταν ο λαός κήδευε τα θύματα της «Ματωμένης Κυριακής». Ούτε οι αγγλικές στρατιωτικές δυνάμεις θα αναλάμβαναν αμέσως δράση κατά του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Τέλος, θα διευκολύνονταν κυβερνητικές λύσεις αποδεκτές από το ΕΑΜ που κάποια στιγμή φάνηκαν δυνατές όταν ο Παπανδρέου παραιτήθηκε για λογαριασμό του Θ. Σοφούλη, αλλά οι Εγγλέζοι δεν επέτρεψαν οποιαδήποτε κυβερνητική αλλαγή 12.

Στις 7/11/1944, σε τηλεγράφημά του στον υπουργό του επί των Εξωτερικών Α. Ηντεν, ο Ου. Τσόρτσιλ, ανάμεσα στα άλλα, σημειώνει 13 : «Περιμένω ανοιχτή σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να τη φοβόμαστε, υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε διαλέξει με προσοχή το έδαφος».

Δεν ξέρουμε αν το έδαφος που επιζητούσε ήταν εντελώς κατάλληλο στις αρχές Δεκέμβρη του ’44. Ξέρουμε όμως ότι δε δίστασε να ματοκυλίσει τον ελληνικό λαό διατάσσοντας τα βρετανικά στρατεύματα να λειτουργήσουν ως δύναμη κατοχής. Η διαταγή που έστειλε στο στρατηγό Σκόμπι στις 5/12/1944 δεν αφήνει περιθώρια παρανοήσεων: «Είσθε υπεύθυνος -έλεγε το κείμενο της διαταγής προς το στρατηγό- για την τήρηση της τάξεως στην Αθήνα και πρέπει να εξουδετερώσετε ή να συντρίψετε όλες τις ομάδες του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, που θα πλησιάσουν προς την πόλη… Μη διστάζετε, πάντως, να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη, όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση» 14.

Για τα συγκεκριμένα γεγονότα, πολλά έχουν γραφεί που δεν είναι δυνατό να αναλυθούν εδώ. Αν ήθελε όμως να δει κανείς τη σημασία που είχε εκείνη η μάχη για τα λαϊκά συμφέροντα, δεν έχει παρά να αναζητήσει τη σημασία που είχε για τα συμφέροντα της ντόπιας ολιγαρχίας και του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Γράφει πάλι ο Τσόρτσιλ 15:

«Η μάχη που διήρκεσε έξι εβδομάδες… έγινε για να καταλάβωμε την Αθήνα και, όπως θα δείξει η συνέχεια των γεγονότων, να απαλλάξωμε την Ελλάδα από τον κομμουνιστικό ζυγό. Την εποχή αυτήν που τρία εκατομμύρια άνδρες πολεμούσαν σε κάθε στρατόπεδο στο Δυτικό Μέτωπο και που τεράστιες αμερικανικές δυνάμεις ηγωνίζοντο εναντίον της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό, οι ελληνικές αυτές παραφορες μπορούσαν να φαίνονται ότι είχαν ελάχιστη σημασία, αλλά δεν ευρίσκοντο λιγώτερο στο νευρικό κέντρο της ισχύος, της τάξεως και της ελευθερίας του Δυτικού κόσμου». Περισσότερα σχόλια ασφαλώς περιττεύουν.

Παραπομπές

1. Θ. Χατζή: «Η Νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε», εκδόσεις Δωρικός, τόμος Δ’, σελ. 198
2. Γ. Παπανδρέου: «Κείμενα», τόμος β’ «Η απελευθέρωσις της Ελλάδος», εκδόσεις Μπίρης, σελ. 211
3. Σπ. Γασπαρινάτου: «Απελευθέρωση – Δεκεμβριανά – Βάρκιζα», εκδόσεις Ι. Σιδέρης, τόμος Α’, σελ. 258
4. Μέλπω Αξιώτη: «Απάντηση σε 5 ερωτήματα» εκδόσεις Μαρή & Κοροντζή, Αθήνα 1945, σελ. 66
5. «Ρ» της 4/12/1944. Τα ίδια στοιχεία δίνει ανακοίνωση του ΕΑΜ στις 6/12/1944 («Κείμενα Εθνικής Αντίστασης», Εκδόσεις ΣΕ, τόμος Α’ σελ. 128), ο Θ. Χατζής («Η Νικηφόρα Επανάσταση», τόμος Δ’ σελ. 200, το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ» (έκδοση ΣΕ, σελ. 488) κλπ. Αλλες ΕΑΜικές πηγές όπως ο Σαράφης μιλούν για 28 νεκρούς και 150 τραυματίες (Στ. Σαράφη: «Ο ΕΛΑΣ», εκδόσεις Επικαιρότητα, σελ. 542. Αντίθετα η αντιεαμική πλευρά προσπάθησε να μειώσει τον απολογισμό του αίματος. Η κυβέρνηση Παπανδρέου για παράδειγμα, μίλησε για 10 νεκρούς και 26 τραυματίες (Γ. Ιατρίδη: «Εξέγερση στην Αθήνα», εκδόσεις Νέα Σύνορα, σελ. 184)
6. Γ. Παπανδρέου, στο ίδιο, σελ. 230-231
7. Office Strategic Services: Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών – πρόδρομος της CIA
8. Κ. Κουβαρά: «O.S.S. Με την Κεντρική του ΕΑΜ», εκδόσεις Εξάντας, σελ. 162-163
9. Λ. Σταυριανού: «Η Ελλάδα σε επαναστατική περίοδο», εκδόσεις Κάλβος 1974, σελ. 151
10. C. M. Woodhouse: «Το μήλο της έριδος», εκδόσεις Εξάντας, σελ. 325
11. «Ακρόπολις» 12/12/ 1958
12. «Στη Δίνη του Εμφυλίου Πολέμου – Σπάνια ντοκουμέντα του ΕΑΜ 1944-1947», εκδόσεις ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ, σελ. 78
13. Γ. Ανδρικόπουλου, «1944 Κρίσιμη Χρονιά», εκδόσεις Διογένης, τόμος Β’, σελ. 201
14. Γ. Ανδρικόπουλου: στο ίδιο, τόμος Β’, σελ. 257
15. Ουίνστον Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος πόλεμος», Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τόμος ΣΤ’ σελ. 352.

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Ριζοσπάστης – Κυριακή 2 Δεκέμβρη 2001 

Έτσι, λοιπόν με τη Ματωμένη Κυριακή στις 3 Δεκέμβρη 1944, ξεκίνησαν τα Δεκεμβριανά, τα οποία σταμάτησαν με υπογραφή ανακωχής στις 11 Ιανουαρίου 1945.

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ

Η αντίσταση του λαού της Αθήνας και του Πειραιά

Τριάντα τρεις ολόκληρες μέρες κράτησε η σκληρή μάχη του Δεκέμβρη, όπως ονομάστηκε εκείνη η περίοδος. Από τη ματωμένη Κυριακή, 3ης του Δεκέμβρη 1944, έως τις 5 Γενάρη 1945. Ηταν ολοφάνερα ένας ελληνο – αγγλικός πόλεμος. Μεταξύ του ΕΛΑΣ και του λαού της Αθήνας και του Πειραιά, που πάλευε στο πλευρό του πρώτου και των μέχρι εκείνη τη στιγμή τυπικών συμμάχων τους στον αντιφασιστικό αγώνα, των Εγγλέζων, που είχαν στο πλευρό τους, τους ακροδεξιούς και τους πρώην συνεργάτες των Γερμανών φασιστών.

Στις τριάντα τρεις αυτές μέρες κορυφώθηκαν στο χώρο της Αθήνας και του Πειραιά οι πόθοι ενός ολόκληρου λαού, τα όνειρα που έκανε στη διάρκεια της τετράχρονης ηρωικής Εθνικής Αντίστασης, για τη λεύτερη και λαοκρατούμενη Ελλάδα. Τριάντα τρεις ολόκληρες μέρες, που είναι σφραγισμένες από το μεγαλείο της μαζικής λαϊκής αυτοθυσίας και πρωτοβουλίας, της μαχητικότητας και του δυναμισμού. Και ήταν αυτή ακριβώς, η μαζική λαϊκή συμμετοχή – μαζί με τον ηρωικό αγώνα των μαχητών του ΕΛΑΣ – που απέτρεψε τη στρατιωτική ολοκληρωτική νίκη των σαφώς πολλαπλάσιων αγγλικών δυνάμεων και υποχρέωσε τον Τσόρτσιλ στην αναζήτηση και πάλι πολιτικών λύσεων.

Σε δύο φάσεις μπορούν να χωριστούν τα γεγονότα του Δεκέμβρη. Η πρώτη κρατά μέχρι τις 18 του Δεκέμβρη. Στη διάρκειά της, ο ΕΛΑΣ και ο λαός της Αθήνας και του Πειραιά, αφού θάβει τους δεκάδες νεκρούς του των πρώτων ημερών και αποκρούει την επίθεση, που εξαπόλυσαν οι Εγγλέζοι στις 6 του Δεκέμβρη, περνά σε αντεπίθεση και περιορίζει τις αγγλικές δυνάμεις στο κέντρο ουσιαστικά της Αθήνας, στο κράτος της «Σκομπίας», όπως έλεγαν τότε χαρακτηριστικά. Η δεύτερη αρχίζει στις 18 Δεκέμβρη και κρατά μέχρι το ξημέρωμα της 5ης του Γενάρη, όταν με διαταγή του Α’ ΣΣ ο ΕΛΑΣ αποσύρεται από την πρωτεύουσα.

Τα γεγονότα

Να, πώς περιγράφει τα γεγονότα εκείνα το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (Α’ τόμος, σ. 490):

«Στη μάχη του Δεκέμβρη, ΕΛΑΣ και λαός της Αθήνας και του Πειραιά βρίσκονταν επί ποδός πολέμου. Οι μαχητές του ΕΛΑΣ κρατούσαν γερά τις θέσεις τους. Διεκδικούσαν τετράγωνο με τετράγωνο την περιοχή της πρωτεύουσας. Ενεργούσαν σοβαρές επιθετικές κρούσεις. Αχρήστευαν δεκάδες άρματα μάχης. Κατέρριπταν αεροπλάνα. Επιαναν αιχμαλώτους. Ο λαός έστηνε οδοφράγματα. Ανοιγε αντιαρματικές τάφρους. Μετέφερε τραυματίες και τρόφιμα. Νέοι και γέροι, άντρες, γυναίκες έπαιρναν θέση στο μετερίζι της μεγάλης μάχης.

Κατά τα μέσα του Δεκέμβρη ο ΕΛΑΣ με ορμητικές επιθετικές ενέργειες υποχρέωσε τους Βρετανούς επιδρομείς να περιχαρακωθούν στο κέντρο της πρωτεύουσας. Το κράτος του Σκόμπι και του Παπανδρέου περιορίστηκε στο χώρο ανάμεσα στην Ομόνοια, την πλατεία Συντάγματος και το Κολωνάκι, με ελάχιστα σημεία στήριξης έξω από το χώρο αυτό.

Η σοβαρή κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί στην Αθήνα, οι σημαντικές εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τον ελληνικό λαό και η καταδίκη της επέμβασης της Μ. Βρετανίας από τη δημοκρατική κοινή γνώμη των χωρών του εξωτερικού και της ίδιας της Αγγλίας, προκαλούσαν πολλές ανησυχίες στην αγγλική κυβέρνηση.

Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ στα απομνημονεύματά του γράφει ότι «στην Αγγλία υπήρχε πολύ σύγχυση. Οι «Τάιμς» και ο «Μαγχεστριανικός Φύλαξ» καταδίκασαν την αντιδραστική, όπως την αποκαλούσαν, πολιτική μας… Στη Βουλή των Κοινοτήτων ο σάλος υπήρξε μεγάλος…». Και προσθέτει: «Η μεγάλη πλειοψηφία του αμερικανικού Τύπου καταδίκασε αναφανδόν τη δράση μας, που τη χαρακτήρισε σαν νόθευση των αρχών υπέρ των οποίων πολεμούσαμε» (Απομνημονεύματα Ουίνστον Τσόρτσιλ, τ. 6, βιβλ. Α’, σ. 258 και 265). Η αγγλική κυβέρνηση, ανήσυχη από τις εξελίξεις, αποφάσισε να κλείσει με γενική πολεμική ενέργεια το ελληνικό ζήτημα.

Αλλά, πριν αρχίσει τη γενική επίθεση, ο Τσόρτσιλ θεώρησε καλό να αναλάβει πρωτοβουλία, για διευθέτηση του ζητήματος, με πολιτικά μέσα, αφού και ο στρατηγός Αλεξάντερ τού είχε ήδη τηλεγραφικώς τονίσει πως στρατιωτική νίκη, στην περίπτωση που θα εξακολουθούσε τον αγώνα ο ΕΛΑΣ μετά την απώθησή του από την Αθήνα και την περιοχή της Αττικής, δεν μπορούσε να επιτευχθεί. Ο τότε σύμβουλος του βασιλιά Γεωργίου, Π. Πιπινέλης, γράφει ότι το τηλεγράφημα του Αλεξάντερ προκάλεσε «βαθυτάτην εντύπωσιν» στον Τσόρτσιλ, ότι άρχισε να καταλαβαίνει πως ακόμη και με μια συντριπτική νίκη στην Αθήνα «δεν ήταν δυνατόν να λυθεί το ελληνικό πρόβλημα. Γι’ αυτό, μαζί με τη συγκέντρωση στρατιωτικών ενισχύσεων, άρχισε να προσανατολίζεται στην ανάγκη κάποιας πολιτικής λύσεως, στην περίπτωση που ο ΕΛΑΣ δεν συνθηκολογούσε».(Π. Πιπινέλης, «Τα πολιτικά και διπλωματικά παρασκήνια», εφημ. Ακρόπολις (24.8.1958).

Ριζοσπάστης 5/11/96

Υπήρχε μια αμφιλεγόμενη φημολογία για μοιρασιά του κόσμου μεταξύ Στάλιν – Τσώρτσιλ, εκείνο το περίφημο μεγάλο Δεκέμβρη του ‘44

Το περίφημο χαρτάκι του Τσόρτσιλ-Μοιράστηκε ο κόσμος τον Οκτώβρη του ’44; 

Το ποιο πολυσυζητημένο, ίσως, γεγονός στην ιστορία της ΕΑΜικής αντίστασης, αλλά και της αντίστασης γενικά των λαών κατά του φασισμού, είναι η πολυθρύλητη συνάντηση του Στάλιν με τον Τσόρτσιλ στη Μόσχα, στις 9 Οκτώβρη του 1944. Εκεί, όπως ο ίδιος ο Τσόρτσιλ έγραψε στα απομνημονεύματά του, «συμφωνήθηκε» ο χωρισμός των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής με το περίφημο χαρτάκι. Ο Τσόρτσιλ έμεινε στη Μόσχα από τις 9 έως και τις 18 Οκτωβρίου, αλλά η «συμφωνία» κατά τα λεγόμενά του πραγματοποιήθηκε την πρώτη μέρα, δηλαδή στις 9/10/1944 το βράδυ.

Τι λέει ο Τσόρτσιλ

Γι’ αυτή την πολυθρύλητη «συμφωνία» με τον Στάλιν, ο Τσόρτσιλ γράφει (Ουιν. Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος- Απομνημονεύματα», εκδόσεις: Ελληνική Μορφωτική Εστία, μετάφραση Α. Σαμαράκη, τόμος ΣΤ, σελ. 290- 291): «Έκρινα κατάλληλη τη στιγμή για να δράσω. Εδήλωσα: «Ας ρυθμίσωμε τις υποθέσεις μας στα Βαλκάνια. Τα στρατεύματά σας ευρίσκονται στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία. Έχομε συμφέροντα, αποστολές, πράκτορες σ’ αυτές τις χώρες. Ας αποφύγωμε την σύγκρουση για ζητήματα ασήμαντα. Σχετικώς προς την Μεγάλη Βρετανία και την Ρωσία τι θα ελέγατε για μια υπεροχή κατά 90% υπερ υμών στην Ρουμανία, υπεροχή κατά 90% υπέρ ημών στην Ελλάδα και ίση συμμετοχή κατά 50% στην Γιουγκοσλαβία;». Ενώ μετεφράζοντο οι λόγοι μου, έγραψα σε μισό φύλλο χαρτιού:

Ρουμανία

Η Ρωσία………………90%

Οι άλλοι…………….10%

Ελλάς

Η Μεγάλη Βρετανία (εν συμφωνία με τις ΗΠΑ)……………90%

Η Ρωσία………………………………………………………………………………………………….10%

Γιουγκοσλαβία…………………………………..50% και 50%

Ουγγαρία………………………………………………..50% και 50%

Βουλγαρία

Η Ρωσία…………………75%

Οι άλλοι………………25%

Έσπρωξα το χαρτί μπροστά στον Στάλιν στον οποίον είχαν δώσει εν τω μεταξύ την μετάφραση. Έγινε μια μικρή παύσις. Έπειτα ο Στάλιν πήρε το μπλέ μολύβι του, εχάραξε μια χοντρή γραμμή σαν είδος επιδοκιμασίας και μου επέστρεψε το σημείωμα. Τα πάντα ερρυθμίσθησαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα όσο εχρειάσθη για να γράψω το σημείωμα αυτό.

Είχαμε, εννοείται, μελετήσει το ζήτημα προσεκτικά και από μακρού, και άλλωστε δεν μας απησχόλησαν παρά οι συμφωνίες που αφορούσαν την πολεμική περίοδο. Όλα τα ευρύτερα προβλήματα έμεναν για την συνδιάσκεψη της ειρήνης, που ελπίζαμε ότι θα συνεκαλείτο μετά τη νίκη.

Επηκολούθησε μακρά σιωπή. Το χαρτί με την μπλέ γραμμή παρέμενε στο τραπέζι. Τελικά είπα: «Δεν θα έκριναν κάπως κυνικό εκ μέρους μας να ρυθμίζωμε αυτά τα προβλήματα, από τα οποία εξαρτάται η τύχη εκατομμυρίων υπάρξεων, κατά τρόπον τόσο υπεροπτικό; Ας κάψωμε αυτό το χαρτί». «Όχι, φυλάξτε το», είπε ο Στάλιν».

Για την ιστορία του θέματος πρέπει να σημειώσουμε ότι το περιβόητο αυτό χαρτάκι, για το οποίο κάνει λόγο ο Τσόρτσιλ, παρόλο που χρόνια ολόκληρα αποτελούσε το αποδεικτικό στοιχείο της αντικομουνιστικής προπαγάνδας, ποτέ- στο διάστημα που υπήρχε η ΕΣΣΔ ως κράτος με συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό σύστημα- δεν είδε το φως της δημοσιότητας. Και ξαφνικά στις αρχές του 1992 το BBC ανακοίνωσε ότι το βρήκε και το παρουσίασε μαζί με ένα άλλο αντίστοιχό του, σε ρωσική μετάφραση. Στην Ελλάδα αυτό το χαρτάκι το αναδημοσίευσε η εφημερίδα «Καθημερινή», στις 22 Γενάρη του 1992 και η «Αυγή» στις 26 του ιδίου μήνα. Το γεγονός είναι όντως περίεργο όπως περίεργο είναι που εμφανίζεται μαζί και ρωσική μετάφραση. Ο Τσόρτσιλ ενώ είναι λεπτομερέστατος στις περιγραφές κάνει λόγο για ένα χαρτάκι- αυτό που ο ίδιος έγραψε- και πουθενά δεν αναφέρει για δεύτερο- μετάφραση του πρωτότυπου δικού του.

Τι λένε οι Σοβιετικοί

Η σοβιετική πλευρά δεν αρνείται ότι ο Τσόρτσιλ έκανε την παραπάνω πρόταση. Αρνείται όμως κατηγορηματικά πως υπήρξε συμφωνία του Στάλιν σ’ αυτή την πρόταση με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Στην «Ιστορία του Μεγάλου Πατριωτικού πολέμου της Σοβιετικής Ένωσης» (Έκδοση της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, τόμος 5ος, σελ. 134, στα ρωσικά) αναφέρεται: «Βασικό για τον Τσόρτσιλ ζήτημα, που εξετάστηκε στη Μόσχα, ήταν το ζήτημα της πολιτικής απέναντι στις βαλκανικές χώρες. Κατά την πρώτη ακόμα συνάντηση με τον Στάλιν, ο Τσόρτσιλ τον πληροφόρησε ότι συνέταξε ένα αρκετά βρώμικο και ωμό έγγραφο, που έδινε μια εικόνα για το μοίρασμα της επιρροής ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τη Μεγάλη Βρετανία στη Ρουμανία, στην Ελλάδα, στη Γιουγκοσλαβία, στη Βουλγαρία. Ο πίνακας γράφτηκε για να δείξει τι σκέπτονταν πάνω σ’ αυτό το ζήτημα οι Άγγλοι». Και παρακάτω το κείμενο συνεχίζει: «Στα σοβιετικά πρακτικά της συνομιλίας των ηγετών των δύο κυβερνήσεων, της Σοβιετικής Ένωσης και της Μεγάλης Βρετανίας, που έγινε στις 9 του Οκτώβρη 1944, περιέχεται πρόταση του Άγγλου Πρωθυπουργού για χωρισμό της Γιουγκοσλαβίας και άλλων χωρών σε σφαίρες επιρροής. Αλλά, εννοείται, ότι δεν ήταν δυνατόν ο Τσόρτσιλ να πετύχει από τον αρχηγό της κυβέρνησης της ΕΣΣΔ υποστήριξη στο σχέδιό του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σ’ ένα τόσο σπουδαίο στοιχείο, όπως είναι το πρακτικό της συνομιλίας, δεν υπάρχει ούτε νύξη για συμφωνία της ΕΣΣΔ και της Μεγ. Βρετανίας σ’ αυτό το ζήτημα» (Θ. Χατζή: Η Νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε, τόμος Δ’ σελ. 26- 27).

Επιβεβαίωση του γεγονότος ότι ο Τσόρτσιλ πρότεινε στον Στάλιν να γίνει μοίρασμα των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής δίνει και ο μεταφραστής του σοβιετικού ηγέτη Β. Μπερεζκόφ που συμμετείχε σ’ αυτή τη συνάντηση. Στο βιβλίο του «Ήμουν Διερμηνέας του Στάλιν» αναφέρει: «Τι έγινε λοιπόν στην ουσία; Ο Τσόρτσιλ έγραψε σ’ ένα κομμάτι χαρτί τα ποσοστά του. Ο Στάλιν τους έριξε μια ματιά και χωρίς να πει λέξη επέστρεψε το χαρτί στο Βρετανό Πρωθυπουργό. Ο Τσόρτσιλ προτείνει να καεί το χαρτί, με τη σκέψη, όπως φαίνεται, ότι έτσι θα δημιουργούνταν μια κατάσταση συνενοχής στην εξαφάνιση αυτού του «αποκαλυπτικού ντοκουμέντου». Ο Στάλιν, όμως, δεν έδωσε στο βρετανό πρωθυπουργό καμιά αφορμή για παρόμοια συμπεράσματα. Σημείωσε αδιάφορα ότι ο Τσόρτσιλ μπορεί να το κρατήσει, δείχνοντας έτσι καθαρά ότι δεν αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην υπόθεση. Αυτό ήταν όλο» (Β. Μπερεζκόφ :«Ήμουν Διερμηνέας του Στάλιν», εκδόσεις Καστανιώτη, τόμος Β’ σελ. 195) .

Αυτά, ο Μπερεζκόφ τα γράφει στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε στη Σοβιετική Ένωση το 1984, ενώ το 1990 προσπαθώντας να προσαρμοστεί στο πνεύμα της εποχής της περεστρόικα, στον πρόλογό του, για την ελληνική έκδοση του βιβλίου, αναφέρει: «Σχετικά με τα ποσοστά επιρροής σε ορισμένες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, ο Τσόρτσιλ έκανε πρόταση στον Στάλιν, στις 9 Οκτωβρίου 1944, δηλαδή πριν από τη συνάντηση της Γιάλτας. Την περιγραφή αυτού του επεισοδίου ο αναγνώστης θα τη βρει στο βιβλίο. Εδώ μπορώ μόνο να προσθέσω ότι, κάτω από το φως των γεγονότων που ήδη έγιναν γνωστά, δεν μπορώ κατηγορηματικά να πω ότι δε επιτεύχθηκε ποτέ κάποια «αλληλοκατανόηση» μεταξύ Στάλιν και Τσόρτσιλ» (στο ίδιο, τόμος Α’ σελ. 11).

Όπως εύκολα διαπιστώνεται, ο Μπερεζκόφ, παρόλο που προσπαθεί να ευθυγραμμιστεί με το κλίμα που επικρατούσε στη χώρα του και διεθνώς απέναντι στον Στάλιν το 1990, εντούτοις δεν επιβεβαιώνει ότι στη συνάντηση της 9ης Οκτωβρίου έγινε συμφωνία. Μιλάει για «κάποια αλληλοκατανόηση» Στάλιν- Τσόρτσιλ χωρίς φυσικά να είναι σε θέση να προσδιορίσει το αν τελικά έγινε κατορθωτή.

Συμπερασματικά οφείλουμε να σημειώσουμε πως η κατηγορηματική Σοβιετική άρνηση της δήθεν συμφωνίας της Μόσχας για μοίρασμα των Βαλκανίων θα προκαλούσε οπωσδήποτε την αντίδραση, τουλάχιστον των βρετανών, αν υπήρχαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν πως τέτοια συμφωνία υπήρξε. Το γεγονός όμως ότι στη σοβιετική άρνηση το μόνο στοιχείο που αντιπαρατίθεται είναι όσα ο ίδιος ο Τσόρτσιλ ισχυρίζεται, αποδεικνύει πως ο ισχυρισμός για συμφωνία δεν είναι τίποτε άλλο από έναν ακόμη προπαγανδιστικό- αντικομουνιστικό μύθο.

Τι λέει η αμερικάνικη πλευρά

Το παραπάνω απόσπασμα, από τα απομνημονεύματα του Τσόρτσιλ για τα ποσοστά και την δήθεν συμφωνία μοιράσματος των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής αφήνει σαφώς την εντύπωση ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός διαπραγματευόταν και για λογαριασμό των Ηνωμένων Πολιτειών. Στον κατάλογο των ποσοστών υπάρχουν οι ενδείξεις «Ρωσία» τόσο τοις εκατό, «οι άλλοι» τόσο, ενώ για την περίπτωση μόνο της Ελλάδας υπάρχει η ένδειξη «Βρετανία» και σε παρένθεση «εν συμφωνία με τις ΗΠΑ».

Στην πραγματικότητα όμως- όπως αποδεικνύουν τα ντοκουμέντα της εποχής εκείνης- οι Ηνωμένες Πολιτείες κάθε άλλο παρά είχαν εξουσιοδοτήσει τον Τσόρτσιλ να ενεργεί για λογαριασμό τους και μάλιστα ενημέρωσαν γι’ αυτό την ΕΣΣΔ.

Σε μήνυμα του προς τον Στάλιν, στις 5 Οκτωβρίου του 1944, ο Ρούσβελτ έγραφε («Αλληλογραφία Στάλιν- Τσόρτσιλ- Ρούσβελτ- Άτλυ- Τρούμαν», εκδόσεις Μέλισσα, 1957-1958, σελ. 153): «Είμαι βέβαιος ότι αντιλαμβάνεσθε ότι εις τον παρόντα παγκόσμιον πόλεμον κυριολεκτικώς δεν υπάρχει ούτε ένα ζήτημα, είτε στρατιωτικόν είτε πολιτικόν, που να μην ενδιαφέρη τας Ηνωμένας Πολιτείας. Είμαι σταθερώς βέβαιος ότι εμείς οι τρεις, και μόνον οι τρεις, ημπορούμε να εύρωμεν λύσιν επι των εκκρεμών ακόμη ζητημάτων. Υπό την έννοιαν αυτήν κατανοώ την επιδίωξιν του κ. Τσόρτσιλ να συναντηθή μαζί Σας και προτιμώ να θεωρώ τας επικειμένας συνομιλίας Σας με τον Πρωθυπουργόν ως προκαταρτικάς δια την συνάντησιν των τριών μας, η οποία, όσον αφορά εμέ, είναι δυνατόν να συγκληθή εις οποιονδήποτε χρόνον μετά τας εκλογάς εις τας Ηνωμένας Πολιτείας». Το μήνυμα είναι σαφές: Ο Τσόρτσιλ δεν είχε καμιά εξουσιοδότηση να διαπραγματεύεται και να κλείνει συμφωνίες εκπροσωπώντας και τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα όλες οι συνομιλίες θα είχαν προκαταρκτικό χαρακτήρα. Καμιά συμφωνία δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί και να τεθεί σε εφαρμογή χωρίς την έγκριση των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς να έρθει στο τραπέζι και να εξεταστεί σε μελλοντική συνάντηση των ηγετών των τριών μεγάλων δυνάμεων της αντιχιτλερικής συμμαχίας.

Ο Στάλιν απάντησε στον Ρούσβελτ στις 8 Οκτωβρίου. Στο μήνυμά του αυτό λέει  (στο ίδιο, σελ. 154): «Το μήνυμά Σας της 5 Οκτωβρίου με ανησύχησε ολίγον. Εγώ υπέθετα ότι ο κ Τσόρτσιλ έρχεται εις την Μόσχαν ύστερα από συνεννόηση μαζί Σας εις το Κεμπέκ. Απεδείχθη όμως ότι η υπόθεσις μου αυτή μάλλον δεν ανταποκρίνεται εις την πραγματικότητα.

Μου είναι άγνωστο δια ποία ζητήματα έρχονται εις την Μόσχαν ο κ. Τσόρτσιλ και ο κ. Ηντεν. Περί τούτου δεν με επληροφόρησαν έως σήμερα ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Ο κ. Τσόρτσιλ εξέφρασε την επιθυμίαν εις μήνυμά του προς εμέ να έλθη εις την Μόσχα, εάν δεν υπήρχε αντίρρησις εκ μέρους μου. Εννοείται ότι απήντησα καταφατικώς. Έτσι έχουν τα πράγματα σχετικώς με το ταξίδι του κ. Τσόρτσιλ εις την Μόσχαν. Θα Σας κρατώ περαιτέρω ενήμερον καθ’ ο μέτρον θα διευκρινισθή η υπόθεσις μετά την συνάντησίν μου με τον κ. Τσόρτσιλ».

Απ’ όσα αναφέραμε προκύπτουν αβίαστα τα εξής συμπεράσματα: α) Ο Τσόρτσιλ ψεύδεται ασύστολα όταν ισχυρίζεται ότι διαπραγματεύθηκε και έκλεισε συμφωνία με τον Στάλιν και για λογαριασμό των ΗΠΑ. β) Η ΕΣΣΔ σε καμία περίπτωση, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ήθελε, δεν θα προχωρούσε σε συμφωνία γνωρίζοντας ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους. Ήδη έχουμε αναφέρει ότι χρησιμοποίησε στο παρελθόν με μεγάλη επιμονή το χαρτί των Ηνωμένων πολιτειών μέχρι να δώσει την συγκατάθεσή της να αποτελέσει η Ελλάδα θέατρο στρατιωτικών επιχειρήσεων αποκλειστικά της Μ. Βρετανίας. γ) Ο ισχυρισμός του Τσόρτσιλ σχετικά με την υποτιθέμενη συμφωνία ότι «τα πάντα ερρυθμίσθησαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα όσο εχρειάσθη για να γράψω το σημείωμα αυτό», γιατί «Είχαμε (σ.σ. με τον Στάλιν), εννοείται, μελετήσει το ζήτημα προσεκτικά και από μακρού», αποδεικνύεται ασύστολο ψεύδος. Όπως ο ίδιος ο Στάλιν λέει, στο μήνυμά του στον Ρούσβελτ, ιδέα δεν είχε για το λόγο της επίσκεψης του Τσόρτσιλ στην Μόσχα. δ) Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι στη Μόσχα, όντως, επιτεύχθηκε συμφωνία αυτή είχε προκαταρτικό χαρακτήρα. Το γεγονός δε, ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι αυτή η συμφωνία συζητήθηκε και επισημοποιήθηκε στις συναντήσεις που είχαν αργότερα οι Στάλιν, Τσόρτσιλ και Ρούσβελτ στη Γιάλτα και στο Πότσδαμ, είναι ικανό αποδεικτικό στοιχείο για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια συμφωνία- αν υπήρξε- ουδέποτε δέσμευσε κανέναν, ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ.

Αυτοί είναι και οι λόγοι για τους οποίους οι Αμερικάνοι ποτέ δεν πήραν στα σοβαρά τους ισχυρισμούς του Τσόρτσιλ. Ο Α. Χάριμαν- Αμερικάνος πρεσβευτής στη Μόσχα στα χρόνια του πολέμου- σε μια συνέντευξή του στην επιθεώρηση «Encounter» στο τεύχος Νοεμβρίου του 1981, λέει συγκεκριμένα (Θ. Χατζή, στο ίδιο, τόμος Δ’ σελ. 28): «Ποτέ δεν πήρα στα σοβαρά αυτή την υπόθεση και δεν νομίζω ότι ήταν σημαντική γιατί δεν επηρέασε το μέλλον. Ο Στάλιν, όπως ξέρουμε, το αγνόησε, αν και ο Τσόρτσιλ ισχυριζόταν πάντα ότι ο Στάλιν σεβάστηκε την ελληνική πλευρά της συνδιαλλαγής με την έννοια ότι η βοήθεια στους Έλληνες κομμουνιστές δόθηκε από τη Γιουγκοσλαβία, όχι από τη Ρωσία. Αυτή η λεγόμενη συμφωνία ήταν ένα από εκείνα τα θεαματικά μη-γεγονότα που αρέσει στους ιστορικούς να μαζεύουν και να διογκώνουν».

Όσο κι αν θα φανεί περίεργο τους ισχυρισμούς του- ότι στις 9 Οκτωβρίου 1994 συμφώνησε με τον Στάλιν να μοιράσουν τα Βαλκάνια- τους διαψεύδει ο ίδιος ο Τσόρτσιλ. Στο προσωπικό του αρχείο, ως πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας, υπάρχει ένα υπόμνημα προς τον Στάλιν με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 1944 που είναι πραγματικός καταπέλτης ενάντια στα όσα ισχυρίζεται στα απομνημονεύματά του. Το υπόμνημα αυτό, αν και γράφηκε, δεν στάλθηκε ποτέ στον Στάλιν, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία για το ζήτημα που εξετάζουμε. Σημασία έχει τί σκεφτόταν και τί θεωρούσε δεδομένο ο Βρετανός πρωθυπουργός όταν το έγραφε. Όπως, μάλιστα, προκύπτει από αυτό το ντοκουμέντο δεν θεωρούσε ότι είχε φτάσει σε κανενός είδους συμφωνία με τον Σοβιετικό ηγέτη για το μοίρασμα των Βαλκανίων.

Ο Τσόρτσιλ αυτοδιαψεύδεται

Ας αφήσουμε, όμως, τον ίδιο τον Τσόρτσιλ να μιλήσει (Γ. Ανδρικόπουλου: «1944 Κρίσιμη Χρονιά- 300 Ανέκδοτα έγγραφα από το προσωπικό αρχείο του Ουίνστον Τσόρτσιλ για την Ελλάδα.», τόμος Β’, σελ. 160- 162):

«Από: Τσόρτσιλ

Προς: Στάλιν

Υπόμνημα Μόσχα, 11 Οκτωβρίου 1944

Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχουν η Βρετανία και η Ρωσία στα Βαλκάνια κοινή πολιτική που θα είναι επίσης αποδεκτή από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γεγονός ότι η Βρετανία και η Ρωσία συνδέονται με εικοσαετή συμμαχία, καθιστά ιδιαίτερα επιτακτικό το να είμαστε γενικά σύμφωνοι και να συνεργαζόμαστε εύκολα, με εμπιστοσύνη και για πολύ καιρό. Αντιλαμβάνομαι πως ό,τι κι αν κάνουμε εδώ, αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο από διακανονισμούς προκαταρτικής φύσεως έναντι των τελικών αποφάσεων που θα χρειαστεί να πάρουμε όταν συγκεντρωθούμε και οι τρεις μας στο τραπέζι της νίκης. Παρ’ όλα αυτά, ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να καταλήξουμε σε μια συνεννόηση και σε μερικές περιπτώσεις σε συμφωνίες που θα μας βοηθήσουν να αντεπεξέλθουμε σε άμεσες καταστάσεις ανάγκης και που θα θέσουν τα θεμέλια για μια μακρόχρονη παγκόσμια ειρήνη.

Εκείνα τα ποσοστά που έγραψα, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια μέθοδος με την οποία μπορούμε νοερά να δούμε κατά πόσο είμαστε κοντά ο ένας στον άλλον και ακολούθως να αποφασίσουμε για τα αναγκαία μέτρα που θα μας οδηγήσουν σε πλήρη συμφωνία. Όπως είπα αν αυτά υποβάλλονταν υπό τον έλεγχο υπουργείων εξωτερικών και διπλωματών σε όλο τον κόσμο, θα θεωρούνταν ωμά και ακόμη πωρωμένα. Δεν θα μπορούσαν, λοιπόν, ν’ αποτελέσουν βάση για οποιοδήποτε δημόσιο έγγραφο. Τουλάχιστον όχι προς το παρόν. Μπορούν όμως να είναι ένας καλός οδηγός για να κατευθύνουμε τις υποθέσεις μας. Αν κανονίσουμε καλά αυτές τις δουλειές, θα μπορέσουμε, πιθανώς, να παρεμποδίσουμε εμφυλίους πολέμους και πολύ αιματοχυσία και διαμάχη στις εν λόγω χώρες. Γενικά οι αρχές μας ορίζουν να επιτραπεί σε κάθε χώρα να έχει το είδος της κυβέρνησης που επιθυμεί ο λαός της. Βεβαίως και δεν θέλουμε να επιβάλουμε σε οποιαδήποτε βαλκανική χώρα μοναρχικό ή δημοκρατικό πολίτευμα….»..

Από αυτό το υπόμνημα προκύπτουν τα εξής: α) Ο Τσόρτσιλ μιλά δυνητικά και σε χρόνο μέλλοντα για το ενδεχόμενο συμφωνίας. «Θα μπορούσαμε να καταλήξουμε… ακολούθως να αποφασίσουμε… Τα ποσοστά μπορούν να είναι ένας καλός οδηγός… αν κανονίσουμε καλά αυτές τις δουλειές…» κ.ο.κ. Αν όμως η συμφωνία είχε επιτευχθεί- όπως ο ίδιος λέει στα απομνημονεύματά του στις 9 Οκτωβρίου του 1944, δεν θα είχε κανένα λόγο δύο μέρες μετά να εκφράζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. β) Κάνει λόγο για κοινή πολιτική στα Βαλκάνια ανάμεσα στη Βρετανία και τη Ρωσία που θα έπρεπε να είναι αποδεκτή από τις ΗΠΑ. Όπως, όμως, έχουμε προαναφέρει από πουθενά δεν προκύπτει ότι οι ΗΠΑ ενημερώθηκαν και έδωσαν συγκατάθεση- τότε ή αργότερα- στον χωρισμό των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής. γ) «Αντιλαμβάνομαι- λέει ο Τσόρτσιλ- πως ό,τι κι αν κάνουμε εδώ, αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο από διακανονισμούς προκαταρτικής φύσεως έναντι των τελικών αποφάσεων που θα χρειαστεί να πάρουμε όταν συγκεντρωθούμε και οι τρεις μας στο τραπέζι της νίκης». Συνεπώς αναγνωρίζει ότι τίποτα απ’ όσα θα αποφασίζονταν στην Μόσχα δεν θα μπορούσε να έχει την ισχύ τελειωτικής συμφωνίας. Βέβαια προσθέτει ότι θα ήταν δυνατή η κατάληξη σε κάποιες συμφωνίες αλλά ο χρόνος που χρησιμοποιεί για να μιλήσει για αυτές είναι μέλλοντας: «Ελπίζω ότι θα μπορέσουμε- σημειώνει- να καταλήξουμε σε μια συνεννόηση και σε μερικές περιπτώσεις σε συμφωνίες…». Άρα δεν είχαν καταλήξει ακόμη, και επομένως αποδεικνύεται πως είναι παραμύθια ο ισχυρισμός ότι υπήρξε συμφωνία στις 9 του Οκτώβρη. δ) Για τα ποσοστά καταρχήν προσπαθεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του και στη συνέχεια με όσα προσθέτει επιβεβαιώνει την ανυπαρξία συμφωνίας. «Δεν είναι- λέει- τίποτα περισσότερο από μια μέθοδος με την οποία μπορούμε νοερά να δούμε κατά πόσο είμαστε κοντά ο ένας στον άλλον και ακολούθως να αποφασίσουμε για τα αναγκαία μέτρα που θα μας οδηγήσουν σε πλήρη συμφωνία». Αν είχε επιτευχθεί συμφωνία ο Τσόρτσιλ δεν θα είχε κανένα λόγο να εξηγεί τη σημασία που είχαν τα ποσοστά. Όταν ένα θέμα είναι συμφωνημένο και τελειωμένο δεν υπάρχει ανάγκη να εξηγήσεις στον συνομιλητή σου τις προθέσεις που είχες όταν το έθετες. Έχει κι αυτός καταλάβει ό,τι κατάλαβες κι εσύ, και γι’ αυτό το λόγο συμφώνησε μαζί σου. Σε τέτοια ζητήματα κανείς δεν συμφωνεί χωρίς να έχει καταλάβει περί τίνος πρόκειται.

Άρα ο Τσόρτσιλ δίνει αυτές τις επεξηγήσεις γύρω από τα ποσοστά γιατί δεν υπάρχει καμιά συμφωνία και προφανώς γιατί ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι ο Στάλιν με την στάση του απέρριψε την πρόταση με τα ποσοστά ή τουλάχιστον την αγνόησε μη δίνοντας σημασία. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί γιατί ο Βρετανός Πρωθυπουργός απολογείται. Άλλωστε την μη ύπαρξη συμφωνίας την παραδέχεται με την φράση «… και ακολούθως να αποφασίσουμε για τα αναγκαία μέτρα που θα μας οδηγήσουν σε πλήρη συμφωνία». Δηλαδή δεν είχαν συμφωνήσει στις 11 Οκτωβρίου ούτε για την σημασία που είχαν τα ποσοστά ούτε και για τα αναγκαία μέτρα που θα οδηγούσαν σε πλήρη συμφωνία.

Τέλος οι εξηγήσεις που δίνει στη συνέχεια ο Τσόρτσιλ, ότι δεν θέλει να επιβάλει το πολίτευμα σε καμιά βαλκανική χώρα κι ότι αυτές πρέπει να έχουν το είδος της κυβέρνησης που επιθυμεί ο λαός τους, δεν μπορούν να σημαίνουν τίποτε άλλο παρά μόνο προσπάθεια να ξεπεραστούν τυχόν επιφυλάξεις της σοβιετικής πλευράς- που ο ίδιος θεωρούσε ότι υπάρχουν ή του είχαν εκφραστεί ανοικτά- ούτως ώστε να γίνει συζήτηση και προσπάθεια προσέγγισης πάνω στην πολιτική των ποσοστών. Μ’ άλλα λόγια ο Βρετανός πρωθυπουργός επιδιώκει με πιο ήπιο τρόπο να επαναφέρει στο τραπέζι των συζητήσεων την πρόταση που είχε κάνει δυο μέρες πριν για χωρισμό των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι σημειώνει πως τα ποσοστά «μπορούν να είναι ένας καλός οδηγός» αλλά και από την φράση «Αν κανονίσουμε καλά αυτές τις δουλειές…». Άλλη εξήγηση δεν μπορεί να υπάρξει. Γεγονός που αποδεικνύει περίτρανα την μη επίτευξη συμφωνίας στις 9 Οκτωβρίου και πως ο Στάλιν είχε απορρίψει με τον τρόπο του την πρόταση για μοίρασμα της βαλκανικής σε σφαίρες επιρροής.

Συμπερασματικά οφείλουμε να πούμε ότι απ’ αυτό το υπόμνημα του Τσόρτσιλ προς τον Στάλιν αποδεικνύεται ατράνταχτα ότι στις 9 Οκτωβρίου του 1944 όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε καμιά συμφωνία αλλά και ότι η στάση της Σοβιετικής ηγεσίας ήταν απορριπτική απέναντι στις βρετανικές προτάσεις. Το πότε και αν τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία μένει να το βρουν όσοι ισχυρίζονται την ύπαρξη της αναμασώντας όσα ο Τσόρτσιλ λέει στα απομνημονεύματά του που, όμως, με δικά του γραπτά έρχεται να διαψεύσει.

Στο προσωπικό αρχείο του Τσόρτσιλ υπάρχει επίσης ένα ακόμη αποκαλυπτικό στοιχείο που αποδεικνύει ατράνταχτα ότι στη Μόσχα, τον Οκτώβρη του ’44, δεν επιτεύχθηκε καμιά συμφωνία για μοίρασμα των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής. Στις 12 Οκτωβρίου του 1944 ο βρετανός πρωθυπουργός στέλνει στον υπουργό του, επί των εξωτερικών, Α. Ήντεν υπόμνημα όπου του εξηγεί τη σημασία και τον χαρακτήρα που έχουν για την Βρετανική πολιτική τα περίφημα ποσοστά. Γράφει ο Τσόρτσιλ:

«Από: Τσόρτσιλ

Προς: Ήντεν

Υπόμνημα 12 Οκτωβρίου 1944

Το σύστημα των ποσοστών δεν έχει σκοπό να προσδιορίσει τον αριθμό αυτών που θα συμμετάσχουν στις επιτροπές για τις διάφορες βαλκανικές χώρες, αλλά να εκφράσει το πνεύμα με το οποίο η βρετανική και η σοβιετική κυβέρνηση προσεγγίζουν τα προβλήματα αυτών των χωρών, έτσι ώστε να αποκαλύψουν κατά ένα κατανοητό τρόπο τις σκέψεις τους ο ένας στον άλλον. Δεν έχει σκοπό να είναι τίποτε περισσότερο από ένας οδηγός και, βεβαίως, δεν εκθέτει με κανένα τρόπο τις Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε αποπειράται να δημιουργήσει κανένα άκαμπτο σύστημα σφαιρών επιρροής…».

Και ο Τσόρτσιλ τελειώνει το υπόμνημα ως εξής: «Πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η ευρεία αποκάλυψη των βρετανικών και σοβιετικών αντιλήψεων για τις χώρες που αναφέρονται τα παραπάνω είναι μόνο ένας προσωρινός οδηγός για το άμεσο μέλλον, δηλ. για όσο διάστημα διαρκεί ο πόλεμος, και ότι το θέμα θα επανεξεταστεί από τις μεγάλες δυνάμεις όταν συναντηθούν στην τράπεζα της ανακωχής ή της ειρήνης για να κάνουν τη γενική ρύθμιση των πραγμάτων στην Ευρώπη» (Γ. Ανδρικόπουλου, στο ίδιο, τόμος Β’, σελ. 179- 180). Τα σχόλια περιττεύουν.

Το κείμενο του Τσόρτσιλ μιλάει από μόνο του. Αν είχε επιτευχθεί συμφωνία για μοίρασμα των Βαλκανίων ο βρετανός πρωθυπουργός δεν θα έλεγε στον υπουργό του ότι τα ποσοστά δεν πάνε να δημιουργήσουν ένα άκαμπτο σύστημα σφαιρών επιρροής αλλά ούτε και θα βρισκόταν στην ανάγκη να του εξηγήσει (σ.σ. ο Ήντεν ήταν παρών στη συνάντηση της Μόσχας, στις 9/10/1944) τη σημασία των ποσοστών. Δεν μπορεί κανείς νοήμων να δεχτεί ότι ο βρετανός υπουργός εξωτερικών δεν καταλάβαινε την σημασία των συμφωνιών που η χώρα του έκλεινε με άλλες χώρες. Επίσης, εάν στις 9 Οκτωβρίου τα Βαλκάνια είχαν χωριστεί σε σφαίρες επιρροής ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και την Βρετανία- και αυτός ο χωρισμός αφορούσε την σφαίρα της πολιτικής και των μεταπολεμικών κοινωνικών συστημάτων στις βαλκανικές χώρες υπερβαίνοντας τα στρατιωτικά δεδομένα του πολέμου εκείνης της χρονικής στιγμής- ο Τσόρτσιλ δεν θα μιλούσε για προσωρινό οδηγό που θα είχε ισχύ μόνο για το διάστημα διάρκειας του πολέμου.

Η συνάντηση της Μόσχας και η Ελλάδα

Εκείνο που μένει να εξετάσουμε είναι τί πραγματικά συζητήθηκε στη Μόσχα, τον Οκτώβρη του 1944, ανάμεσα στον Στάλιν και τον Τσόρτσιλ σχετικά με την Ελλάδα που μας αφορά άμεσα. Πριν όμως περάσουμε σ’ αυτό οφείλουμε να σημειώσουμε, συγκεντρωμένα, ορισμένα στοιχεία που είναι απαραίτητο να μην τα ξεχνάμε. Ο Βρετανός Πρωθυπουργός πηγαίνοντας στη Μόσχα είχε στις βαλίτσες του: Τη συμφωνία του Λιβάνου, τη συμμετοχή των υπουργών της ΕΑΜικής αντίστασης στην κυβέρνηση Παπανδρέου, τη συμφωνία της Γκαζέρτας με την υπαγωγή όλων των ανταρτικών δυνάμεων- και συνεπώς του ΕΛΑΣ- στις διαταγές του Σκόμπυ αλλά και βρετανικά στρατεύματα σε ελληνικό έδαφος αφού η απόβασή τους είχε ξεκινήσει από τις αρχές Οκτωβρίου στις ακτές της Πελοποννήσου. Συνεπώς- όσον αφορά το ελληνικό ζήτημα- υπερείχε έναντι της Σοβιετικής Ένωσης κατά κράτος.

Έτσι, η συνάντηση της Μόσχας δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιβεβαιώσει μια ντε φάκτο διαμορφωθείσα κατάσταση. Στα πρακτικά της συνάντησης Στάλιν- Τσόρτσιλ, στις 9/10/1944 διαβάζουμε (Όπως υπάρχουν στο αρχείο του Βρετανού Πρωθυπουργού και δημοσιεύονται από τον Γ. Ανδρικόπουλο στο δίτομο έργο του «1944 Κρίσιμη Χρονιά…», τόμος Β’ σελ. 141- 152): «Ο πρωθυπουργός (σ.σ. Ο Τσόρτσιλ δηλαδή) δήλωσε ότι υπάρχουν δύο χώρες για τις οποίες οι βρετανοί αισθάνονται ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η μία είναι η Ελλάδα. Δεν ανησυχεί πολύ για τη Ρουμανία. Αυτή είναι ρωσική υπόθεση και η συνθήκη που έχει προτείνει η σοβιετική κυβέρνηση, είναι λογική και δείχνει μεγάλη πολιτική δεξιότητα προς το συμφέρον της γενικής ειρήνης στο μέλλον. Αλλά στην Ελλάδα η κατάσταση είναι διαφορετική. Η Βρετανία οφείλει να είναι η ηγετική δύναμη στη Μεσόγειο και ελπίζει ότι ο στρατάρχης Στάλιν θα τον αφήσει να έχει τον πρώτο λόγο στην Ελλάδα, ακριβώς όπως ο στρατάρχης Στάλιν στη Ρουμανία. Βεβαίως η Βρετανική κυβέρνηση θα διατηρεί επαφή με τη σοβιετική κυβέρνηση.

Ο στρατάρχης Στάλιν (σ.σ. είπε πως) κατανοεί ότι η Βρετανία υπέφερε πάρα πολύ όταν είχαν κοπεί οι επικοινωνίες της στη Μεσόγειο από τους Γερμανούς. Για τη Βρετανία ήταν σοβαρό θέμα αν οι μεσογειακοί δρόμοι δεν βρίσκονται στα χέρια της. Συμφώνησε με τον πρωθυπουργό ότι η Βρετανία πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο στην Ελλάδα».

Αυτή ήταν η συμφωνία της Μόσχας όσον αφορά την Ελλάδα. Στην ουσία δεν έγινε τίποτε περισσότερο από το να επιβεβαιωθεί και από τις δύο πλευρές μια κατάσταση που ήδη είχε διαμορφωθεί. Ακόμη πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: α) Η Μεσόγειος ανέκαθεν είχε στρατηγική σημασία για την Βρετανία. Από’ κει περνούσαν οι θαλάσσιοι δρόμοι της προς τις αποικίες της στην ανατολή. β) Η Σοβιετική Ένωση εκείνη την περίοδο δεν είχε στόλο στη Μεσόγειο και φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί στο χώρο αυτό τα Βρετανικά συμφέροντα. γ) Η αντιχιτλερική συμμαχία, όσο διαρκούσε ο πόλεμος και για τις ανάγκες νικηφόρας έκβασης του απέναντι στον κοινό εχθρό, δεν ήταν δυνατό να διατηρηθεί σε βάρος των συμφερόντων των μελών της, ιδιαίτερα δε των συμφερόντων της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ που από άποψη διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων ήταν σε πολύ πλεονεκτικότερη θέση από την Σοβιετική Ένωση.

Δηλαδή σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε π.χ. αυτή η συμμαχία να έχει αντιαποικιακό χαρακτήρα. Ήταν μια συμμαχία ετερόκλητων ταξικών συμφερόντων που βεβαίως δε αναιρούσε τις ταξικές διαφορές των δυνάμεων που την αποτελούσαν αλλά και που αυτές δεν ήταν δυνατόν να εκφράζονται με τον συνήθη τρόπο, όπως συνέβαινε εν καιρώ ειρήνης. Συνεπώς η ΕΣΣΔ δεν μπορούσε να έρχεται σε ευθεία ανοικτή σύγκρουση με τα βρετανικά αποικιακά συμφέροντα, εφόσον πρωτεύουσα σημασία έδινε στον πόλεμο κατά του φασισμού. Όφειλε επομένως να ανέχεται- αφού δεν μπορούσε να πράξει αλλιώς- αυτά τα συμφέροντα και να αναζητεί άλλους, πέραν των γνωστών και συνηθισμένων, δρόμους αναίρεσής τους. δ) Η μέγιστη δύναμη που μπορούσε εκείνη την εποχή- δεδομένου ότι από το 1943 είχε διαλυθεί και η Κομμουνιστική Διεθνής- να αναιρεί τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού, τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα, ήταν το λαϊκό- εργατικό- κομμουνιστικό και αντιαποικιακό κίνημα της κάθε χώρας ξεχωριστά και όλων των χωρών μαζί ως σύνολο. Και η ΕΣΣΔ με τη στάση και δράση της σ’ όλη την διάρκεια του πολέμου, με την προσφορά της για τη συντριβή του φασισμού βοηθούσε τα μέγιστα για την ανάπτυξη αυτών των κινημάτων παγκοσμίως. Όχι βέβαια ως η χώρα οδηγός- καθοδηγητής ή αρχηγός αυτών των κινημάτων αλλά ως μια μεγάλη δύναμη που επιδρούσε θετικά στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων υπέρ αυτών των κινημάτων.

Αν δούμε έτσι τα πράγματα, μέσα στο χρόνο και τον τόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ουσία της σοβιετικής πολιτικής αλλά και το γεγονός ότι τα λάθη και οι υποχωρήσεις του ΕΑΜικού κινήματος στέρησαν από την ΕΣΣΔ δυνατότητες να διαπραγματευτεί σε άλλη βάση το ελληνικό ζήτημα, να εκμεταλλευτεί ουσιαστικά τις καμπές του πολέμου και να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά για τα συμφέροντα του ελληνικού λαού, στιγμές και καταστάσεις κατά τις οποίες ο βρετανικός παράγοντας ήταν αδύνατος ή αναγκασμένος να κάνει σοβαρές υποχωρήσεις. Αλλά ας δούμε το θέμα και διαφορετικά: Τι άλλο- απ’ αυτό που είπε- μπορούσε να πει ο Στάλιν ή ο οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του, στον Τσόρτσιλ, τον Οκτώβρη του 44, όταν ο τελευταίος ζητώντας να έχει τον πρώτο λόγο στην Ελλάδα είχε στα χέρια του μια ελληνική κυβέρνηση μαριονέτα στην οποία συμμετείχαν Εαμίτες υπουργοί, όταν είχε ήδη βρετανικά στρατεύματα στην χώρα, όταν οι αντάρτικες δυνάμεις- και φυσικά ο ΕΛΑΣ- ήταν υπό τις διαταγές του με τη θέλησή τους κι όταν στο πλευρό του είχε και τις ΗΠΑ;

Κείμενα – Επιμέλεια: Γιώργος Πετρόπουλος – «Εργατικός Αγώνας» εδώ και εδώ

Κυριακή 7 Γενάρη 1945

Το απόγευμα ένας εκπρόσωπος του ΕΛΑΣ παρουσιάστηκε στο βρετανικό αρχηγείο, όπου ισχυρίστηκε ότι κατ΄αρχάς είχε περάσει στις βρετανικές γραμμές οδηγώντας ένα τρίκυκλο στο οποίο είχε αναρτηθεί λευκή σημαία. Ο απεσταλμένος του ΕΛΑΣ επέδωσε στο βρετανικό αρχηγείο ένα σημείωμα υπογεγραμμένο από τον Γιάννη Ζεύγο, όπου τονιζόταν ότι η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ ζητούσε «κατάπαυση των εχθροπραξιών και μια συνάντηση για να διευθετηθούν οι λεπτομέρειες».

Οι Βρετανοί διαβεβαίωσαν ότι ο Σκόμπι ήταν έτοιμος να δεχτεί τους ηγέτες του ΕΛΑΣ , που θα έχουν πλήρη εξουσιοδότηση για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων

Δευτέρα-Τετάρτη 8-10 Γενάρη 1945

Συνεχίζεται βαθμιαία η υποχώρηση δυνάμεων του ΕΛΑΣ πέρα του λεκανοπεδίου Αττικής, προς Στερεά και Εύβοια. Άφιξη στο αρχηγείο του Σκόμπι εκπροσώπων της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ.

Η ανακωχή

Την αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ ακολούθησαν χιλιάδες λαού της Αθήνας που αντιλαμβάνονταν ότι αν έμεναν στην πρωτεύουσα θα ήταν έρμαιο στα χέρια των Εγγλέζων, των δωσιλόγων και κάθε λογής φασιστικών αντικομμουνιστικών στοιχείων. Επίσης, εκτός πρωτεύουσας μεταφέρθηκαν προσωρινά και οι μηχανισμοί της ΚΕ του του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Η ήττα, παρά το γεγονός ότι ήταν βαριά, δεν είχε πτοήσει το ηθικό και το φρόνημα των λαϊκών δυνάμεων, και η ηγεσία του κινήματος – όπως επιβεβαιώνεται και από το ανακοινωθέν της ΚΕ του ΕΛΑΣ που προαναφέραμε – έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να το τονώσει. Ηταν φυσικό άλλωστε. Ο κύριος όγκος του ΕΛΑΣ είχε μείνει ανέπαφος και κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Μπορεί βεβαίως να είχε χαθεί η πρωτεύουσα αλλά κυριαρχούσε, βάσιμα, η εντύπωση πως επρόκειτο για μια πρόσκαιρη νίκη του εχθρού και πως σύντομα θα αντιστρέφονταν τα πράγματα. Μάλιστα η εντύπωση αυτή είχε γίνει και τραγούδι στα χείλη του λαού:»

– Μας πήραν την Αθήνα – τραλά, λαλά, λαλά!

– Μας πήραν την Αθήνα – τραλά, λαλά, λαλά!

– Μας πήραν την Αθήνα – Τζούμ, τραλά, λαλά

– Μονάχα για ένα μήνα – Κάπα, Κάπα, Εψιλον, Κούκου, Κούκου, Ε».

Τα πράγματα βέβαια δεν εξελίχθηκαν όπως τα περιέγραφε ο καθ’ όλα βάσιμος λαϊκός ενθουσιασμός. Στις 9 Γενάρη του 1945 άρχισαν στο αρχηγείο του Σκόμπι οι διαπραγματεύσεις για σταμάτημα των εχθροπραξιών. Την ηγεσία του ΕΛΑΣ εκπροσώπησαν ο Γ. Ζεύγος, ο Δ. Παρτσαλίδης, ο ταγματάρχης Θ. Μακρίδης και ο ταγματάρχης Α. Αθηνέλλης. Οι διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε συμφωνία ανακωχής η οποία και υπογράφηκε στις 11/1/1945. Οφείλουμε δε να σημειώσουμε ότι τη συμφωνία υπογράφουν οι προαναφερόμενοι εκπρόσωποι του ΕΑΜικού κινήματος και ο στρατηγός Σκόμπι. Απουσιάζει η υπογραφή οποιουδήποτε εκπροσώπου του αστικού πολιτικού κόσμου της χώρας, ιδιαίτερα δε, εκπροσώπου της κυβέρνησης – μαριονέτας των Αθηνών. Ούτε τα προσχήματα δε φρόντισαν να κρατήσουν κι αυτό το γεγονός είναι η μέγιστη απόδειξη πως τα Δεκεμβριανά δεν ήταν εμφύλιος πόλεμος – όπως πολλοί ισχυρίζονται διαστρεβλώνοντας την ιστορία – αλλά πόλεμος για την ανεξαρτησία της Ελλάδας ενάντια στις βρετανικές δυνάμεις κατοχής.

Αναμφίβολα δεν μπορεί να χρεωθεί στην ηγεσία του ΕΑΜικού κινήματος ότι έκανε λάθος επιλογή επιδιώκοντας την παύση των εχθροπραξιών. Μια ανάπαυλα ήταν αναγκαία για τον ΕΛΑΣ ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα για τη συνέχιση του αγώνα. Ομως οι όροι της ανακωχής, όπως καταγράφηκαν στο κείμενο της συμφωνίας ήταν δυσμενέστατοι για τον ΕΛΑΣ και δεν ανταποκρίνονταν στον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων. Βάσει της συμφωνίας ανακωχής οι εχθροπραξίες θα σταματούσαν τα μεσάνυχτα της 14ης Ιανουαρίου 1945. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ υποχρεώνονταν μέχρι τις 18/1/45 να εκκενώσουν τις περιοχές της Αττικοβοιωτίας – Εύβοιας, ένα μεγάλο τμήμα του Νομού Φθιωτιδοφωκίδας και το μεγαλύτερο μέρος του Νομού Μαγνησίας. Επίσης έπρεπε να αποσυρθούν από τμήμα του Νομού Θεσσαλονίκης και την πόλη της Θεσσαλονίκης, από τα νησιά Ζάκυνθο, Κύθηρα και Σποράδες καθώς και απ’ ολόκληρη τη βόρεια Πελοπόννησο («Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», τόμος Α’, σελ. 495 – 496. Ολόκληρο το κείμενο της συμφωνίας ανακωχής: «Λευκή Βίβλος ΕΑΜ», σελ. 71 – 72). Ετσι τελείωσε και από στρατιωτικής απόψεως ο Μεγάλος Δεκέμβρης του ’44. Το ΕΑΜικό κίνημα είχε αρκεστεί να διατηρήσει προς το παρόν τις ένοπλες δυνάμεις του και ως αντάλλαγμα γι’ αυτό δέχτηκε να μεγιστοποιήσει την ήττα της Αθήνας, αφού με τη συμφωνία ανακωχής παραχώρησε στον εχθρό πολύ μεγαλύτερης έκτασης έδαφος απ’ αυτό που ο ίδιος είχε κερδίσει με τη δύναμη των όπλων.

Ορισμένες βασικές εκτιμήσεις

Πολλές και διάφορες είναι οι εκτιμήσεις, που έχουν γραφτεί για τη μάχη του Δεκέμβρη και την τελική της έκβαση. Αρκετές απ’ αυτές αφορούν επιμέρους ζητήματα και πλευρές των εξελίξεων κι ενώ έχουν οπωσδήποτε τη δική τους αξία και σημασία, όχι μόνο δεν αλλάζουν την ουσία ορισμένων, γενικότερων συμπερασμάτων, αλλά τα επιβεβαιώνουν με τον ένα ή άλλο τρόπο.

Ως τις πλέον ολοκληρωμένες και βαθύτερες εκτιμήσεις, για τη σημαντική αυτή στιγμή της νεότερης ιστορίας της χώρας, επιλέξαμε το σχετικό απόσπασμα από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, το οποίο και παραθέτουμε ολόκληρο:

«Η σύγκρουση του Δεκέμβρη 1944, που κράτησε 33 μέρες, στάθηκε ένας ηρωικός αγώνας για τη λευτεριά και έγραψε μια λαμπρή σελίδα στην ιστορία της δημοκρατικής αντιιμπεριαλιστικής πάλης του ελληνικού λαού.

Οι μαχητές του ΕΛΑΣ, της Εθνικής Πολιτοφυλακής, όλος ο λαός, πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση στους καινούριους κατακτητές. Τελικά, μπροστά στις υπέρτερες αριθμητικά δυνάμεις, η αντίσταση του ΕΛΑΣ και του λαού της Αθήνας – Πειραιά κάμφθηκε.

Στην έκβαση της μάχης του Δεκέμβρη, εκτός από την ανεπάρκεια των δυνάμεων και των πολεμικών μέσων του ΕΛΑΣ, έχουν συντελέσει και οι εξής παράγοντες: Η ηγεσία του Κόμματος αιφνιδιάστηκε από τα γεγονότα και αντέδρασε σπασμωδικά. Ανασυγκρότησε την ΚΕ του ΕΛΑΣ, χωρίς επιτελείο και μηχανισμό, που ανέλαβε τη διεύθυνση της μάχης της Αθήνας. Παραμέρισε το ΓΣ του ΕΛΑΣ, που διέθετε επιτελείο και υπηρεσίες και ανέθεσε στον Σαράφη και τον Αρη, με τις κύριες δυνάμεις του ΕΛΑΣ, δευτερεύουσα αποστολή εναντίον του ΕΔΕΣ στην Ηπειρο. Δε συγκέντρωσε έγκαιρα τις βασικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, που ήταν το κύριο μέτωπο και δεν οργάνωσε αποτελεσματική επίθεση από τις πρώτες μέρες. Επίσης δεν εμπόδισε τα διάσπαρτα στην ελληνική επαρχία βρετανικά στρατιωτικά τμήματα να μεταφερθούν στην Αθήνα και να πάρουν μέρος στις μάχες.

Ακόμη η ηγεσία του κινήματος δεν είχε προβλέψει ότι η κατάσταση πιθανόν να οδηγούνταν από τους Αγγλους και την αντίδραση σε ένοπλη σύγκρουση με επίκεντρο την πρωτεύουσα. Σ’ αυτό οφείλεται και η μη έγκαιρη κατάρτιση σχεδίου. Το σχέδιο αντιμετώπισης της κατάστασης καταρτίστηκε εκ των υστέρων, όταν οι Αγγλοι και η αντίδραση είχαν προχωρήσει στην ένοπλη επέμβαση και μάλιστα και τότε ακόμη δε στρέφονταν εναντίον τους, αλλά εναντίον των δυνάμεων της ελληνικής αντίδρασης».

Η ανακοίνωση του ΕΛΑΣ

Τη μέρα της υποχώρησης, η ΚΕ του ΕΛΑΣ απευθύνθηκε στο λαό της Αθήνας και του Πειραιά με ανακοινωθέν, στο οποίο εξηγούσε – με πνεύμα αισιοδοξίας και σαφή προσπάθεια τόνωσης του ηθικού του λαού – τις αιτίες της υποχώρησης, δίνοντας ταυτόχρονα την υπόσχεση ότι ο αγώνας θα συνεχιστεί μέχρι τέλους. Παραθέτουμε αυτό το ντοκουμέντο, όπως έχει δημοσιευτεί στη «Λευκή Βίβλο» του ΕΑΜ (σελ. 68 – 69):

«Οι υπερασπιστές της Αθήνας και του Πειραιά και ο αδούλωτος λαός τους, πολεμώντας με ασύγκριτο ηρωισμό και ιερό πάθος που μπορεί να ‘χουν οι μαχητές της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Ανεξαρτησίας, ξαναζωντάνεψαν και ελάμπρυναν με νέα υπέροχα κατορθώματα τις ωραιότερες σελίδες της εθνικής μας ιστορίας: το Μεσολόγγι, το Αρκάδι, το έπος της Αλβανίας και της Εθνικής Αντίστασης.

Περισσότερο από ένα μήνα κράτησαν το αθάνατο μέτωπο της Αθήνας και του Πειραιά, αντιμετωπίζοντας τα ασυγκρίτως ανώτερα μέσα του αντιπάλου. Αλλά ο εχθρός, αδυνατώντας να πλήξει τις στρατιωτικές μας δυνάμεις, εστράφη με εκδικητική μανία εναντίον των αμάχων. Ο στόλος, τα αεροπλάνα, τα κανόνια και τα τανκς του κ. Τσώρτσιλ με χιλιάδες βλήματα καθημερινά, ιδιαίτερα τις τελευταίες μέρες, σπέρνουν το θάνατο σε γυναικόπαιδα και γέροντες και ισοπεδώνουν τις λαϊκές συνοικίες. Πολλές χιλιάδες είναι τα θύματα των άνανδρων αυτών επιδρομών. Ολόκληρες συνοικίες, εργοστάσια, φτωχόσπιτα, νοσοκομεία εκονιορτοποιήθηκαν. Σκοπός του Σκόμπυ είναι να μεταβάλει την Αθήνα που σεβάστηκαν όλοι οι κατακτητές και επιδρομείς, σε σωρούς από ερείπια, σ’ ένα απέραντο νεκροταφείο.

Μπροστά στη θηριώδη επιδρομική μανία του Σκόμπυ, η ΚΕ του ΕΛΑΣ για να γλιτώσει τους αμάχους από το βέβαιο θάνατο των βομβών και των μυδραλίων, για να περισώσει την Αθήνα και τον Πειραιά από οριστική καταστροφή, αποφάσισε και διέταξε τη σύμπτυξη των ηρωικών υπερασπιστών της πρωτεύουσας και του Πειραιά.

Η σύμπτυξη αυτή δεν είναι νίκη του Σκόμπυ. Είναι κάτι χειρότερο από μια Πύρρειο νίκη. Είναι ένα ανεξίτηλο στίγμα και μια αιώνια καταισχύνη, γιατί μόνο ο Σκόμπυ χρησιμοποίησε τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης σαν ασπίδα ενός εξοντωτικού πολέμου.

Πολίτες στα όπλα. Ο αγώνας συνεχίζεται. Θα διεξαχθεί με μεγαλύτερο ακόμη πάθος. Η Αθήνα και ο Πειραιάς είναι αδούλωτοι. Η Ελλάδα θα μείνει ελεύθερη. Η νίκη είναι δική μας. Ολοι και όλα για τη συντριβή του ελληνικού φασισμού. Για την Ελευθερία, για τη Δημοκρατία, για την Ανεξαρτησία της Χώρας. Για τον πολιτισμό και για το Μέλλον της Ελλάδας.

5 – 1 – 45

Η ΚΕ του ΕΛΑΣ

Ε. Μάντακας, Μ. Χατζημιχάλης, Γ. Σιάντος».

Μια κυνική ομολογία του Τσόρτσιλ

Το τέλος των εχθροπραξιών μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Βρετανών σχολιάζει με τρόπο εντυπωσιακά κυνικό στα απομνημονεύματά του ο Ου. Τσόρτσιλ, ομολογώντας απερίφραστα τους λόγους της βρετανικής επέμβασης στην Ελλάδα. Αφού παρουσιάζει περιφραστικά τους όρους της ανακωχής, ο Βρετανός πρωθυπουργός υπογραμμίζει: «Ετσι ετελείωσε η μάχη που διήρκεσε έξι εβδομάδες και που έγινε για να καταλάβωμε την Αθήνα και, όπως θα δείξει η συνέχεια των γεγονότων, να απαλλάξωμε την Ελλάδα από τον κομμουνιστικό ζυγό. Την εποχή αυτήν που τρία εκατομμύρια άνδρες πολεμούσαν σε κάθε στρατόπεδο στο Δυτικό Μέτωπο και που τεράστιες αμερικανικές δυνάμεις ηγωνίζοντο εναντίον της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό, οι ελληνικές αυτές παραφορές μπορούσαν να φαίνονται ότι είχαν ελάχιστη σημασία, αλλά δεν ευρίσκοντο λιγότερο στο νευρικό κέντρο της ισχύος, της τάξεως και της ελευθερίας του δυτικού κόσμου» (Ουίνστον Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος», Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τόμος ΣΤ’ σελ. 352).

Ριζοσπάστης 07-11-96

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *